1) Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη» λειτουργεί από το 1981.

Πρόκειται για το σπίτι της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη που βρίσκεται στην Πλάκα στην οδό Αγγ. Χατζημιχάλη 6. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1924 και ολοκληρώθηκε το 1929, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου (1871- 1939), τον οποίο επέλεξε η Αγγελική Χατζημιχάλη και συνεργάστηκε μαζί του για να του δώσει τη μορφή που επιθυμούσε (μείγμα βυζαντινών και παραδοσιακών στοιχείων). Για τον εσωτερικό διάκοσμο εμπιστεύτηκε τον λαϊκό τεχνίτη Νικόλαο Θωμόπουλο, που φιλοτέχνησε τις ξυλόγλυπτες κατασκευές, εμπνευσμένες από εικόνες της ελληνικής λαϊκής παράδοσης. Το σπίτι φιλοξένησε ανθρώπους της τέχνης, της επιστήμης, των γραμμάτων (Κ. Παλαμάς, Αγγ. Σικελιανός, Π. Δέλτα, Δ. Πικιώνης, κ.α.) αλλά και απλούς τεχνίτες και ανυφάντρες της ελληνικής υπαίθρου. Σήμερα ανήκει στον Πολιτισμικό Οργανισμό του Δήμου Αθηναίων και λειτουργεί ως μουσείο και χώρος εκμάθησης παραδοσιακής χειροτεχνίας.

2) Η Μονή των Καπουκίνων της Αθήνας στην Πλάκα. Οι Καπουκίνοι μετά τον ερχομό τους στην Αθήνα αγόρασαν το 1669 ένα σπίτι στην Πλάκα, στην αυλή του οποίου βρισκόταν το μνημείο του Λυσικράτη. Οι μοναχοί ενσωμάτωσαν στο μοναστήρι τους το μνημείο, αφού μετακίνησαν έναν ορθοστάτη του για να ανοίξουν είσοδο σε αυτό, και το χρησιμοποίησαν αρχικά σαν παρεκκλήσι και στη συνέχεια σαν βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο. Στο μοναστήρι αυτό φιλοξενήθηκαν πολλοί ξένοι περιηγητές, μεταξύ των οποίων και ο Λόρδος Βύρων, μεταξύ των ετών 1810-1811. Οι μοναχοί φρόντιζαν ιδιαιτέρα τον κήπο του μοναστηριού, στον οποίο το 1818 καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά η ντομάτα με σπόρους που εισήχθησαν από το εξωτερικό. Το μοναστήρι καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1824, κατά την προσπάθεια του πασά της Καρύστου, Ομέρ, να καταλάβει την Αθήνα. Σήμερα στη θέση που βρισκόταν το μοναστήρι, δίπλα στο μνημείο του Λυσικράτη, υπάρχει μαρμάρινη στήλη με την επιγραφή: «ΕΝΤΑΥΘΑ ΕΚΕΙΤΟ Η ΜΟΝΗ ΚΑΠΟΥΚΚΙΝΩΝ ΟΠΟΥ ΚΑΤΩΚΗΣΕΝ Ο ΒΥΡΩΝ 1810-1811».

3) Το Βοτανικό μουσείο του Εθνικού κήπου είναι ένα νεοκλασικό κτήριο, έργο κατά πάσα πιθανότητα του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκου (κατ’ άλλους του Σταμάτιου Κλεάνθη). Το κτήριο υπέστη πλήθος παρεμβάσεων ανάλογων προς τις χρήσεις που του επιφυλάχθηκαν. Αρχικά λειτούργησε ως μικρό περίπτερο της βασίλισσας Όλγας και από το 1885 φιλοξένησε το βοτανικό μουσείο του τότε Βασιλικού Κήπου (ονομάστηκε επίσημα Εθνικός κήπος το 1927). Τα τελευταία χρόνια το μουσείο αυτό παραμένει κλειστό λόγω ανακαίνισης και είναι άγνωστο το πότε θα ξαναλειτουργήσει.

4) Το Μουσείο της πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία, στεγάζεται σε δύο ιστορικά κτήρια (Παπαρρηγοπούλου 5-7). Ιδρύθηκε το 1973 και άνοιξε τις πύλες του στο κοινό το 1980 έχοντας ως αντικείμενο την ιστορία της πόλης των Αθηνών. Το ένα από τα δύο κτήρια, η οικία του Χιώτη τραπεζίτη Σταμάτιου Δεκόζη Βούρου (1792-1881) ήταν ένα από τα πρώτα σπίτια που κτίστηκαν στην απελευθερωμένη Αθήνα, το 1833. Σχεδιάστηκε από τους γερμανούς αρχιτέκτονες G. Luders και J. Hoffer και αποτελεί  δείγμα λιτού κλασικισμού. Σε αυτό φιλοξενήθηκαν οι πρώτοι βασιλείς της Ελλάδας, Όθωνας και Αμαλία, από το 1837 ως το 1843 που ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση των ανακτόρων τους (της σημερινής Βουλής). Το διπλανό κτήριο κτίστηκε σε σχέδια του στρατιωτικού μηχανικού Γεράσιμου Μεταξά το 1859 και αποτέλεσε την κατοικία του Κωνσταντίνου Βούρου,  γιού του Σταμάτιου Βούρου. Έχει υποστεί αρκετές μεταγενέστερες επεμβάσεις.

5) Κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-44) το Γερμανικό Φρουραρχείο, γνωστό ως Κομαντατούρα, στεγαζόταν στο κτήριο της οδού Κοραή 4. Εδώ οδηγούνταν όσοι Έλληνες συλλαμβάνονταν κατά τη διάρκεια αντιστασιακών κινητοποιήσεων, μετά από εφόδους γερμανικών και ελληνικών Σωμάτων Ασφαλείας σε εργοστάσια, πανεπιστήμια και συνοικίες και κατά τη διάρκεια των κατοχικών μπλόκων. Η Κομαντατούρα λειτουργούσε ως κέντρο μεταγωγής, όπου μετά από ολιγοήμερη κράτηση και ανακρίσεις, οι συλληφθέντες οδηγούνταν, ανάλογα με το παράπτωμα, στα γραφεία των Ες-Ες της οδού Μέρλιν, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου ή στις φυλακές των ελληνικών Σωμάτων Ασφαλείας. Στα υπόγεια του κτηρίου ήταν τα κρατητήρια, ενώ στους ορόφους τα ανακριτικά γραφεία και οι υπηρεσίες του Φρουραρχείου.

6) Το κτήριο του Ελληνικού Ωδείου είναι ένα από τα ελάχιστα σπίτια του κέντρου της Αθήνας που διασώζουν ακόμη την ιδιωτική αρχιτεκτονική της πρώτης «βαυαρικής» δεκαετίας του 1830. Οικοδομήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1830, στη σημερινή οδό Φειδίου 3 και ήταν κατοικία του Αυστριακού πρεσβευτή στην Αθήνα Prokesch von Osten. Το 1841 περιγραφόταν ως απομονωμένο στην «άκρη της πόλης», με θέα στην «πλατιά ερημιά και τα ψηλά βουνά», ενώ το περιέβαλε μεγάλος κήπος που εκτεινόταν από τη οδό Πανεπιστημίου ως τη Χαριλάου Τρικούπη, την Εμμανουήλ Μπενάκη και την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Υπήρξε κατοικία του πρώτου Αυστριακού πρέσβη στην Αθήνα και φιλοξένησε λαμπρές εκδηλώσεις, χορούς και γιορτές κατά τη δεκαετία του 1840. Στη συνέχεια αποτέλεσε κατοικία του Ε. Τοσίτσα, υποθηκοφυλακείο, ωδείο (1899-1919) υπό τη Βαυαρή πιανίστρια Lina von Lottner και, τέλος στέγασε το Ελληνικό Ωδείο. Την εποχή του Μεσοπολέμου φιλοξένησε πολλές εκδηλώσεις και ομιλίες. Σε αυτό πραγματοποιήθηκαν οι διαλέξεις της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής του Δημήτρη Γληνού, ενός Ελεύθερου Πανεπιστημίου για γυναίκες που λειτούργησε επί δύο χρόνια (1921-1923). Το κτήριο σώζεται μέχρι σήμερα με μεταγενέστερες προσθήκες στον όροφο, αλλά είναι εγκαταλειμμένο και ερειπώνεται καθημερινά.

7) To Β΄ Γυμνάσιο Αθηνών (Βίλα Αμαλία), Αχαρνών και Χέυδεν. Στο οικόπεδο, με εμβαδόν 1,5 στρέμμα, κατασκευάσθηκαν το 1860 οι επαύλεις των οικογενειών Ράλλη και Αργυρόπουλου που είχαν κοινή αυλή. Το 1930 στην οικία Αργυρόπουλου εγκαταστάθηκε το Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, το δεύτερο σε αρχαιότητα Γυμνάσιο της Αθήνας. Μετά τη μεταστέγαση του σχολείου, το 1975 το κτήριο απαλλοτριώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και περιήλθε στην κυριότητα του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων. Έμεινε κενό μέχρι το 1990 οπότε έγινε χώρος κατάληψης μέχρι το 2012. Η ανακαίνισή του ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2014 από τη Διεύθυνση Σχολικών Κτηρίων του Δήμου Αθηναίων και ολοκληρώθηκε το 2016. Τον Σεπτέμβριο 2016 το κουδούνι χτύπησε ξανά για να υποδεχτεί τους μαθητές του 67ου Λυκείου, το οποίο μέχρι τότε στεγαζόταν σε σχολικό κτήριο της οδού Αγ. Μελετίου. Το Λύκειο πρόκειται να πάρει την ονομασία  «Θεόδωρος Αγγελόπουλος» προς τιμή ενός από τους πιο επιφανείς μαθητές του.

