Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Περιμένοντας να χτιστεί το σπίτι του ο βασιλιάς Οθωνας και η 18χρονη σύζυγός του Αμαλία εγκαταστάθηκαν σε ένα νεοκλασικό στην πλατεία Κλαυθμώνος, πριν από 180 χρόνια.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πρώτος δημόσιος κήπος στην Αθήνα συμπεριελάμβανε τη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος και έφτανε μέχρι την πλατεία Κολοκοτρώνη, με τέσσερις εισόδους, σιντριβάνι και μία στέρνα με χρυσόψαρα. Επρόκειτο για την αυλή της προσωρινής κατοικίας του Όθωνα και της Αμαλίας.

Σήμερα ένα μικρό κομμάτι του είναι ο κήπος του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών που αποτελεί μία μοναδική μικρή όαση στο κέντρο της Αθήνας και λέγεται Black Duck Garden ενώ ακόμη σώζεται ο φοίνικας που είχε φυτέψει η Αμαλία. Στο αίθριο λειτουργεί cafe, bar, εστιατόριο και διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Το πανέμορφο κτίριο της οδού Παπαρρηγοπούλου 7, ήταν ένα από τα πρώτα σπίτια που κτίστηκαν στην απελευθερωμένη Αθήνα, το 1833. Σχεδιάστηκε από τους Γερμανούς αρχιτέκτονες G. Luders και J. Hoffer και αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα λιτού κλασικισμού στην Ελλάδα. Το σπίτι ανήκε στον Χιώτη τραπεζίτη Σταμάτιο Δεκόζη Βούρο (1792-1881) και εκεί φιλοξενήθηκαν ο Όθωνας και η Αμαλία από το 1837 ως το 1843, περιμένοντας να ολοκληρωθούν τα ανάκτορά τους -η σημερινή Βουλή.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Σήμερα είναι ένας ζωντανός τόπος ιστορικής μνήμης και διασκέδασης. Καφέ, bar, εστιατόριο, γκαλερί, κήπος, όλα σε έναν δημιουργικό και φιλόξενο πολυχώρο τεχνών. Ο ιστορικός κήπος που είχε εγκατασταθεί ο Οθωνας αφού παντρεύτηκε τη 18χρονη Αμαλία, η οποία και οργάνωσε τον κήπο του παλαιού παλατιού, του πρώτου δημόσιου κήπου της πρωτεύουσας, αναβίωσε και περιμένει. Έργα τέχνης, μουσικές βραδιές, φιλολογικές συζητήσεις, αρωματικός καφές, καλό κρασί και ποτά, σπιτικά φαγητά και γλυκά, όλα όσα δύσκολα συναντά κανείς στο κέντρο, μαζεμένα στη θρυλική αυλή.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Στα 1836, ο βασιλιάς Όθων, επιστρέφοντας από το Μόναχο μετά τον γάμο του με την Αμαλία, χρησιμοποίησε ως προσωρινή κατοικία τη «Μεγάλη Οικία» Βούρου στην τότε οδό Νομισματοκοπείου και ήδη Παπαρρηγοπούλου αριθ. 7 και τη διπλανή οικία του Γ. Αφθονίδη (που δεν υπάρχει σήμερα), συνδέοντας μεταξύ τους με στοά τα δύο αυτά αρχοντικά. Ο Όθων και η Αμαλία έμειναν σ’ αυτό το «Παλιό Παλάτι», όπως το αποκαλούσαν αργότερα οι Αθηναίοι, από το 1836 μέχρι το 1843. Διαμόρφωσαν μάλιστα και έναν κήπο μπροστά στο παλάτι, από τον οποίο προήλθε ο σημερινός κήπος της πλατείας Κλαυθμώνος.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Η βασιλική αυτή κατοικία μεταφέρθηκε το 1843 στο νεόκτιστο τότε κτίριο των Ανακτόρων, έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Φρειδερίκου Γκαίρτνερ (Friedrich Gaertner), όπου στεγάζεται σήμερα η Βουλή των Ελλήνων.

Το 1859, ο Σταμάτιος Δεκόζης Βούρος έχτισε δίπλα στο σπίτι του, στον αριθ. 5 της οδού Παπαρρηγοπούλου, ένα δεύτερο αρχοντικό, για κατοικία του γιου του Κωνσταντίνου Βούρου, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Γεράσιμου Μεταξά, που σώζεται μέχρι σήμερα.

Σήμερα, το αρχοντικό του Δεκόζη Βούρου στεγάζει από το 1980 το «Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών», που ίδρυσε ο Λάμπρος Ευταξίας, δισέγγονος του Σταματίου Δεκόζη Βούρου.

Η νεαρή βασίλισσα ήταν αυτή που οργάνωσε τον κήπο γύρω από την προσωρινή κατοικία του ζεύγους το 1836. Ο «κήπος του παλαιού παλατιού» ήταν ο πρώτος δημόσιος κήπος της πρωτεύουσας, με τέσσερις εισόδους, σιντριβάνι και μία στέρνα με χρυσόψαρα. Συμπεριελάμβανε τη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος και έφτανε μέχρι την πλατεία Κολοκοτρώνη. Ο σημερινός κήπος του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος εκείνου του μεγάλου κήπου. Παραμένει όμως μία μοναδική μικρή όαση στο κέντρο της Αθήνας, με ζωντανό ακόμα τον φοίνικα που φύτεψε η Αμαλία.

Ο φοίνικας της βασίλισσας Αμαλίας:

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Αυτό είναι το πρώτο σπίτι του Οθωνα, σήμερα Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών:

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Στον πρώτο όροφο υπάρχουν τα «βαριά» εκθέματα: το σαλόνι της Αμαλίας και εκείνο του Οθωνα, η αίθουσα του θρόνου (με την πολυθρόνα που χρησιμοποιήθηκε ως θρόνος), το πρώτο χειρόγραφο Σύνταγμα της Ελλάδος πάνω στο γραφείο του κόμητος Αρμανσμπεργκ και πλήθος πινάκων και συλλεκτικών αντικειμένων που αφορούν το τότε βασιλικό ζεύγος.

Η αίθουσα του θρόνου. Ελλείψει θρόνου, ο Οθωνας καθόταν προσωρινά σε πολυθρόνα.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Μαρμάρινος καναπές στην αυλή της οικίας:

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Το περίφημο τάβλι-έπιπλο στο σαλόνι του άνακτα.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Σαλόνι με τραπέζι χαρτοπαιγνίου στην οικία Κωνσταντίνου Βούρου.

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όμορφο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Μερικές ακόμη εικόνες από το εσωτερικό του κτιρίου

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας και το σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας και το σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας και το σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας και το σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας και το σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Ο πιο παλιός κήπος της Αθήνας βρίσκεται στο σπίτι του Όθωνα και της Αμαλίας. Ένα υπέροχο μυστικό στη καρδιά της πόλης

Πηροφορίες – Φωτογραφίες: athina984, popaganda, iefimerida

Τη δεκαετία του 30 τότε που η Δραπετσώνα ήταν γκέτο

Τη δεκαετία του’30 η Δραπετσώνα ήταν γκέτο, όχι όπως σήμερα που ’χει γίνει Κολωνάκι! Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς. Σύχναζαν εκεί στους τεκέδες και στα μπουρδέλα των Βούρλων άνθρωποι από κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα Βούρλα είχανε 500 πουτάνες και συχνάζανε εκεί όλοι αυτοί του σιναφιού αυτουνού.

Είχα γνωρίσει μια πουτάνα των Βούρλων, που έμενε στα Καρβουνιάρικα, τη Λούση. Αυτοκτόνησε αυτή το ’33, ήτανε μαστουρωμένη και μαχαιρώθηκε, σφάχτηκε μόνη της. Αυτή ήταν η Δραπετσώνα, παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες. Η Ασφάλεια γύριζε μέρα νύχτα και κάθε τόσο έκανε μπλόκο. Τα χρόνια αυτά ήταν φωτιά, για πέντε δεκάρες σκότωναν, έτσι από αγαπητιλίκι ή μαγκιά. Από μικρός, ήμουνα και λιγάκι ζωηρός, μπήκα στην πιάτσα του Περαία. Τότε ήταν η εποχή των κουτσαβάκηδων και των νταήδων. Υπήρχαν οι τεκέδες, που ήταν κρυφοί με κλειστή την πόρτα

Ο Νίκος Μάθεσης, το 1933. Την στιγμή που τον φωτογράφιζαν ήταν μαστουρωμένος 

Σ’ αυτόν τον κόσμο μπήκα κι εγώ και προσπάθησα να γίνω από τους πρώτους και καλύτερους μάγκες. Ήθελα να γίνω πρωτοπαλίκαρο κι άρχισα να κάνω κατορθώματα πάνω στη μαγκιά και στο νταηλίκι. Όλοι οι κουτσαβάκηδες και οι νταήδες με υπολόγιζαν. Είχα γίνει πασίγνωστος, με γνωρίζανε κι οι πέτρες και δεν ήμουν μαχαλόμαγκας. Πήγαινα και στις άλλες περιοχές, στα λημέρια που είχαν οι άλλοι μάγκες και τα ’βαζα μαζί τους! Νόμος μου ήταν ο νόμος της μαγκιάς. Γιατί εμείς είχαμε τους δικούς μας νόμους, δικιά μας ταρίφα. Δεν υπολογίζαμε ούτε Θεό και πιο πολύ τους μπάτσους, δεν τους γουστάρω τους μπάτσους. Αυτό που γουστάραμε το κάναμε χωρίς να δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Δε σύχναζα όμως στα χαμαιτυπεία και κάτι τέτοια, ούτε έκανα παρέα με σωματέμπορους, κακοποιούς και κάτι άλλους χάληδες που φοράγανε μια ναυτική φανέλα χειμώνα καλοκαίρι. Είπαμε, έκανα παρέα με μάγκες, με τους μεγαλύτερους μάγκες της εποχής και με κουτσαβάκια που δεν σήκωναν από τους άλλους ούτε χαμόγελο. Ήταν περιβόητοι μάγκες, άντρες ζόρικοι, που τους έτρεμαν όλοι, άντρες που για να τους μιλήσεις έπρεπε να κάνεις μαθήματα ένα μήνα πιο μπροστά στο σπίτι σου γι’ αυτό που θα τους πεις! Πριν τολμήσεις να τα βάλεις μαζί τους έπρεπε να περάσεις να μεταλάβεις από καμιά εκκλησιά!!

Ο σκύλος, μπουλντόγκ συνήθως, ήταν απαραίτητος στους νταήδες και συνόδευε τον αφέντη του παντού. Όποτε πήγαινα στον τεκέ έπαιρνα και τον σκύλο μαζί. Ναργιλέ εγώ ναργιλέ κι σκύλος! Στο τέλος είχε γίνει από τους πρώτους χασικλήδες στον Περαία! Μόλις έφτανα στον τεκέ, πριν προλάβω να μπω μέσα, είχε μπουκάρει ο σκύλος κι άρχιζε να γαβγίζει δυνατά. Ήθελε ναργιλέ! Μόλις έπινε κάνα -δυο ήτανε εντάξει, είχε μαστουρώσει. Ήτανε σκύλος μάγκας, χασικλής. Δεν έπινε ό,τι να ’τανε. Δεν έπινε τα κατακάθια, τις τζούρες, ήθελε να είναι καλό πράμα και πάντα το ναργιλέ με φρέσκια τουμπεκιά!!!!!!!

-Το χόμπι μου, από μικρός ήτανε να ζωγραφίζω και να γράφω στίχους. Το 1930 άρχισα να γράφω τραγούδια για δίσκους. Το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησα είχε τον τίτλο «Μεσ’ στου Νικήτα τον τεκέ» Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί και πάω να φουμάρω μεσ’ στου Νικήτα τον τεκέ που ’χει το φίνο μαύρο.

