Δημήτρης Νικολαΐδης: Ο ηθοποιός που παντρεύτηκε τη Σούλη Σαμπάχ και είχε κουμπάρους όλο τον θίασο του Λογοθετίδη!

Άλλος ένας αλησμόνητος ηθοποιός που κατέχει ξεχωριστή θέση στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο Νικολαΐδης ήταν ένας ταλαντούχος δημιουργός που διακρίθηκε τόσο στην υποκριτική όσο και τη σκηνοθεσία.

Η λάμψη του απλώθηκε σε 80 σχεδόν ταινίες και παρά το γεγονός ότι στο σινεμά κρατούσε δεύτερους ρόλους, το πηγαίο ταλέντο και η έντονη παρουσία του έκλεβαν πάντα την παράσταση.

Ο Νικολαΐδης ήταν ένας ασίγαστος καλλιτέχνης που δεν δίστασε να θάψει το πτυχίο του στα νομικά για να ακολουθήσει το όνειρό του και να μετατραπεί σε μια διαχρονική σταθερά του ελληνικού θεάματος, ζώντας ανεπανάληπτες στιγμές στο σανίδι και την τηλεόραση και δευτερευόντως στο σινεμά.

Προσωπικός φίλος του Λάμπρου Κωνσταντάρα αλλά και του θεατρικού συγγραφέα Κώστα Πρετεντέρη, ο Νικολαΐδης ήταν ένας θεατράνθρωπος που διατηρούσε αγαστές σχέσεις με όλους, καθώς κοιτούσε πάντα και μόνο τη δουλειά του.

Το εκφραστικό του πρόσωπο και οι μεγάλες υποκριτικές του δεξιότητες θα τον πήγαιναν πολύ μακριά, καθώς ήταν πάντα πολλά περισσότερα απ’ όσα έβλεπε το κινηματογραφόφιλο κοινό. Λίγοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι ο σπουδαίος Νικολαΐδης ήταν από τους καλύτερους θεατρικούς σκηνοθέτες με έξοχο έργο στη νεοελληνική κωμωδία!

Ο γάμος του δε με τη Σούλη Σαμπάχ θα τους μετέτρεπε σε ένα από τα πιο προβεβλημένα ζευγάρια της ελληνικής showbiz…

Πρώτα χρόνια

Ο Δημήτρης Νικολαΐδης γεννιέται το 1923 στην Αθήνα, αν και η ζωή του θα ξεκινήσει πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου που σάλπαρε από την Κωνσταντινούπολη με κατεύθυνση τον Πειραιά για να φέρει τους γονείς του μακριά από τις περιπέτειες της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Η οικογένεια εγκαταστάθηκε έπειτα από πολλές περιπέτειες στην Αθήνα και ο μικρός Δημήτρης ορφανεύει μόλις εννιά μέρες μετά τη γέννησή του, καθώς ο πατέρας του θα πεθάνει χτυπημένος από πνευμονία. Παρά τις ανείπωτες δυσκολίες και την καταραμένη φτώχεια, ο Δημήτρης διακρίνεται τόσο στον στίβο όσο και το σχολείο, όντας ένας από τους 30 αριστούχους που θα περάσουν με υποτροφία στο Πειραματικό Σχολείο της Αθήνας.

Οι λαμπρές σχολικές του επιδόσεις θα τον φέρουν μετά το απολυτήριο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Τμήμα Νομικής, αν και μέχρι τότε είχε κολλήσει το μικρόβιο της υποκριτικής. Κι έτσι την ώρα που περνά τα πανεπιστημιακά του μαθήματα με άριστα, γίνεται δεκτός στη δραματική σχολή του Καρόλου Κουν!