8) Ο Πύργος της οδού Θήρας είναι ένα από τα ελάχιστα νεογοτθικά κτήρια της Αθήνας, με τρία επίπεδα και φρουριακού τύπου αρχιτεκτονική με πολεμίστρες, στηθαία, εμβλήματα κ.ά.. Οικοδομήθηκε το 1914 και είναι ιδιοκτησία της αρχοντικής κεφαλλονίτικης οικογένειας Τυπάλδου (Tipaldus) με ρίζες από τη Νάπολη της Ιταλίας. Την εποχή που κτίστηκε αποτελούσε πρότυπο εξοχικής βίλας και περιβαλλόταν από έναν καταπράσινο κήπο. Κατοικούνταν μέχρι το 1993 από τον Άγγελο και τη Ρόζα Τυπάλδου Ξυδιά, όμως μετά από επίθεση και ληστεία στο εσωτερικό του, εγκαταλείφθηκε από τους ιδιοκτήτες του. Από τότε παραμένει ακατοίκητος, ενώ το 2008 χαρακτηρίστηκε διατηρητέος. Σε πείσμα των καταστροφών που υπέστη, ο Πύργος στέκει όρθιος περιμένοντας να αξιοποιηθεί.

9) Το 21ο Δημοτικό Σχολείο «Λέλα Καραγιάννη», Κύπρου 43 είναι ένα  νεοκλασικό κτήριο που χτίστηκε κατά το διάστημα 1897 – 1899. Από το 1904 φιλοξένησε το «Νοσοκομείον Νευρικών Νοσημάτων-Maison de santé» του Σιμωνίδη Βλαβιανού. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 ως το 1959 στέγασε την Ανωτέρα Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών (μετέπειτα Βιομηχανική Σχολή). Αργότερα το ιδιωτικό Γυμνάσιο Φωτόπουλου, κάποια τμήματα του Μικρού Πολυτεχνείου και δημόσια σχολεία όπως το 17ο Γυμνάσιο Αθηνών και αργότερα το 41ο Γυμνάσιο-Λύκειο Αθηνών μέχρι τον σεισμό του 1981, οπότε μεταφέρθηκε στο κτήριο Τυχόπουλου (Λήμνου, μετέπειτα Λ. Καραγιάννη 16). Το Νοέμβριο του 1978 το κτήριο απαλλοτριώθηκε υπέρ του 21ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, ενώ το 1984 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο. Δίπλα σε αυτό, το 1986 χτίστηκε νέο σχολικό κτήριο σύμφωνα με τις αντισεισμικές προδιαγραφές που θεσπίστηκαν μετά τον σεισμό του 1981, αλλά και αυτές των σύγχρονων σχολικών κτηρίων. Το σχολείο πήρε την ονομασία του από την ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης Λέλα Καραγιάννη που έζησε και έδρασε στην περιοχή.

10) Η βίλα Κλωναρίδου είναι μια  μικρή διώροφη εξοχική κατοικία, η οποία σύμφωνα με κάποιες πηγές οικοδομήθηκε παράλληλα με το εργοστάσιο ζυθοποιίας και παγοποιίας Κλωναρίδη, που βρισκόταν σε διπλανό οικόπεδο, κατά το διάστημα 1900-1902. Σύμφωνα  με άλλες πηγές προϋπήρχε από τα τέλη του 19ου αιώνα και αποκτήθηκε από την οικογένεια Κλωναρίδη μετά την αγορά του οικοπέδου, μέσα στο οποίο κατασκευάστηκε το εργοστάσιο. Φέρεται μάλιστα να έχει σχεδιαστεί από το Βαυαρό αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το εργοστάσιο των αδελφών Κλωναρίδη και όλο το οικόπεδο πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογενείας Φιξ. Ωστόσο, η έπαυλη παρέμεινε στην ιδιοκτησία της οικογένειας του Ερρίκου Κλωναρίδη μέχρι και το 1977. Η σημερινή της μορφή διαμορφώθηκε μετά από αρκετές προσθήκες και επεκτάσεις. Διαθέτει πλούσιο εσωτερικό και εξωτερικό ζωγραφικό διάκοσμο φιλοτεχνημένο από αξιόλογους καλλιτέχνες της εποχής. Λόγω της σημαντικής ιστορικής και αρχιτεκτονικής της αξίας, έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Σήμερα δεν κατοικείται και έχει υποστεί σημαντικές φθορές και βανδαλισμούς.

ΑΡΧΙΚΗ