-Τότε, όταν έβγαιναν αυτοί οι δίσκοι, η Ασφάλεια μας είχε στη μπούκα, επειδή γράφαμε για ναργιλέδες και για τέτοια. Μια φορά, είχα πάει στο “πανεπιστήμιο” της Δραπετσώνας κι εκεί στη σιδερένια γέφυρα στον Άγιο Διονύση, στα ψυγεία, με πλησίασε ένας μπάτσος της Ασφάλειας και μου είπε : «Δε φτάνει που σας αφήνουμε αβέρτα, μας βάζετε και στα γραμμόφωνα και μας προκαλείτε». Κουβέντα στην κουβέντα, αρπάχτηκα μ’ αυτόνε. Χάλασε ο κόσμος εκείνη τη μέρα. Τον έβρισα άσχημα : «Θα σου βάλω ένα ναργιλέ στον πάτο, ρε πούστη, γαμώ το στέμμα σου» του είπα!

Το 1938 έκανα το φόνο. Υπήρχε ένας μάγκας τότε που ήταν το φόβητρο της Φρεαττύδας. Ήταν άγριος και αιμοβόρος μάγκας φορτωμένος με τσαμπουκάδες και παλιές καταδίκες, είχε χρόνια στη φυλακή. Ήταν σκυλόμαγκας που σκότωνε με το παραμικρό. Άνοιξα μαζί του προηγούμενα σ’ έναν τεκέ και επειδή ήταν κι άλλοι μάγκες μπροστά, τον πείραξε αυτό πολύ και μου το βάστηξε. Έτσι, ήρθε ένα απόγευμα στην Αγορά, στον πάγκο μου, μαζί μ’ έναν ξάδερφό του στρατιώτη που ήταν σεσημασμένος κακοποιός. Μου επιτέθηκαν ξαφνικά χωρίς δεύτερη κουβέντα.

-Ο ξάδερφός του με κράτησε από το δεξί χέρι κι αυτός έβγαλε τη φαλτσέτα και με χτύπησε στο λαιμό, αριστερά και στην ωμοπλάτη. Με πήρανε τα αίματα κι από τον πόνο γονάτισα. Τότε, πριν προλάβουν να μ’ αποτελειώσουν, έβγαλα ένα εξάσφαιρο περίστροφο που είχα, μάρκας “ουνιόν”, και τον πυροβόλησα τέσσερις φορές! Τον βρήκαν δυο σφαίρες και τον σκότωσα. Μεταφέρθηκα στο Τζάνειο σε αφασία, ενώ τον ξάδερφό του τον συνέλαβαν. Αφού γιατρεύτηκα παρέμεινα για λίγο υπόδικος, αλλά βγήκα έξω με εγγύηση και στο Δικαστήριο αθωώθηκα γιατί βρισκόμουν σε άμυνα. Και μετά, τη Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον τάφο του και μαστούριασα και μετά έχεσα! Γιατί το ’χαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δυο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα..

Ο Μαρίνος ο Μουστάκιας, ο Σινιακός (όρθιος), ο Κίτσος Σάβας, ο Τζανής ο Ψαράς, ο Μιχάλης Μπεσάκος κι ο Νίκος ο Τρελάκιας, πάνοπλος(με το πιστόλι και το μαχαίρι), ενώ τρώνε στο σπίτι του Μάθεση (1934)

-Σιγά – σιγά ο Περαίας άλλαξε. Ήρθε η εξέλιξη. Οργανώθηκε το λιμάνι του. Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες, φύγανε οι αμαξάδες. Πάνε οι μαούνες που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Τα μπουρδέλα έκλεισαν. Οι τεκέδες έσβησαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι παράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και στη θέση τους χτίστηκαν διώροφα και τριώροφα σπίτια. Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Η Δραπετσώνα! Το Κολωνάκι του Περαία! Ο καθένας τώρα έχει τ’ αυτοκίνητό του και αντί για ούζο ή κρασί η κόκα – κόλα έχει το λόγο… Οι μάγκες και οι ρεμπέτες όμως δεν πρόκειται να χαθούν όσο ο Περαίας είναι λιμάνι. Υπάρχουν, ανακατεύονται μαζί μας, κάθονται δίπλα μας, με άλλη όμως μορφή. Μη περιμένουμε να τους δούμε με τραγιάσκα και ζουνάρι και να λένε τα μάγκικα και κορακίστικά τους. Ζει λοιπόν ο ρεμπέτης δεν πεθαίνει ποτέ γιατί είναι εφτάψυχος. Γιατί περιβόλι δίχως τσουκνίδα και αγρός δίχως αγκάθι δεν υπάρχουν. Λείπει  ο Μάρτης απ’ την Σαρακοστή; Έτσι δεν θα λείψει και το ρεμπέτ – ασκερ!!!!!!

https://www.facebook.com/notes/mpoyzoyki-kai-mpoyzoyksides

Οι δρόμοι της Αθήνας και οι ιστορίες τους.

Πόσες φορές έχετε διασχίσει πεζοί ή με κάποιο όχημα αυτούς τους δρόμους; Πόσες ήταν οι φορές που όταν τις διασχίζατε ή σας έρχονταν στο μυαλό αυθορμήτως, αναρωτιόσασταν πώς πήραν το όνομά τους και ποιοι είναι αυτοί που προς τιμήν τους ονοματοδοτήθηκαν; Αν έχετε ακόμα αυτές τις απορίες, θα προσπαθήσουμε –μιας και μας γεννήθηκαν και σε εμάς- να σας λύσουμε αρκετές εξ αυτών με το παρακάτω άρθρο.

Οι δρόμοι της Αθήνας και οι ιστορίες τους. Τα γεγονότα που βάφτισαν τους γνωστότερους δρόμους της πόλης

Ας ξεκινήσουμε με μια αναφορά του περιοδικού ΕΣΤΙΑ από την 29η του Γενάρη του 1884, στο οποίο αναφέρεται ότι εκείνη την περίοδο η Αθήνα είχε περίπου 440 οδούς και 23 πλατείες, εκ των οποίων μόνο οι 160 οδοί και οι 12 πλατείες είχαν όνομα. Οι υπόλοιπες ονομάζονταν «οδός Ανωνύμου». Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας για τη βάφτιση των οδών πάρθηκε τον Ιανουάριο του 1884.

Όπως αναφέρεται σε άλλες σχετικές πηγές (Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, Ιστορία του Όθωνος Βασιλέως της Ελλάδος (1830 – 1862), τ. Α`, εκδότης Αριστείδης Γ. Γαλανός, Αθήνα, 1894), με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου στα τέλη του Ιανουαρίου του 1884 πήραν την ονομασία τους οι οδοί Όθωνος και Βασιλέως Γεωργίου πέριξ της πλατείας Συντάγματος από τα ονόματα του πρώην και του νυν βασιλιά. Ύστερα από πρόταση του δημάρχου Αθηναίων «και προς ανταπόδοσιν φιλοφρονήσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Μασσαλίας» ονομάστηκε οδός Μασσαλίας ο δρόμος που οδηγούσε στη Γαλλική Σχολή.

Ακολούθως, πολλές οδοί πήραν τα ονόματά τους από τους οπλαρχηγούς του ’21 (Κανάρη, Υψηλάντου, Τομπάζη, Ζαΐμη, Μαυροκορδάτου, Τρικούπη, Δεληγιάννη, Πετμεζά, Σαχτούρη, Μαυρομιχάλη), καθώς κι από ονόματα μεγάλων μαχών (Βαλτετσίου, Ερεσού, Χίου, Καματερού, Ναυαρίνου). Την τιμητική της είχε και η «Φιλική Εταιρία» (Σκουφά, Τσακάλωφ, Αναγνωστοπούλου, Κουμπάρη κ.α.), οι ξένοι ναύαρχοι που συμμετείχαν στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (Κοδριγκτώνος, Χάιντεκ,  Δεριγνύ), ξένοι ευεργέτες (Γλάδστωνος, Γκίλφορδ, Ουγώ, Διδότου, Γαμβέττα, Λένορμαν), λογοτέχνες (Κορνάρου, Ζαλοκώστα, Σούτσου, Βαλαωρίτη, Γαλανού, Σουρμελή). Ακόμα χρησιμοποιήθηκαν ιστορικά ονόματα, καθώς κι ονόματα αποθανόντων πρωθυπουργών και ηγετών του έθνους.

Ας δούμε όμως ορισμένες από τις πιο γνωστές οδούς…

Αλεξάνδρας: Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της Πριγκίπισσας Αλεξάνδρας, κόρης του Βασιλέως Γεωργίου Α’ και της Ολγας κι αδελφή του μετέπειτα Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’. Γεννήθηκε ως Πριγκίπισσα της Ελλάδας και Δανίας στην έπαυλη Μον Ρεπό της Κέρκυρας στις 30 Αυγούστου 1870. Παντρεύτηκε στις 5 Ιουνίου 1889 τον Μέγα Δούκα της Ρωσίας Παύλο Αλεξάντροβιτς στην Αγία Πετρούπολη, όπου και εγκαταστάθηκε μετά το γάμο της. Μαζί απέκτησαν τη Δούκισσα Μαρία Πάβλοβνα και τον Πρίγκηπα Ντμίτρι Πάβλοβιτς, ενός εκ των δολοφόνων του μοναχού Γκριγκόρι Ρασπούτιν το 1916. Πέθανε αιφνιδιαστικά 2 χρόνια αργότερα, λίγες μόλις ημέρες μετά τη γέννηση του γιου της (24 Σεπτεμβρίου 1891), σε ηλικία 21 ετών.

Στρέιτ: Ο δρόμος κοντά στην Πλατεία Κοτζιά (σ.σ.: μιας και τον αναφέραμε, χρημάτισε υπουργός και δήμαρχος Αθηναίων) ήταν γιος του γεωμέτρη Γεωργίου Στρέιτ, που ήταν αξιωματικός του στρατού του Βασιλιά Όθωνα. Ο Στέφανος σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία και υπηρέτησε στο δικαστικό κλάδο ως δικαστής-πρωτοδίκης, φτάνοντας στο βαθμό του εφέτη, όμως το 1865 παραιτήθηκε και έως το 1872 δικηγόρησε στην Πάτρα. Πρόκειται για εξόχως σημαντική προσωπικότητα. Εφτασε να είναι διοικητής της Εθνικής Τράπεζας ως τον Δεκέμβρη του 2010. Στις 28 Φεβρουαρίου 1889 εκλέχθηκε υποδιοικητής της Εθνικής και τον ίδιο χρόνο ταξίδεψε στο Βερολίνο για να υπογράψει το προικοσύμφωνο για τους γάμους του διαδόχου Κωνσταντίνου με την Σοφία, την κόρη του αυτοκράτορα Κάιζερ της Γερμανίας. Μαζί με τον Παύλο Καλλιγά, ήταν το 1891 οι εμπνευστές της ιδρύσεως της Εθνικής Ασφαλιστικής, ενώ ανέλαβε και πρώτος Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου. Θεωρήθηκε κατάλληλος για να χειριστεί την υπόθεση του δημοσίου εξωτερικού χρέους και στις 18 Φεβρουαρίου 1897, κατάφερε να έρθει σε συμβιβασμό με τους δανειστές.

Ερμού: Η οδός Ερμού δεν ανήκει στις οδούς που δεν είχαν όνομα, καθώς ήταν μια από τις κεντρικές οδικές αρτηρίες της Αθήνας και είχε πάρει το όνομά της από την εποχή του Οθωνα όπως η Πειραιώς και η Θεμιστοκλέους. Αντλεί την ονομασία του από τον Ερμή, αγγελιαφόρο των Θεών και προστάτη του εμπορίου και αναπτύσσεται παραλλήλως της οδού Ηφαίστου, όπου λειτουργεί το Δημοπρατήριο των Αθηνών.