Τώρα όμως είναι η περίοδος της Κατοχής και ο νεαρός σπουδαστής συμμετέχει ενεργά στην Αντίσταση…

Υποκριτική καριέρα

Ο Νικολαΐδης ανεβαίνει για πρώτη φορά στο σανίδι σπουδαστής ακόμα: ο Κουν ανέβασε μια παράσταση με τους μαθητές του νεοσύστατου Θεάτρου Τέχνης του το 1942 και ο Δημήτρης είναι ανάμεσά τους. Η πρώτη του επαγγελματική δουλειά θα έρθει ωστόσο δύο χρόνια αργότερα, όταν ο δάσκαλός του τον επιλέγει στον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολομού αλλά και στις επόμενες παραστάσεις του.

Μεταξύ 1945-1949 θα βρεθεί στον θίασο της κυρίας Κατερίνας και μετά θα δουλέψει με τον Βασίλη Λογοθετίδη και τη δική του θεατρική εταιρία, συμμετέχοντας στην κλασική παράσταση του Αλέκου Σακελάριου «Δελησταύρου και Υιός»!

Αφού συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους, περιπλανήθηκε σε πλήθος θιάσων και πήρε μέρος σε θρυλικές παραστάσεις της αθηναϊκής σκηνής, έφτασε η στιγμή να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη θεατρική σκηνοθεσία! Ήταν το καλοκαίρι του 1965 και το «Μιας Πεντάρας Νιάτα» των Πρετεντέρη-Γιαλαμά που θα φέρουν το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο σανίδι, που έμελλε να είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένο.

Αυτό ήταν! Ο Νικολαΐδης σκηνοθετεί πια τις παραστάσεις που παίζει και αφήνει μεγάλη κληρονομιά στο ανέβασμα της νεοελληνικής κωμωδίας, στέλνοντας για παράδειγμα στα ουράνια της εισπρακτικής επιτυχίας κλασικά έργα μεγάλων ελλήνων δραματουργών, όπως το «Ούτε γάτα ούτε ζημιά» των Σακελλάριου-Γιανακόπουλου αλλά και την «Αγάπη Μου Παλιόγρια» των Βασιλειάδη-Μιχαηλίδη.

Στενός φίλος του Κωνσταντάρα αλλά και πολλών ακόμα κορυφαίων του θεάτρου μας (όπως η Λαμπέτη, η Καρέζη, ο Βουτσάς), ο Νικολαΐδης συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της θεατρικής εμπροσθοφυλακής μας σκηνοθετώντας τους με τη γνώριμη μαεστρία του που έμεινε τελικά επίσης θρυλική στην υποκριτική ιστορία του τόπου μας.

Η στερνή του παράσταση θα έρθει το 1980, κλείνοντας τέσσερις σχεδόν δεκαετίες σπουδαίας θεατρικής καριέρας, όταν θα παίξει στο έργο του Ανδριανού «Οι ερωτιάρηδες».

Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο θα έρθει επίσης νωρίς, καθώς το 1954 θα πάρει μέρος στο «Το Κορίτσι της Γειτονιάς», με τη Σμαρούλα Γιούλη και τον Γιώργο Φούντα, για να μη σταματήσει ποτέ να κοσμεί τη μεγάλη οθόνη. Οι 73 ελληνικές και 5 ξένες παραγωγές που πήρε μέρος περιλαμβάνουν ένα πλούσιο πανόραμα της ελληνικής κινηματογραφίας, αξέχαστες ταινίες δηλαδή σαν τα φιλμ «Δελησταύρου και υιός» (1957), «Έγκλημα στα παρασκήνια» (1960), «Ζητείται ψεύτης» (1961), «Ευτυχώς τρελάθηκα» (1961), «Ζήτω η τρέλα» (1962), «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης» (1963), «Χτυποκάρδια στα θρανία» (1963), «Η βίλα των οργίων» (1964), «Θα σε κάνω βασίλισσα» (1964), «Δεσποινίς διευθυντής» (1964), «Υιέ μου, υιέ μου» (1965), «Καπετάν φάντης μπαστούνι» (1968), «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968), «Ο τζαναμπέτης» (1969), «Η Ρένα είναι οφσάιντ» (1972) και τόσες ακόμα…

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη συμμετοχή του στο αριστούργημα του Καζάν «Αμέρικα Αμέρικα» του 1963, αλλά και στη μόνη απόπειρά του στην κινηματογραφική σκηνοθεσία, στη μοναδική κωμωδία της Φίνος Φιλμ «Η Γυναίκα μου τρελάθηκε» το 1966, με το δίδυμο Κωνσταντάρα-Αρώνη.