Καραγιώργη Σερβίας: Ο Τζόρτζε «Καραγιόργεβιτς» Πέτροβιτς, ήταν ο ηγέτης της Πρώτης Σερβικής επανάστασης, ήταν ο πρώτος κληρονομικός ηγέτης, Οσποδάρος, της Σερβίας ιδρυτής της δυναστείας Καραγιώργη. Διαβλέποντας την αποτυχία της επανάστασης διέφυγε στην Αυστροουγγαρία αλλά το 1816 έρχεται σε επαφή με Έλληνες επαναστάτες, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία, κι επιστρέφει στην Σερβία. Ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε με τον Μίλος Ομπρένοβιτς. Είχε συνάψει φιλία με τον Γεωργάκη Ολύμπιο ο οποίος είχε προστρέξει σε βοήθεια του με στρατιωτικό σώμα.

Σταδίου: Η Οδός Σταδίου είναι ιστορικός δρόμος στην 1η δημοτική ενότητα της Πόλης των Αθηνών. Εντάσσεται στο ρυμοτομικό πλέγμα του πολεοδομικού σχεδίου που εφαρμόστηκε βόρεια της παλαιάς πόλης, αναπτυσσόμενη περιμετρικά του ιστορικού κέντρου και παραλλήλως της Ακαδημίας και της Πανεπιστημίου. Η ονομασία του δρόμου προέρχεται από το Παναθηναϊκό Στάδιο στο οποίο οδηγεί πίσω από τα Παλαιά Ανάκτορα και τον Εθνικό Κήπο. Σημείο αφετηρίας είναι η Ομόνοια, ενώ διέρχεται μπροστά από την Παλαιά Βουλή και την Πλατεία Κλαυθμώνος. Για ένα διάστημα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετονομάστηκε σε Ουΐνστον Τσόρτσιλ, προς τιμή του Βρετανού ηγέτη, πριν πάρει και πάλι το αρχικό της όνομα.

Μαρίνου Αντύπα: Ηταν μεγάλος λαϊκός αγωνιστής κι αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή για την αφύπνιση του λαού, και μάλιστα των αγροτικών και εργατικών τάξεων. Δολοφονήθηκε από άνθρωπο των μεγαλοκτηματιών του θεσσαλικού κάμπου (τσιφλικάδων), στις 8 Μαρτίου 1907 στον Πυργετό Λάρισας. Πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1896. Οργάνωσε το συλλαλητήριο της 14ης Σεπτεμβρίου 1897 στην κατηγορώντας τη βασιλική οικογένεια για την έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 που τον οδήγησε στη φυλακή. Εφάρμοσε προοδευτικά μέτρα όπως η εφαρμογή της αργίας της Κυριακής, η αμοιβή των κολίγων με το 75% της παραγωγής (αντί του 25% που ίσχυε ως τότε) και η παραγραφή των χρεών τους. Οι τελευταίες λέξεις του Μαρίνου Αντύπα ήταν: «Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία». Η δολοφονία του προκάλεσε λαϊκές εκδηλώσεις και αντιδράσεις σε όλη την Ελλάδα.

Μιχαήλ Βόδα: Ο Μιχαήλ Σούτσος ή Βόδας ήταν μέγας διερμηνέας της Υψηλής Πύλης και ηγεμόνας της Μολδαβίας την περίοδο 1819 – 1821. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, υποστήριξε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία και μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους διετέλεσε πρέσβης της χώρας στο εξωτερικό. Επί Καποδίστρια διορίστηκε αντιπρόσωπος της Ελλάδας στη Γαλλία, έπειτα από εισήγηση του Εϋνάρδου. Αργότερα ορίστηκε από τον βασιλιά Όθωνα, πρεσβευτής της Ελλάδας στη Γαλλία, τη Ρωσική Αυτοκρατορία, τη Σουηδία και τη Δανία. Το 1839 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και χρημάτισε μέχρι το 1840 μέλος του συμβουλίου της Επικρατείας ενώ αποτέλεσε έναν από τους πρώτους οικιστές της παλιάς αθηναϊκής συνοικίας Βάθης ή Βάθειας. Απεβίωσε στις 12 Ιουνίου του 1864 στην Αθήνα.

Λένορμαν: Η οδός Λένορμαν ένας από τους μεγαλύτερους δρόμους της Αθήνας. Αρχίζει από το Μεταξουργείο, περνάει από τον Κολωνό και καταλήγει στην Κολοκυνθού. Πήρε το όνομά της από το Γάλλο φιλέλληνα αρχαιολόγο Φρανσουά Λενορμάν, ο οποίος το 1860 πήρε μέρος στις ανασκαφές της Ελευσίνας και η προτομή του βρίσκεται μπροστά από την είσοδο του Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου στον Κολωνό. Μολονότι ο Γάλλος φιλέλληνας από τον οποίο πήρε το όνομά της η οδός, λεγόταν Φρανσουά Λενορμάν, το όνομα που επικράτησε για την οδό είναι Λένορμαν. Το 1927, η Λένορμαν ονομαζόταν οδός Κηφισού και παλαιότερα Κολοκυνθούς.

Λουίζης Ριανκούρ: Η Λουίζα Ριανκούρ ήταν Γαλλίδα θαυμάστρια της Ελλάδας με έντονα φιλελληνικά αισθήματα. Ήλθε στην Ελλάδα σε νεαρή ηλικία, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς της και συνδέθηκε με τις σημαντικότερες οικογένειες της αθηναϊκής κοινωνίας. Αργότερα επέστρεψε στη Γαλλία όπου και παντρεύτηκε τον κόμη Ριανκούρ, χωρίς να σταματήσει να υποστηρίζει τα ελληνικά εθνικά δίκαια με δημοσιεύματα και πλήθος εκδηλώσεων. Πέθανε σε βαθύ γήρας στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου του 1941. Ο Δήμος Αθηναίων, τιμώντας την, έδωσε το όνομά της σε αθηναϊκή οδό στους Αμπελόκηπους.

Σοφίας Σλήμαν: Η Εγκαστρωμένου ήταν η κόρη ενός πλούσιου επιχειρηματία και η ανιψιά του Επισκόπου Θεοκλήτου Βίμπος, που της έκανε συνοικέσιο με τον Ερρίκο Σλήμαν. Ο γνωστός αρχαιολόγος είχε πει στον Βίμπο «Ζητείται Ελληνίς» αυτός του έστειλε τρεις φωτογραφίες κι ο Σλήμαν θαμπώθηκε από την ομορφιά της 17χρονης Σοφίας. Εδωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας της και συγκέντρωσε επίσης πολλά χρήματα από εράνους για να φτιαχτεί το Νοσοκομείο Σωτηρία, στο οποίο όμως δεν ήθελε να δοθεί το όνομά της.

Πέτρου Ράλλη: Ο Πέτρος Ράλλης ήταν Ελληνας πολιτικός, ο οποίος χρημάτισε υπουργός σε αρκετές κυβερνήσεις (επί Τσαλδάρη, Γ. Παπανδρέου και Πλαστήρα) τις δεκαετίες του 1930 και του 1940. Στις εκλογές είχε τεθεί με την αντιβενιζελική παράταξη. Πέθανε τον Αύγουστο του 1945 και κηδεύτηκε στις 20 Αυγούστου.

Ηλία Ηλιού: Ο Ηλίας Ηλιού του Φιλίππου ήταν Ελληνας βουλευτής, δικηγόρος, συγγραφέας και πρόεδρος του κόμματος Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (Ε.Δ.Α.). Προσχώρησε στο ΕΑΜ κατά την Κατοχή, και έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1945 Ως νομικός με σπάνια γενική παιδεία και ως μετριοπαθής πολιτικός έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από όλες τις πολιτικές πτέρυγες της Βουλής. Προφητική υπήρξε η καταγγελία του από το βήμα της Βουλής κατά της επερχόμενης τότε «χούντας των στρατοκρατών» και συγκεκριμένα κατά του αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλου στις 23 Ιουλίου 1965, που δυστυχώς όλοι τότε έδειξαν ότι κώφευαν. Ακόμα και η στρατιωτική δικαιοσύνη. Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 1985 από επιπλοκές διαβήτη. Προς τιμήν του, έναν χρόνο αργότερα, δόθηκε το όνομά του σε νεοδιανοιγείσα τότε κεντρική λεωφόρο του Δήμου Αθηναίων στη συνοικία Νέου Κόσμου.

Φωκίωνος Νέγρη: Ο Φωκίων Νέγρης ήταν Έλληνας Κωνσταντινουπολίτης μεταλλειολόγος, γεωλόγος, πολιτικός και πρώτος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Υπήρξε διακεκριμένος μεταλλειολόγος της εποχής, που διετέλεσε διευθυντής της Εταιρείας των Μεταλλουργείων του Λαυρίου και εν συνεχεία δήμαρχος της πόλης του Λαυρίου (1895 – 1898), καθώς και επιτυχημένος πολιτικός με πολυετή σταδιοδρομία. Ως υπουργός Οικονομικών εισήγαγε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση. Η οδός Φωκίωνος Νέγρη διαμορφώθηκε στη δεκαετία του 1930 πάνω στα ίχνη ενός παλαιού ρέματος, που άρχιζε από τα Τουρκοβούνια. Είναι ονομαστός πεζόδρομος της Αθήνας στην Κυψέλη, που αρχίζει από την Πλατεία Κυψέλης και τερματίζει στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου.

Σίνα: Ο Γεώργιος Σίνας ήταν επιχειρηματίας, τραπεζίτης και εθνικός ευεργέτης. Ο γιος του Σίμων Σίνα γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1783 στη Νύσσα όπου είχε βρει καταφύγιο ο πατέρας του. Ορφανός από μητέρα, μεγαλωμένος φτωχικά στη κουνιάδα του πατέρα του, όταν έγινε οχτώ χρονών αποδήμησε στη Βιέννη. Μετά το θάνατο του πατρός του, ο Γεώργιος Σίνας ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχειρηματική κληρονομιά. Ανέλαβε την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου, γι’ αυτό και θεωρείται πατέρας των σιδηροδρόμων της Βαλκανικής. Επίσης ως εφοπλιστής αναβάθμισε σημαντικά την ατμοπλοΐα στον ποταμό Δούναβη. Αργότερα ως τραπεζίτης έγινε πιστωτής όχι μόνο μεγάλων επιχειρήσεων αλλά και δανειστής κυβερνήσεων και αυτοκρατοριών. Λόγω της τραπεζικής του οξυδέρκειας χαρακτηρίστηκε ως η «Πυθία του Χρηματιστηρίου της Βιέννης». Το αντίπαλο δέος των τραπεζικών του επιχειρήσεων ήταν η οικογένεια Ρότσιλντ. Ο Γεώργιος Σίνας συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους ευεργέτες της πατρίδας μας. Δώρισε μεγάλη ποσότητα χρυσού στη νεοϊδρυθείσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, προσέφερε αστρονομικά ποσά για τη στήριξη φιλανθρωπικών και πνευματικών ιδρυμάτων όπως το Αρσάκειο, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Οφθαλμιατρείο και την Αρχαιολογική Εταιρία. Υπήρξε ιδρυτής και χρηματοδότης του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Προς τιμήν της συνεισφοράς του στο πεδίο της αστρονομίας, η επιστημονική κοινότητα δώρισε το οικογενειακό του όνομα στον κρατήρα «Σίνα» του φεγγαριού. Απεβίωσε στις 18 Μαΐου του 1856 και ετάφη στην ορθόδοξη εκκλησία Rappolten Kirchen που είχε οικοδομήσει σε ένα από τα κτήματά του. Η είδηση του θανάτου του προξένησε συναισθήματα λύπης σε όλον τον κόσμο της Ευρώπης.

Κατεχάκη: Ο Γεώργιος Κατεχάκης ήταν βενιζελικός στρατιωτικός και πολιτικός του 20ού αιώνα, βουλευτής, τρεις φορές Υπουργός Στρατιωτικών (1924, 1930-1932, 1933), Γενικός Διοικητής Θράκης και Γενικός Διοικητής Κρήτης. Πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα τα έτη 1904 και 1905. Ο Κατεχάκης σημείωσε εντυπωσιακές επιτυχίες ενάντια στους Βουλγάρους, με αποκορύφωμα την περίφημη ενέδρα στο Σκλήθρο. O Γεώργιος Κατεχάκης έφθασε στον βαθμό του Στρατηγού σε ηλικία 39 (τριάντα εννέα) ετών, ο νεότερος στρατηγός από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Πέθανε στις 22 Απριλίου 1939.

Μιχαλακοπούλου: Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος ήταν στενός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, γεννημένος στην Πάτρα το 1875. Το 1924 ίδρυσε το Κόμμα των Συντηρητικών Φιλελευθέρων και στις 7 Οκτωβρίου 1924 σχημάτισε κυβέρνηση μαζί με το κόμμα του Γεώργιου Κονδύλη η οποία ανετράπη στις 26 Ιουνίου 1925 από τη δικτατορία Παγκάλου. Επανήλθε το 1926 ως υπουργός εξωτερικών με την Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη και το 1928 ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Έγινε ξανά υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1929, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Κοινωνία των Εθνών και έλαβε μέρος σε πολλές διασκέψεις. Συμμετείχε μαζί με τον Βενιζέλο στις διαπραγματεύσεις για την Συνθήκη της Λωζάνης και συνυπέγραψε το Σύμφωνο Ειρήνης και Φιλίας Ελλάδος Τουρκίας στην Άγκυρα το 1930. Εξορίστηκε από την δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά στην Πάρο όπου αρρώστησε και πέθανε στην Αθήνα στον Ευαγγελισμό στις 7 Μαρτίου 1938.

Συγγρού: Ο Ανδρέας Συγγρός ήταν Έλληνας τραπεζίτης από την Πόλη, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πραγματοποίησε σημαντικές δωρεές σε ευαγή ιδρύματα, ενώ με τη διαθήκη του κληροδότησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο ελληνικό κράτος για την κατασκευή νοσοκομείων (Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός») και σχολείων και σε εθνικά ιδρύματα. O Συγγρός έχει χαρακτηριστεί από τους ιστορικούς ως ο πιο ισχυρός άνδρας της εποχής του μετά το Βασιλιά Γεώργιο Α΄ με αμφισβητούμενο ρόλο και αδιαμφισβήτητο φιλανθρωπικό έργο. Η σύλληψη της ιδέας κατασκευής του σύγχρονου δρόμου που ένωνε την Αθήνα με το λιμάνι του Φαλήρου έλαβε χώρα κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, περίοδο εκσυγχρονισμού και μεγάλων δημοσίων έργων, επί πρωθυπουργίας του Xαριλάου Τρικούπη (1881-1895). Η κατασκευή της λεωφόρου ξεκίνησε το 1898, βάσει σχεδίων που πραγματοποίησε ένας μηχανικός του στρατού, ο Ιωάννης Γενίσαρλης. Μεγάλο τμήμα του έργου χρηματοδοτήθηκε από κληροδοτήματα του Ανδρέα Συγγρού, του οποίου και το όνομα φέρει.

Η Σπιναλόγκα της Χίου – Πόσοι τη γνωρίζουν;

Περιδιαβαίνεις τα σιωπηλά οικήματα, σκοντάφτεις σε άδεια μπουκάλια από φάρμακα και μπουρδουκλώνεσαι σε γάζες…

Λίγο το αγαπημένο χορικό από την Αντιγόνη (…«συ -έρωτα- και δικαίων αδίκους φρένας παρασπάς επί λώβα…»), λίγο η λέξη «λωβοκομείο» (από το αρχαίο λωβώμαι = υφίσταμαι κακομεταχείριση) λίγο κι αυτή η περίεργη ανθρώπινη… διαστροφή, που θέλει να αναζητεί και να σκαλίζει ό,τι στο παρελθόν προκάλεσε πόνο, το Άσυλο Λεπρών της Χίου, ένα συγκρότημα «αδερφών» κτισμάτων, παρατεταγμένων το ένα πλάι στ΄ άλλο, κάπως σαν βαγόνια «δεμένα» στον ίδιο συρμό, αφημένο στην απόλυτη εγκατάλειψη, στη θέση «Αγία Υπακοή», τρία μόλις χιλιόμετρα ΒΔ της πόλης της Χίου, τράβηξε την προσοχή του δημοσιογράφου. Κι έτσι καθώς φέτος κλείνει 60 χρόνια στη λήθη, καλόν είναι καμιά φορά να γιορτάζει κανείς ακριβώς αυτή την αχρησία…

Περιδιαβαίνεις τα σιωπηλά οικήματα, σκοντάφτεις σε άδεια μπουκάλια από φάρμακα και μπουρδουκλώνεσαι σε γάζες… Σε μια γωνιά το σιδερένιο κεφαλάρι ενός κρεβατιού και παραδίπλα ένα αναποδογυρισμένο δοχείο νυκτός… Σημειωματάρια, παιδικά βιβλία, ρούχα σε αποσύνθεση… Αν δεν ήταν τα «φουσκωμένα» σανίδια στα πατώματα, αν δεν ήταν κι οι πεσμένες στέγες, θα έλεγε κανείς ότι τα κτίρια αυτά εγκαταλείφθηκαν σχετικά πρόσφατα και μάλιστα με βιάση, με πίεση, αιφνίδια. Κι όμως, ο τελευταίος λεπρός, αποθεραπευθείς πια, «κλείδωσε» πίσω του για πάντα την πόρτα του ασύλου το 1957 (μαρτυρίες αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα, το άσυλο «παροπλίσθηκε διά παντός δύο χρόνια αργότερα). Τη χρονιά που χονδρικά έκλεισαν όλα τα λωβοκομεία της χώρας, μετά την ανακάλυψη -από τον Νορβηγό γιατρό Χάνσεν- της Δαψόνης, του φαρμάκου κατά του μυκοβακτήριου της λέπρας.

Η Σπιναλόγκα της Χίου δεν είχε την ίδια… τύχη με εκείνη της Κρήτης. Κι ας χαρακτηρίστηκε το 2011 διατηρητέο μνημείο από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού. Ουδείς την ανακάλυψε, ουδείς προκάλεσε το ενδιαφέρον των ιθυνόντων (η Εκκλησία σήμερα) να τη συντηρήσουν και να την μετατρέψουν σε χώρο προσβάσιμο στους επισκέπτες του νησιού. Στην πραγματικότητα, λίγοι γνωρίζουν ότι η Χίος διέθετε το παλαιότερο και υποδειγματικότερο λεπροκομείο της χώρας. Κάποιοι μάλιστα λένε ότι ήταν και το πρώτο της Ευρώπης. Ιδρύθηκε από τους Γενουάτες το 1378, στην κατάφυτη παραποτάμια κοιλάδα της Καντήλας.

Οι κάτοικοι το αποκαλούσαν «μέσα-κει» (!) σε απόλυτη συνέπεια με την ανθρώπινη υποτέλεια στο μοιραίο, αδυναμία στο κακό, τρόμο στο άγνωστο, που θαρρείς και απομακρύνεται όταν δεν το ονοματίζεις…

Ο γυμνασιάρχης Χίου, ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας αναφέρει στον α΄ τόμο της ιστορίας του ότι η λέπρα μεταδόθηκε στη Χίο και κυρίως στη Βολισσό (στους 150 τροφίμους, που έφτασε στο μέγιστο της φιλοξενίας του για κάμποσα χρόνια το άσυλο, οι 39 προέρχονταν από τη Βολισσό) και τα γύρω χωριά από μετανάστες ή αιχμαλώτους που πάτησαν στο νησί από την Ασία.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν και η μεταδοτικότητα της νόσου «γεννούσε» νέα θύματα, Ασία και Ελλάδα πλημμύριζαν λεπρούς, γεγονός που καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας και άλλων λεπροκομείων, στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου. Παρά την ίδρυση κάποιων ασύλων και καθαρτηρίων σε Μυτιλήνη και αλλού, στο γύρισμα του αιώνα, οι τρόφιμοι επιζητούσαν τη «φιλοξενία» τους σε αυτό της Χίου, που εθεωρείτο καθαρότερο και καλύτερα διοικούμενο. Ουσιαστικά διοικείτο από μία επιτροπή ευπάτριδων Χιωτών, οι οποίοι φρόντιζαν για τη συντήρηση και τροφοδοσία των φιλοξενουμένων. Μόνιμο ιατρικό προσωπικό δεν υπήρχε, καθώς η νόσος εθεωρείτο ανίατη και ως εκ τούτου, οι πάσχοντες δεν είχαν παρά να περιμένουν το … μοιραίο. Γιατρός έσπευδε στο άσυλο μόνον σε περίπτωση που κάποιος από τους λεπρούς ασθενούσε από άλλη νόσο.

Η σφαγή της Χίου από τους Τούρκους (1822-40.000 νεκροί) και ο μεγάλος σεισμός (1881-περί τους 5.000 νεκρούς) έριξε στην αφάνεια το λεπροκομείο (ο σεισμός μάλιστα ισοπέδωσε και κάποια κτίσματά του) και συρρίκνωσε τις, έτσι κι αλλιώς, ισχνές προσφορές που απολάμβανε τότε. Ένα ολόκληρο νησί θα θρηνούσε για μια ζωή τους νεκρούς του. Η φροντίδα «καταδικασμένων» ανθρώπων ήταν πολυτέλεια…

Ώσπου το 1909 αποφασίστηκε η ανακαίνιση και επέκταση του λωβοκομείου. Οι Χιώτες του Λονδίνου, μεγάλοι ευεργέτες, κλήθηκαν γι άλλη μια φορά να βάλουν το χέρι στην τσέπη και ανταποκρίθηκαν αφειδώς. Οι οικογένειες Ράλλη, Αργέντη, Καλβοκορέση, Ροδοκανάκη, Πετροκόκκινου, Τοσίτσα, Μαυρογορδάτου, Μιχαληνού, Σκυλίτση, Ζαρίφη και Σκαραμαγκά απέστειλαν το ποσό που απαιτείτο για την ανανέωση του ασύλου, όσο και νέες κλίνες, στρώματα και κλινοσκεπάσματα. Ο δε μηχανικός Ιωάννης Μπερικέτης ανέλαβε αφιλοκερδώς το σχέδιο της ανακαίνισης και τη στενή επίβλεψη του έργου, που ολοκληρώθηκε δύο χρόνια μετά. Πρώτη τοποθετήθηκε η σιδερένια καγκελόπορτα της πύλης: «ΑΣΥΛΟΝ ΛΕΠΡΩΝ – 1909».

Το 1911 βρήκε το λωβοκομείο του νησιού με δύο νέους κοιτώνες, οι οποίοι αργότερα έγιναν 20 και πιο μετά 30, 18 ανδρικοί και 12 γυναικείοι. Σε εφαρμογή της τελευταίας λέξης των οικιστικών κανόνων, τα νέα κτίσματα ήταν αντισεισμικά, εφοδιασμένα με σωλήνες νερού και αφοδευτήρια που συνδέονταν απευθείας με βόθρο. Κάθε κοιτώνας αποτελείτο από δύο δωμάτια, δυνατότητας φιλοξενίας δύο ατόμων το καθένα.