Ο Νικολαΐδης δούλεψε επίσης πολύ και στην ελληνική τηλεόραση, τόσο ως ηθοποιός όσο και ως σκηνοθέτης. Η μεγαλύτερή του επιτυχία ήταν το ανεπανάληπτο σίριαλ της ΥΕΝΕΔ που σκηνοθέτησε και έπαιξε «Εκείνες κι εγώ» (1976-1978) με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Το σενάριο ήταν του καλού του φίλου Κώστα Πρετεντέρη, με τον οποίο συνεργάστηκε εξάλλου και στην αλησμόνητη ραδιοφωνική σειρά «Ο Θυρωρός», όπου υποδυόταν τον «Μπουλντόζα».

Προσωπική ζωή

Ο Νικολαΐδης γνώρισε τη νεότατη Σούλη Σαμπάχ (Αναστασία Χριστοδούλου τότε) σε ένα ταξίδι της από την Αίγυπτο στην Αθήνα. Ο συνδετικός κρίκος ήταν η Ίλυα Λιβυκού! Ο κεραυνοβόλος έρωτας θα καταλήξει σύντομα στην εκκλησία (15 Σεπτεμβρίου 1955), λιγότερο από έναν μήνα δηλαδή μετά τη γνωριμία(!), με κουμπάρους μάλιστα και τους 13 ηθοποιούς του θιάσου του Λογοθετίδη.

Νικολαΐδης και Σαμπάχ έγιναν ένα από τα πιο αγαπημένα καλλιτεχνικά ζευγάρια και δεν χώρισαν ποτέ, παραμένοντας μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του Νικολαΐδη το 1993. Κάτω από τις συστάσεις του ηθοποιού, η καλλίφωνη Αναστασία ανεβαίνει στις πίστες των νυχτερινών κέντρων ως «Σούλη Σαμπάχ», τραγουδά το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» (από την ταινία «Λατέρνα φτώχια και φιλότιμο» του 1955) και γίνεται αυτομάτως διάσημη!

Έπειτα από δέκα χρόνια ευτυχισμένου έγγαμου βίου εμφανίστηκαν όμως τα πρώτα προβλήματα στην υγεία του ηθοποιού, ο οποίος έπασχε από μια ασθένεια (έλλειψη ενός ενζύμου) που κληρονόμησε από τον αδικοχαμένο πατέρα του. Ο κωμικός ηθοποιός ακολουθούσε για χρόνια φαρμακευτική αγωγή και συνέχιζε κανονικά τις εμφανίσεις του τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, αν και υποβαλλόταν συχνά πυκνά σε θεραπείες.

Το καλοκαίρι του 1983 η υγεία του επιδεινώθηκε και πλέον δεν έβγαινε από το σπίτι, το οποίο μετατράπηκε σε δωμάτιο νοσηλείας. Περήφανος και αξιοπρεπής, θα έφευγε από τη ζωή με τρόπο αγέρωχο: όντας για δέκα ημέρες διασωληνωμένος στο νοσοκομείο, το μοιραίο πρωινό της 21ης Ιανουαρίου 1993 αρνήθηκε να πάρει τα χάπια του («σήμερα πια δεν τα χρειάζομαι» είπε στη νοσοκόμα) και τράβηξε τα καλώδια που τον κρατούσαν μηχανικά στη ζωή. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς, κάνοντας την παντοτινή του σύντροφο να πει πως «ο ωραιότερος ρόλος της ζωής μου ήταν αυτός κοντά στον Δημητράκη»…

Homepage-1

Recommended For You