Αξιοποιώντας το εύφορο έδαφος της περιοχής οι τρόφιμοι του ασύλου ασχολούνταν κυρίως με την καλλιέργεια λουλουδιών, τα οποία προωθούσαν στην εγχώρια αγορά έναντι αντιτίμου που ενίσχυε το ταμείο του ασύλου. Χρονικογράφοι της εποχής κάνουν λόγο για το «ευρωστότερο οικονομικά ίδρυμα Χανσενικών», καθώς -όπως χαρακτηριστικά δημοσιεύουν κατόπιν τα ΧΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ «δεν ήσαν μόνον οι μεγάλοι Χιώται οι οποίοι περιέβαλον το φιλανθρωπικόν τούτο ίδρυμα με ιδιαιτέραν συμπάθειαν και στοργήν αλλά και ο λαός της Χίου μιμούμενος τους άρχοντάς του, τους αριστοκράτας της πατρίδος του, δεν έπαυε να προσφέρει υπέρ των λεπρών. Σπανίως συνεττάτετο διαθήκη Χίου χωρίς να κληροδοτή ο διαθέτης και εις το Νοσοκομείον των λωβών μικρόν ή μέγα ποσόν ανάλογον προς την οικονομικήν του κατάστασιν. Μάρτυρες τούτων είναι οι κώδικες των μοναστηρίων της πόλεως Χίου και των χωρίων»… Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (βιβλίο απολογισμών – ισολογισμών 1912/1930 λεπροκομείου Χίου) το άσυλο έφτασε να έχει στην κατοχή του -από κληροδοτήματα- 20 ακίνητα (οικήματα και οικόπεδα) σε Κάμπο, Λιβάδεια και Κοφινά, στην πόλη της Χίου και στην περιοχή, όπου στεγαζόταν. Η αξία της ακίνητης αυτής περιουσίας αντιστοιχούσε σε 28,6% επί του συνολικού κεφαλαίου της περιουσίας του.

Οι δεκαετίες περνούν, οι τρόφιμοι της Αγίας Υπακοής εξαντλούν τον μετρημένο χρόνο τους, καλλιεργώντας λουλουδάκια στη οργιώδη φύση της Χίου κι έρχεται πια η Κατοχή. Οι Γερμανοί εισβάλλουν στο λωβοκομείο και κατασφάζουν όποιον πέφτει στο διάβα τους. Μόνον επτά ψυχές προλαβαίνουν να κρυφτούν. Γιατί δεν θέλησαν ν΄ αλλάξουν τον ρου της μοίρας τους. Γλύτωσαν από τα γερμανικά πολυβόλα για να … φύγουν λίγο καιρό μετά, από την αρρώστια τους…

Για να περάσουν στην ιστορία τα κτίρια, πρέπει να τα ζήσεις, να κυοφορήσεις και να γεννήσεις αναμνήσεις σ΄ αυτά, λέει ο διάσημος Ιταλός αρχιτέκτονας Ρέντσο Πιάνο. Οι τοίχοι καταγράφουν τις ανάσες, «ηχογραφούν» τα βογκητά του πόνου, «φωτογραφίζουν» τη θλίψη. Κι αν οι άνθρωποι αρέσκονται να ξορκίζουν το κακό «κλειδώνοντας πόρτες και παράθυρα» στο ζοφερό παρελθόν, είναι αυτό το «α» το στερητικό της λήθης (που λέει κι ο ποιητής) σ΄ αυτούς τους τοίχους γραμμένο και γεννάει την αλήθεια, που είναι η ανάμνηση, που είναι κι η ιστορία… Όσο αυτά τα κτίρια υπάρχουν -ακόμα κι αν ρημάζουν στον χρόνο- ουδείς θα μπορέσει να ξεχάσει. Η δε μνήμη, ένα φυτίλι θέλει να πυροδοτηθεί… Γιατί η λέπρα υπάρχει και σήμερα. Ευτυχώς, όχι πια ως απειλή. Κάποτε όμως ΚΑΙ στην Ελλάδα «κατάπιε» εκατόμβες ανθρώπων και προηγουμένως κατέστρεψε αξιοπρεπείς και γαλήνιους βίους… Βλέπεις, η άγνοια γεννά φόβο, απαξία, διωγμό. Ο λεπρός ήταν κυνηγημένος -γιατί η λέπρα εθεωρείτο απολύτως μεταδοτική- φορούσε λευκά ενδύματα με κουδούνια για να γίνεται εγκαίρως αντιληπτός από τους υγιείς και ζούσε απομονωμένος στα βουνά. Μεσαίωνας! Και σήμερα, έτσι σαν από εκδίκηση, οι άνθρωποι καταδικάζουν το λωβοκομείο, που τόσο πόνο έκρυψε μέσα του, στη δική του λέπρα. Στη δική του εγκατάλειψη…

http://www.thetoc.gr

Η οργάνωση και λειτουργία της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθηνών στα παλιά χρόνια

Το πίσω μέρος του σπιτιού που γεννήθηκα, έβλεπε στη Μουρούζη. Και Μουρούζη τότε σήμαινε Πυροσβεστική. Για αμέτρητες ώρες, μαζί με τα άλλα πιτσιρίκια της γειτονιάς, χαζεύαμε το ανεβοκατέβασμα των πυροσβεστών στον «Πύργο» και όλα τα άλλα που θα διαβάσετε στο σχετικό αφιέρωμα…

«Όσοι παρέτυχαν εις την προχθεσινήν πυρκαϊάν της Οδού Πατησίων δεν είνε δυνατόν ή να παρηκολούθησαν με αρκετήν έκπληξιν την εργασίαν των υπερπεντήκοντα πυροσβεστών. Όλοι εκινούντο με ρυθμόν και τάξιν αφάνταστον, ενόμιζε δε κανείς ότι έβλεπε καμμίαν επίδειξιν τεχνικής ικανότητος μιας ξένης πυροσβεστικής υπηρεσίας εις κινηματογραφικήν ταινίαν.

Διότι όλοι θα ενθυμούνται εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο η πυροσβεστική υπηρεσία μόλις προ τετραετίας ακόμη. Απηρτίζετο κυρίως από κληρωτούς στρατιώτας, οι οποίοι, όπως ήτο φυσικόν, δεν έδειχναν τον ζήλον και την αυτοθυσίαν που απαιτεί το επικίνδυνον αυτό επάγγελμα.

Εις επίμετρον έλειπαν τα αναγκαία τεχνικά μέσα εις τόσον αποκαρδιωτικόν βαθμόν, ώστε εις πολλάς πυρκαϊάς αι αντλίαι δεν έκαμαν τίποτε άλλο ή να καταβρέχουν τους δρόμους ή και ακόμη τα κτίρια που δεν είχαν έλθει εις επαφήν με τας φλόγας.

Και το σπουδαιότερον δεν υφίστατο η τεχνική εκπαίδευσις των ανδρών οι οποίοι αν ήθελαν έσβηναν την πυρκαϊάν ειδ’ άλλως ολόκληρα τετράγωνα εγίνοντο παρανάλωμα του πυρός.

Μετά την επί έτη ολόκληρα διαπίστωσιν της θλιβεράς και επικινδύνου αυτής καταστάσεως το Κράτος απεφάσισε να κινηθή αποτελεσματικώτερα. Μετεκάλεσε λοιπόν τον σοφόν επιστήμονα και πρώην αρχηγόν της πυροσβεστικής της τσαρικής Ρωσίας κ. Κοκκινάκην εις τον οποίον ανέθεσε την διοργάνωσιν του Σώματος από του 1920 περίπου.

Ο κ. Κοκκινάκης αφού περιώδευσε προς τούτο τας πρωτευούσας των Ευρωπαϊκών Κρατών και εξήτασε τας πυροσβεστικάς των υπηρεσίας επανήλθεν ενταύθα και επεδόθη εις το διοργανωτικόν του έργον. Εχρειάσθη δε πολύς κόπος δια να διορθωθή η εκεί επικρατούσα ανώμαλος κατάστασις και να τεθούν αι βάσεις της μορφώσεως του προσωπικού.

Ιδρύθησαν δύο ακόμη «έξοδοι», ηγοράσθησαν νέα βυτιοφόρα αυτοκίνητα και αντλίαι, αντεκατεστάθησαν οι περίφημαι διάτρητοι σωλήνες «εξακοντίσεως» του ύδατος και τέλος εκτίσθη ένας εξαώροφος πύργος εντός του επί της οδού Μουρούζη περιβόλου της πυροσβεστικής υπηρεσίας, δια την εκγύμνασιν των ανδρών.

Το εφαρμοσθέν νέον σύστημα λειτουργίας της υπηρεσίας αυτής είνε πράγματι πολύπλοκον και εξαιρετικώς ενδιαφέρον από της στιγμής που θα ειδοποιηθή η υπηρεσία ότι εξερράγη πυρκαϊά.

-Τρέξτε! Καιγόμαστε! Φωτιά!

Ο τηλεφωνητής που θα λάβη την είδησιν αυτήν θα σπεύση αμέσως να ενώση τους ηλεκτρικούς κώδωνας που υπάρχουν εις τον θάλαμον των ανδρών δίδων ούτω το σύνθημα του συναγερμού. Οι άνδρες, οι οποίοι σημειωτέον κοιμούνται την νύκτα με την στολήν της υπηρεσίας δεν έχουν να κάμουν τίποτε άλλο ή να κατέλθουν από τας ειδικάς ξυλίνας δοκούς εκεί ακριβώς όπου ευρίσκονται αι αντλίαι και τα βυτία.

Ταυτοχρόνως ο τηλεφωνητής παραδίδει εις τους οδηγούς των αυτοκινήτων σημειώματα με την διεύθυνσιν του καιομένου κτιρίου μετά δε την προεργασίαν αυτήν που δεν απαιτεί παρά μόνον τρία λεπτά, πορεία δια την μάχην. Διότι τα φιλότιμα παιδιά που αποτελούν το προσωπικόν της υπηρεσίας αποτελούν μοναδικόν φαινόμενον αυτοθυσίας και ευσυνειδησίας.

Όταν πλέον αι αντλίαι της «πρώτης εξόδου» φθάσουν εις τον τόπον της πυρκαϊάς δύο ειδικοί τεχνίται με λοστούς θα πηδήσουν από τα αυτοκίνητα με γοργότητα δια να θραύσουν την εξώθυραν του καιομένου καταστήματος. Εκ παραλλήλου δύο πυροσβέσται πλησιάζουν με τον υδροσωλήνα εξακοντίσεως χωρίς όμως να ρίψουν αμέσως νερό. Πρέπει υποχρεωτικώς να εξακριβώση ειδικός πυροσβέστης την εστίαν του πυρός και κατόπιν να αρχίση η κατάσβεσις. Τούτο δε είνε το μόνον μέσον να αποφεύγονται αι ζημίαι εκ του ύδατος. Πράγμα που εις την παλαιοτέραν εποχήν απετέλει την μοναδικήν «υπηρεσίαν» των πυροσβεστών.

Αυτή λοιπόν είνε η κατεύθυνσις που ακολουθούν οι πυροσβέσται εις μίαν πυρκαϊάν. Πολλάκις όμως χρησιμοποιούνται ειδικές αντιασφυξιογόνες μάσκες δια να υποβοηθείται ούτω η ακριβής ανακάλυψις της εστίας του πυρός. Επιπροσθέτως εις περίπτωσιν που θα κινδυνεύουν οι ένοικοι καιομένων πολυκατοικιών, χρησιμοποιούνται επίσης σκάλες με αρπάγας δια των οποίων ημπορεί να ανέλθη ο πυροσβέστης εις τον πέμπτον όροφον εντός δύο λεπτών το πολύ.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον επιτυγχάνεται η διάσωσις ανθρώπων που κινδυνεύουν να εύρουν φρικτόν θάνατον ανάμεσα εις τας φλόγας. Επειδή μάλιστα δεν είνε και τόσον εύκολος η διάσωσις γυναικοπαίδων ιδίως, που αδυνατούν να κατέλθουν από τας αποτόμους αυτάς βαθμίδας, παρηγγέλθησαν εις το εξωτερικόν ειδικοί «σωσίβιοι σωλήνες». Οι «σωλήνες» αυτοί είνε κατασκευασμένοι από καραβόπανο έχουν δε τόσον άνοιγμα όσον δια να χωρέση ένας άνθρωπος που θα κατρακυλήση έτσι ακίνδυνα εις το έδαφος.

Χρησιμοποιούνται επίσης και ειδικές τέντες εντός των οποίων πηδούν οι κινδυνεύοντες πυροσβέσται όχι όμως εξ ύψους μεγαλυτέρου των 8-10 μέτρων. Εχει επίσης κατασκευασθή μία υπόγειος στοά, κάτω από τον περίβολον των κτιρίων της υπηρεσίας εις την οποίαν οι πυροσβέσται ασκούνται καθημερινώς. Κυρίως η άσκησίς των γίνεται δια να συνηθίσουν εις τον καπνόν που καθιστά την ατμόσφαιραν πράγματι πνιγηράν. Αλλά και ο παμμέγιστος πύργος που έχει ανεγερθή εκεί αποτελεί τον καλύτερον τρόπον εκγυμνάσεως του πυροσβέστου δια τας αναρριχήσεις.

Έτσι εμφανίζεται η οργάνωσις του πυροσβεστικού σώματος, του οποίου αι σημειωθείσαι πρόοδοι διαπιστούνται από το γεγονός ότι σπανίως επεξετάθη πυκαϊά εντός της πρωτευούσης κατά τρόπον καταστρεπτικόν. Και από της απόψεως αυτής το Κράτος οφείλει να ενισχύση περισσότερον την υπηρεσίαν αυτήν δια να ημπορέσουν ούτω όχι μόνον αι Αθήναι αλλά και αι μεγάλαι επαρχιακαί πόλεις να μη κινδυνεύουν να μεταβληθούν εις σωρόν ερειπίων.

Με βάσιν την ήδη υπάρχουσαν δύναμιν εκ τετρακοσίων ανδρών, ας εκγυμνασθούν και νέοι πυροσβέσται δια να επαρκέσουν πλήρως εις τας ανάγκας των δέκα πόλεων εις τας οποίας πρόκειται να επεκταθή η δικαιοδοσία του πυροσβεστικού σώματος».

«Η Ελληνική», 1932, ΠΑΠ.
http://paliaathina.com

Τα μπουλούκια πίσω στα χρόνια τα παλιά

Από την εποχή που ο Θέσπις ταξίδευε με τον αραμπά του μεταφέροντας τις παραστάσεις από τόπο σε τόπο, στην κλασική Ελλάδα, όπως και ο Αθηναίος ηθοποιός Νικήρατος (5ος αιώνας π.χ.), σ αυτόν τον τόπο του πνεύματος και του φωτός δεν σταματήσανε τα θεατρικά δρώμενα μέχρι και σήμερα. Έντεκα χιλ. πεντακόσια θέατρα λειτουργούσαν την εποχή εκείνη στον ελληνικό χώρο και αποτελούν βαριά κληρονομιά για μας σήμερα.

Το ελληνικό μπουλούκι είναι μέρος της θεατρικής μας ιστορίας είναι απόγονος του περιπλανώμενου διονυσιακού θιάσου, του αοιδού και του ραψωδού, των θιάσων της κομέντια ντελ άρτε. Το 19ο αιώνα γνωρίζουν μεγάλη άνθηση τα «θεατρικά μπουλούκια», όπως έχει καθιερωθεί να λέγονται οι περιφερόμενοι θίασοι, που φτάνει η δράση τους μέχρι και τη δεκαετία του 1950, όπου αργότερα, έχουμε τη σύγχρονη συνέχεια του πετυχημένου θεσμού των ΔΗΠΕΘΕ( δημοτικά περιφερειακά θέατρα) μέχρι και της ημέρες μας. Πράγματι ο δρόμος των μπουλουκιών έρχεται από πολύ μακριά.

Μια από της ηθοποιούς που συμμετείχαν στα μπουλούκια η Στέλλα 1924

Τα μπουλούκια ταξίδευαν πάντα με τρένα, μουλάρια, σε καρότσες φορτηγών, ή με εισιτήριο τρίτης θέσης, έμεναν όπου μπορούσαν – συχνά κάτω από άθλιες συνθήκες. Ήταν οικογένειες θεατρίνων πολλές φορές και δύο γενιών πού γύριζαν σε όλη την Ελλάδα σε χωριά και κωμοπόλεις δίνοντας παραστάσεις σε καφενεία, σχολεία πλατείες και αλώνια. Δημιουργώντας αυτοσχέδιες σκηνές από τα ίδια τα τραπέζια του καφενείου και φωτισμό με λάμπες λουξ.

Σε μικρά χωριά αντί για εισιτήριο ο κόσμος τους πήγαινε καμιά κότα, αβγά, ζυμωτό ψωμί, χόρτα, και ότι άλλο αγαθό είχε ο καθένας. ( θεατρικές εξορμήσεις στην περιοχή του Βόλου από την εφημερίδα ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, 9 Μαρτίου 1883 : «Εν Βόλω δίδει παραστάσεις θίασος υπό τον κ. Ανδρονόπουλον όστις ήρχισε δια του Οθέλλου. Ως θέατρον διεσκευάσθη προσηκόντως του καφενείου Ζαλούχου» ).

«Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», Η «Γκόλφω», «Η ωραία του πέραν», «Ο κουρσάρος», «Εσμέ η Τουρκοπούλα» «Μαρία Πενταγιώτισα» ήταν μερικά μόνο από τα έργα που περιλαμβάνονταν στο ρεπερτόριο των μπουλουκιών. Επίσης συμπεριελάμβαναν και κάποιες «νούτικες κωμωδίες» (από το νου).

Οι κωμωδίες αυτές δεν είχαν καθόλου κείμενο και οι ηθοποιοί αναγκάζονταν να αυτοσχεδιάζουν από μνήμης και να προσαρμόζουν κατά περίσταση και κατά περιοχή , αυτό ήταν και το μεγάλο σχολείο για όλο το θίασο. Όσο μεγαλύτερο ρεπερτόριο είχε ο θίασος, τόσο περισσότερο μπορούσε να μείνει σε ένα μέρος αλλάζοντας έργο κάθε βράδυ.

Η προκατάληψη ήταν αρνητική από της τοπικές κοινωνίες της εποχής, Παρόλο που φρόντιζαν οι θιασάρχες τα σχήματα να είναι οικογενειακά και τα υπόλοιπα μέλη να είναι όσο το δυνατόν ζευγάρια για να μην προκαλούν, ωστόσο η προκατάληψη για τους θεατρίνους ήταν βαθιά ριζωμένη. Η εκκλησία δεν μπορούσε να δεχτεί το σινάφι των «αμαρτωλών» και «ακαθάρτων», που άνδρες και γυναίκες συμβιώνουν, κοιμούνται στα ξενοδοχεία, γδύνονται και ντύνονται για να βγούνε στη σκηνή, καμώνονται πώς ερωτεύονται, πως τάχα πεθαίνουν και « όλα αυτά τα υποκριτικά και ψεύτικα».

Το καφενείο του Νίκου Σακούλη στον Αι Γιώργη, από αριστερά τέταρτος ο γιος του Γιάννης 1929.

Τα μπουλούκια αποτελέσανε μικρό πανεπιστήμιο θεατρικής παιδείας των ανθρώπων τις υπαίθρου αλλά και των ίδιων των καλλιτεχνών που συμμετείχαν σ αυτά. Περάσανε από τα μπουλούκια μεγάλα ονόματα που γίνανε μετέπειτα γνωστοί πρωταγωνιστές όπως η Σπεράντζα Βρανά, η Καλή Καλό, ο Κώστας και Γιώργος Γακίδης, , ο Στέφανος και η Αλέκα Στρατηγού καθώς και οι οικογένειες Στέφανου και Κατίνας Καλουτά με τις γνωστές κόρες Άννα και Μαρία, τα γνωστά τότε «Καλουτάκια», την οικογένεια Κοτοπούλη όπου έπαιξε σε ηλικία 12 χρονών στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας»- η κατόπιν μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη-, η οικ. Νέζερ, η οικ. Πρεβελέγγιου και πολύ άλλοι.

Το τσαντίρι του Παπαδόπουλου σε έργο αραβικης υπόθεσης. Αριστερά η Μαρία Παπαδοπούλου – Θηβαίου Αρχείο Γ Χατζηδάκη.

Και για να έρθουμε και στα δικά μας, ο τότε Άι-Γιώργης ο Μεγάλος, κεφαλοχώρι και πλουσιότερο χωριό του Πηλίου έπαιξε σημαντικό ρόλο στα θεατρικά πράγματα. Από της αρχές του 20ου αιώνα γνωρίζουμε για τη φιλοξενία μπουλουκιών στο χωριό.

Η Βρανά στα 18 της, περιζήτητη τότε στα μπουλούκια, όχι μόνο για το μπρίο και την ομορφιά της, αλλά και για το ταλέντο της.

Στη θέση της πλατείας που είναι το άγαλμα του Νικόλα σήμερα, ήταν ένα μεγάλο καφενείο που καταστράφηκε (το έκαψαν οι Γερμανοί στην Κατοχή στον Β! παγκόσμιο πόλεμο). Εκεί λειτουργούσε το καφενείο του Νίκου Σακούλι (παππού του γράφοντος), σ’ αυτό το χώρο παίζονταν οι θεατρικές παραστάσεις. Και στην Αγία τριάδα (οικισμό του Αγίου Γεωργίου) στο Μοναστηριακό μαγαζί το χειμώνα. Από αυτές τις φιλοξενίες υπάρχουν φωτογραφίες καθώς και αφηγήσεις από ηλικιωμένους σήμερα Α’ι’γιωργίτες που έχουν ζήσει αυτές της ιστορίες και ακόμα θυμούνται της σάτιρες που λεγόντανε τότε «Η Σουλτάνα και η Σταυρούλα μας άδειάσαν τη σακούλα». Δηλαδή ξοδεύονταν αρκετά πηγαίνοντας καθημερινά στο θέατρο για να βλέπουν της παραστάσεις με τις καλλίγραμμες πρωταγωνίστριες, καθώς ο θίασος έμενε για αρκετό καιρό στο χωριό.

Από τα καφενεία, το μοναστηριακό στην Αγία-Τριάδα, το «κουλοχεραίικο» στην Άνω Γατζέα, και του Σακούλι στον Α΄ι Γιώργη, περάσανε τα ποιο γνωστά μπουλούκια της εποχής, του Παπά, του Αρμάου, του Κυπαρίσιου, του Τσάκωνα, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και κοσμοσυρροή, όπως γράφει και ο Κώστας Λιάπης στο βιβλίο του «Ο μεγάλος Α’ι’-Γιώργης του Πηλίου»

To μπουλούκι Aσλανίδη: «Eίμαι ένας δραπέτης», σε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη. Eπί σκηνής η Δάνου και ο Σαλαχάς.
Αφίσα απο παράσταση του Θίασου Γακίδη

Και τα πράγματα δεν ήταν πάντα και τόσο πολιτισμένα ώστε οι θεατές να παρακολουθούν με σεβασμό το έργο που παίζονταν. Είχαν γίνει και επεισόδια, όπως σε μια παράσταση που ένας α’ι’γιωργίτης της εποχής ο Σκούρτας παρενοχλούσε την ηθοποιό κατά τη διάρκεια της παράστασης και μάλλον θα έγινε πολύ φορτικός ώσπου ο ηθοποιός τράβηξε το σπαθί του ρόλου εναντίον του, και ο θεατής το έπιασε με τα χέρια του για να αμυνθεί, με αποτέλεσμα νε κόψει της παλάμες του.

Γνωρίζουμε επίσης πώς στη κατοχή σε εκείνα τα κρίσιμα χρόνια, όταν παρέλυσαν οι πόλεις και μάζευαν κάθε πρωί με τα κάρα τους νεκρούς από την πείνα στους δρόμους του Βόλου και τον άλλων πόλεων, στον Αι-Γιώργη δεν έλειψαν τουλάχιστον τα βασικά αγαθά, δεν πείνασε! Είχε κυρίως το λάδι σε αφθονία, χρήσιμο για την επιβίωση, αλλά και ανταλλάξιμο αγαθό για της υπόλοιπες ανάγκες διατροφής. Τα μπουλούκια είχαν βρει την περίοδο εκείνη καταφύγιο στον Αι Γιώργη, και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό ώστε είχαν τουλάχιστον διασφαλισμένο το φαί τους. Και έτσι πέρασαν όλη εκείνη την περίοδο ζώντας και παίζοντας κάθε βράδυ στο καφενείο του χωριού.

https://www.theatroaloni.gr

Πέντε σπάνια φωτογραφικά στιγμιότυπα της ελληνικής πρωτεύουσας από τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70

Η Αθήνα είναι μία πόλη με μεγάλη ιστορία και ακόμη μεγαλύτερες αντιθέσεις. Στα μέσα του περασμένου αιώνα η πρωτεύουσα δεν έμοιαζε σε τίποτα με την σημερινή, σύγχρονη Αθήνα. Πριν ακόμη γκρεμιστούν τα νεοκλασικά, πριν χτιστούν οι θηριώδεις πολυκατοικίες, πριν γεμίσει με καυσαέριο η ατμόσφαιρα, η Αθήνα ήταν μία κομψή και κλασάτη ευρωπαϊκή πόλη, με όμορφες γωνίες, προσεγμένα οικιστικά σύνολα, γραφικές γειτονιές, πανέμορφα αρχοντικά, εντυπωσιακά ξενοδοχεία και αρχαία μνημεία διάσπαρτα σ’ όλο το Λεκανοπέδιο.

Τα νεότερα χρόνια, τα περισσότερα μικρά και γραφικά σπίτια γκρεμίστηκαν, τα αριστοκρατικά ξενοδοχεία έδωσαν τη θέση τους σε υπερσύγχρονα κτίρια, πολλά αρχαία μνημεία καλύφθηκαν από τσιμέντο και άσφαλτο, και έτσι η Αθήνα έφτασε να γίνει σήμερα μία πόλη που ασφυκτιά, και δεν μπορεί να αναπνεύσει και να βρει αντίκρισμα στο παρελθόν και το μέλλον της. Ο ορίζοντας στένεψε, ο ουρανός χάθηκε, και τα μνημεία κρύφτηκαν.

Πέντε φωτογραφίες από τις δεκαετίες του 1950, 1960 και 1970, έρχονται να μας δείξουν πόσο όμορφη και προσεγμένη ήταν η Αθήνα στα μέσα του περασμένου αιώνα, πριν χάσει ολοκληρωτικά την ταυτότητά της. Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, πέρα από τις αρνητικές ενέργειες που συντελέστηκαν στο κέντρο της πόλης τα τελευταία χρόνια, έγιναν και κάποια έργα υποδομής που έδωσαν ελπίδα και κοσμοπολίτικο αέρα στην πρωτεύουσα, όπως το μετρό και η πλακόστρωση της Διονυσίου Αεροπαγίτου. Ας ελπίσουμε σύντομα η πόλη να ξαναβρεί την παλιά και χαμένη γοητεία της και να γίνει σημείο αναφοράς, άξιο θαυμασμού.

Δείτε εν συνεχεία πέντε φωτογραφικά στιγμιότυπα από την παλιά ατμοσφαιρική Αθήνα, με την vintage ομορφιά της να ξεχειλίζει σε κάθε ένα ξεχωριστό «κλικ» του φακού.

Ομόνοια 60ς

Πύλη του Αδριανού ’50s

Οδός Σταδίου προς Σύνταγμα ’50s

Κολυμβητήριο Ζαππείου ’70s

Ακρόπολη, στάση στον Διόνυσο ’60s

Πάτερ Γυμνάσιος: Κομπογιαννίτης ή θεραπευτής; Εκμεταλλευτής ή ανιδιοτελής; Τσαρλατάνος ή βοτανολόγος;

Στη δεκαετία του ’30 ακούστηκε πολύ το όνομα του πατέρα Γυμνάσιου του Λαυριώτη, που αντιμετώπιζε τις αρρώστειες με βότανα και εναλλακτικές θεραπείες. Στις μέρες μας κυκλοφορεί ακόμα ένα αμφιλεγόμενο βιβλίο με θεραπευτικές συνταγές που αποδίδονται στον πάτερ Γυμνάσιο.

πάτερ Γυμνάσιος Ακρόπολις 20-2-1933 @
Πάτερ Γυμνάσιος ο Λαυριώτης, κατά κόσμον Γεώργιος Τζανετής.

Ο Γεώργιος Τζανετής έζησε ταπεινά την περιπέτεια της ζωής του που ξεκίνησε το 1865 από τον Θεολόγο της Θάσου, τον τόπο που γεννήθηκε, και που τον οδήγησε σε διάφορες πόλεις, στο εξωτερικό και στο Άγιο Όρος, όπου σε ηλικία 54 χρόνων εκάρη μοναχός στη μονή Μεγίστης Λαύρας και πήρε το όνομα Γυμνάσιος, και που ύστερα από ταλαιπωρίες τον επανέφερε στη Θάσο.

Δούλεψε ως υπηρέτης, μάγειρας, εργάτης και νοσοκόμος. Γνώριζε καλά τα βότανα και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Από τη μητέρα του, που ήταν μαμή, πήρε τις πρώτες γνώσεις βοτανολογίας. Υπηρέτησε ανθρώπους που είχαν γνώσεις ιατρικής και βοτανολογίας: στην Ξάνθη ήταν στην υπηρεσία σπουδαίου βοτανολόγου, στην Αγγλία υπηρέτησε ως νοσοκόμος σε γιατρό και βοτανολόγο, έμαθε πολλά από έναν Άγγλο πρακτικό γιατρό και βοτανολόγο που είχε ζήσει στην Ινδία και είχε μάθει ντόπιες πρακτικές,στη  Μεγίστη Λαύρα διδάχτηκε πολλά από τον γιατρό και μετέπειτα ηγούμενο της μονής και αντάλλαξε γνώσεις με βοτανολόγους που επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος.

Όταν εγκατέλειψε το μοναστήρι κι επέστρεψε στη Θάσο, τριγύριζε καθημερινά σε διάφορα μέρη του νησιού, μάζευε βότανα κι έφτιαχνε παρασκευάσματα που ανακούφιζαν τους άρρωστους συγχωριανούς του, χωρίς να παίρνει χρήματα. Γνώριζε 2000 βότανα της ελληνικής γης και τις ιδιότητές τους.

Η φήμη του στη Θάσο μεγάλωνε μέρα με τη μέρα και άρρωστοι απ’ όλα τα χωριά πρόστρεχαν σ’ αυτόν για να βρουν γιατρειά.

Ήταν άραγε η πεποίθηση ότι ο καλόγερος ήταν φωτισμένος από τη θεία χάρη; Ήταν η έλλειψη γιατρού στο νησί; Ο φτωχός κόσμος της επαρχίας, εκείνη την εποχή αν αρρώσταινε ή γινόταν καλά ή πέθαινε. Η δεκαετία του ’30 ήταν τραγική για την επαρχία, που είχε ν’ αντιμετωπίσει εκτός από τη φοβερή φτώχεια της και τους φοροεισπράκτορες που κυνηγούσαν ανελέητα. Οι γιατροί, τα φάρμακα και οι μετακινήσεις ήταν έξοδα που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όλοι. Συγχρόνως η αμορφωσιά των απλών ανθρώπων εξύψωνε σε επίπεδο επιστήμονα τους πρακτικούς, αλλά και τους τσαρλατάνους. Η ταινία «Η κυρά μας η μαμή» δίνει με πολύ χιούμορ την εικόνα της τραγελαφικής κατάστασης που επικρατούσε στα χωριά.

Η περιπέτειά του πάτερ Γυμνάσιου άρχισε όταν έφυγε από την Ποταμιά Θάσου και γύρισε στο χωριό του, τον Θεολόγο. Τον Ιούλιο του 1930 τουλάχιστον 1000 άρρωστοι απ’ όλη την Ελλάδα μαζί με τους συνοδούς τους είχαν πάει στο χωριό και περίμεναν στο εκκλησάκι Παναγούδα, στεγασμένοι σε πρόχειρα τσαντίρια ή κάτω από τα δέντρα, να δουν τον θεραπευτή καλόγερο. Το πρόβλημα στέγης και φαγητού, ο φόβος μολύνσεων και επιδημιών, μαζί με τις φήμες που διέσπειραν οι χολωμένοι Ποταμίτες, είχαν σαν αποτέλεσμα τη σύλληψή του από δύναμη χωροφυλάκων που ήρθε από την Καβάλα. Μεταφέρθηκε στην Καβάλα και οδηγήθηκε στο εισαγγελέα. Αφέθηκε ελεύθερος μια που δεν είχε παραβεί τον νόμο, εφόσον δεν αμειβόταν.

Από κει και πέρα ξεκίνησε μια σειρά από ταλαιπωρίες και μετακινήσεις με τον πάτερ Γυμνάσιο να κρύβεται, τους ασθενείς να τον ανακαλύπτουν και μαζί μ’ αυτούς και οι αρχές.

Επιβλήθηκε η επιστροφή του στο Άγιο Όρος με βάση διάταγμα που απαγόρευε στους μοναχούς του Αγίου Όρους να βρίσκονται εκτός της μονής πέραν του εικοσαημέρου. Κι εκεί όμως συνέρρεαν εκατοντάδες ασθενών για ίαση. Το κλίμα στις μονές του Αγίου Όρους ήταν εχθρικό. Αναφέρεται μάλιστα ξυλοδαρμός του από μοναχούς της Εσφιγμένου. Τέλος, η Ιερά Επιστασία εξέδωσε το απολυτήριό του από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας.

Πήγε στην Καβάλα απ’ όπου με εντολή του Γενικού Διοικητή Θράκης Κακουλίδη απελάθηκε στον Πειραιά και εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο για εξέταση. Αποδείχτηκε υγιής και με παρέμβαση της αρχιεπισκοπής Αθηνών οδηγήθηκε στην μονή του Οσίου Μελετίου. Επαναλήφθηκαν οι σκηνές του Θεολόγου: ασθενείς και συνοδοί, τσαντίρια και φόβος για αρρώστιες και μολύνσεις. Η διαφορά είναι ότι στη μονή Οσίου Μελετίου επισκέφθηκαν τον πάτερ Γυμνάσιο καθηγητές πανεπιστημίου, υπουργοί, γιατροί και άλλοι επιστήμονες, δημοσιογράφοι και διάφορες προσωπικότητες. Δεν ήταν κρυφό ότι ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Σίδερης προστάτευε τον πάτερ Γυμνάσιο. Με διαταγή του προς όλες τις αστυνομικές αρχές γνωστοποίησε ότι ο Γυμνάσιος δεν υπόκειτο σε καμία δίωξη και ήταν ελεύθερος να επιστρέψει στη Θάσο. Σε περίπτωση που μετήρχετο το ιατρικό επάγγελμα θα εφαρμόζονταν οι διατάξει του ποινικού νόμου.

Αυτά έγιναν το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1930. Ο τύπος, αθηναϊκός και επαρχιακός, είχε βουίξει. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις η κοινή γνώμη είχε διχαστεί. Αγύρτης, κομπογιαννίτης, απατεώνας και τσαρλατάνος οι μεν. Καλοκάγαθος, ανιδιοτελής, θεραπευτής και βοτανολόγος οι δε. Χωρίς να λείπουν κι εκείνοι που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τις εναλλακτικές θεραπείες από τις χάντρες και τα ξόρκια. Ίδιοι μ’ αυτούς που στην εποχή μας προσκυνάνε πλαστικές παντόφλες και βρασμένα κάστανα.

Οι εφημερίδες δημοσίευαν γιατροσόφια που αποδίδονταν στον πάτερ Γυμνάσιο. Κάποιος πονηρός, μάλιστα, κυκλοφόρησε κι ένα φυλλάδιο με εξήντα συνταγές δήθεν του πάτερ Γυμνάσιου και το πουλούσε ένα τάληρο. Χρήμα με ουρά. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε αργότερα περιέχει τριακόσιες εννέα συνταγές επιπλέον.

Ο πάτερ Γυμνάσιος, όμως, είχε δηλώσει ότι δεν έχει γράψει κανένα βιβλίο και ότι δεν μπορούσε να δώσει καμία συμβουλή, αν δεν έβλεπε πρώτα τον άρρωστο.

Ακρόπολις 19-2-1933 πάτερ Γυμνάσιος 1 @.jpg
Ο πάτερ Γυμνάσιος στην Αθήνα το 1933.

Αν έχετε περιέργεια να διαβάσετε το βιβλίο με τις συνταγές, μπορείτε να το βρείτε σε βιβλιοπωλεία της Αθήνας που βγάζουν πάγκους στο πεζοδρόμιο ή μπορείτε να το διαβάσετε ψηφιοποιημένο ΕΔΩ (μη σας ενοχλήσει που ο συγγραφέας έγραψε πολλές φορές το ρήμα παίρνω, χωρίς να πετύχει ούτε μία φορά τη σωστή ορθογραφία). Μπόνους στο τέλος είναι οι συνταγές του Παχωμίου Τσάκωνα και ανάμεσά τους χωμένη μια προτροπή:

Ὅσοι δὲ ἴδετε ἀποτελέσματα, ἕχετε ὐποχρέωσιν νὰ βοηθήσετε στὴν ἀνατύπωσιν, ὥστε καὶ ἄλλοι νὰ γίνουν καλά. Μὴ φανῆτε ἀχάριστοι!!! Ἀς τὸ διαβάσουν ὅλοι. Εὔχου διὰ συγχώρησιν κοιμηθείσης ψυχῆς Σωτηρίου.

Οι συνταγές είναι ένα συνονθύλευμα γνώσης των παλιών που γιάτρευαν κατάγματα ανθρώπων και ζώων με πράσινο σαπούνι ή τον τριχοφάγο με σκόρδο και μπαρούτι, γνώσης που εφαρμόζουν και σήμερα οι άνθρωποι που καταφεύγουν στο φαρμακείο της φύσης (όπως π.χ. κατανάλωση καρότων για καλύτερη όραση ή αφέψημα βασιλικού για βελτίωση της μνήμης), αλλά και τσαρλατάνικων συνταγών που κάνουν τη θεραπεία πιο βασανιστική από την αρρώστια (όπως αλεσμένο κεφάλι σκύλου ή μύτη γουρουνιού, βραστός σκαντζόχοιρος και άλλα αναγουλιαστικά).

Το 1933 ο πάτερ Γυμνάσιος βρέθηκε κρυφά στην Αθήνα. Τα τζιμάνια του τύπου τον μυρίστηκαν και οι εφημερίδες διάνθισαν την είδηση με λίγο χιούμορ, λίγο σαρκασμό, λίγη χολή…

Ελεύθερος Άνθρω 19-2-1933 πάτερ Γυμνάσιος τίτλος.jpg
1933

Ο δαιμόνιος δημοσιογράφος μεγάλης αθηναϊκής εφημερίδας έστησε ολόκληρη σκηνοθεσία μαζί με τον φωτορεπόρτερ, για να μεταφέρουν τον πάτερ Γυμνάσιο στο σπίτι μίας πάσχουσας, και να δουν αν είναι επιτυχημένες οι διαγνώσεις του, αν χρηματίζεται και για να τον φωτογραφίσουν.

Ακρόπολις 19-2-1933 πάτερ Γυμνάσιος τίτλος.jpg
1933

Παρουσιάστηκαν ως απελπισμένοι από τους γιατρούς και τα φάρμακα, αναζητώντας τη γιατρειά αγαπημένου προσώπου. Αναζήτησαν τον πάτερ Γυμνάσιο σε μια ξύλινη πόρτα που βρισκόταν ανάμεσα στα ρολά των καταστημάτων της οδό Κλειτίου 6.

Σ’ ένα λιτό δωμάτιο βρήκαν έναν γέροντα χλομό και κουρασμένο που ανάσαινε με δυσκολία, πρόθυμο να τους ακολουθήσει στο σπίτι της άρρωστης. Συνοδός και βοηθός του ήταν ένας ανιψιός του ονόματι Χρήστος. Η διάγνωσή του πάτερ Γυμνάσιου ταυτίστηκε απόλυτα με τη διάγνωση του γιατρού της. Η θεραπεία που πρότεινε ήταν ένα παρασκεύασμα για εξωτερική χρήση από τσουκνίδα και καλαμποκάλευρο.

Ακρόπολις 19-2-1933 πάτερ Γυμνάσιος συνταγή.jpg
1933

Αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα. Ο ανιψιός όμως δεν έτρεφε την ίδια περιφρόνηση για το χρήμα και ζήτησε ένα κατοστάρικο, που με την επέμβαση του γέροντα μειώθηκε στο μισό.

https://tetysolou.wordpress.com

Οι 14 φάσεις του έρωτα στην παλιά Αθήνα

Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο μου «Πόθοι και πάθη στην Παλιά Αθήνα», αλλά και απ’ όσους δεν ξεφεύγουν οι «κόκκινες» αναρτήσεις μου στο www.paliaathina.com, ασφαλώς είστε πλήρως ενήμεροι πόσο μπερμπάντηδες ήσαν οι καλοί μας πρόγονοι, ιδιαίτερα μετά το 1920.

Από το «σοβαρό» περιοδικό «Ο Παπαγάλος» (1918) σας έχω σήμερα ένα έμμετρο μαθηματάκι για τα 14 στάδια που περνούσε ο έρωτας, τουλάχιστον εκείνη την εποχή. Αν βέβαια γνωρίζετε κανένα ακόμη, στείλτε το μου, έτσι για να είμαστε επικαιροποιημένα ενήμεροι!

1.
Σαν κυνηγήσης μια μικρή
Σου κάνει πρώτα το βαρύ
Και αν ύστερα τα σιάξετε σε δυο βδομάδες
-Αυτά ’ ναι… νοστιμάδες!

2.
Αρχίζει έπειτα και σου γλυκομιλά
Σου λέει άξαφνα πως κάποιος της κολλά
Κι’ όταν σου πη πως την εξήτησεν ο τάδες
-Αυτά ’ ναι… χωρατάδες!

3.
Στου Ζάππειου σε κάποια μοναξιά
Γυρίζετε μαζί ζερβά-δεξιά
Κι’ αν σου σηκώση του φουστάνι της
Και πή: η κάλτσα μου είναι τρύπια,
-Αυτά ’ ναι τα… τερτίπια!

4.
Σ’ έχει απ’ εδώ, σ’ έχει απ’ εκεί
Κι’ αν έξαφνα γονιοί, παπάδες, σπιτικοί
Σου την φορτώσουν μια χαρά
Αυτά ’ ν’ τα… σοβαρά!

5.
Του γάμου φτάνει η τελετή, χαρές,
φιλιά, το βράδυ γλέντια, σουαρές
Κι’ όταν η νύφη τρέμει μεσ’ τ’ ατλάζια
Αυτά ’ ναι… νάζια!

6.
Η πόζα έπειτα και η φωνή της σαν… Σειρήν.
Όλα εκείνα που μελέτησε από πριν
μέσ’ στην ερωτική Προπαίδεια
-Αυτά ’ ναι… σχέδια!

7.
Αχ, Μαίρη μου, σαν την φωνάζης
Κι’ όταν λιπόθυμη την αγκαλιάζης
Των πρώτων εβδομάδων τις βραδιές
-Αυτά ’ ναι… αλεπουδιές!

8.
Τελειώνει ο μην του μέλιτος. Τρανά
να βλέπη η νύφη όνειρα αρχινά
Φάληρα, Κηφισιές και βίλλες
-Αυτά ’ ναι πεια… ξεροκαΐλες!

9.
Κατόπι ρόμπες ανοιχτές
Σήμερα πειο παχειά από χτες
Κι’ αν ύστερα σ’ έλθουν μωρά
-Αυτά ’ ναι… τυχηρά!

10.
Η γυναικούλα σου εν τούτοις
Καμάρι σ’ έχει και μπιζού της
Κι’ αν σου… τα παίζει και γελά ηλίθια
-Αυτά ’ ναι… κολοκύθια!

11.
Ύστερα, αν σε κανένα μήνα
Αρχίσουν νεύρα, πείσμα, γκρίνια
«Θα πάω στης μαμάς» και τέτοια
-Αυτά ’ ναι… μαραφέτια!

12.
Κι’ όταν η φαμελιά, όσο πηγαίνει,
Αρχίζει και πολυπληθαίνει
Και τα μωρά κλαιν σαν δαιμονισμένα
-Αυτά ’ ναι τα… συνειθισμένα!

13.
Κι’ αν κάποτε σου χρειασθή κανένα τάλληρο
-Άνθρωπος είσαι, θέλεις Φάληρο!
Δεν είναι ανάγκη να ψαρεύης δάνεια…
Αυτά ’ ναι… σπάνια!

14.
Κι’ αν η μαντάμ στα χωρατά
Δανείζεται απ’ αλλούς λεφτά
Και τύχη και τα παίξη με κανένα
-Αυτά ’ ναι πεια τα πειο… συνειθισμένα!»

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
Διαβάστε κι άλλες ιστορίες για την Παλιά Αθήνα στην ιστοσελίδα www.paliaathina.com

Τι κάναμε παλιά με μόλις 1.000 δραχμές;

Τέλη του ’86, με ένα χιλιάρικο: Πήγαινες στο γήπεδο, αγόραζες τρία πακέτα τσιγάρα, έπινες δύο φραπέδες, αγόραζες δυο – τρεις εφημερίδες, έπαιζες pacman μέχρι τελικής πτώσεως, και σου περίσσευαν κι από πάνω!

Τέλη 1986, έχουμε και λέμε: Τα Marlboro και τα Camel κόστιζαν 105 δραχμές. Μία πολιτική εφημερίδα κόστιζε 40 δραχμές και μία αθλητική 30. Υπήρχαν ωστόσο και εφημερίδες των 20 δραχμών, πολιτικές και αθλητικές!

Στα 80s o φραπές είχε 100 δραχμές – σε συνοικιακό καφέ, ενώ είχε 110 δραχμές αν είχε και γάλα (ναι, συνέβαινε και αυτό). Ένα παιχνίδι στα «ηλεκτρονικά» της εποχής, κόστιζε 10 δραχμές. Ένα εισιτήριο στο γήπεδο (πέταλο) κόστιζε 250 ή 300 δραχμές (αναλόγως την σπουδαιότητα)!

Στα τέλη 90s οι μισθοί ξεκινούσαν απο 170.000 και έφταναν στις 230.000 (βασικός). Σαν Dj έπαιρνα 10.000 με 12.000 τέλη του 90!.

Το 1990 – 93 ένα τόστ έκανε 250 δραχμες, ένας καφές 100. Θυμάμαι πως τα περιοδικά κόστιζαν 500 δραχμες!

1993, με ένα χιλιάρικο, έβλεπα ταινια με 600 δραχμες και μου έμεναν ρέστα για να παω για σουβλακια. Το σουβλάκι στην χειροτερη έκανε 120 δραχμές και το hamburger 500 δρχ.

Το 1994 ο καφές είχε 400 με 500 δραχμές τουλάχιστον, εδώ στην Βέροια. Μια μπύρα είχε ακριβώς 1000 δρχ τότε σε μπαράκι! Αν πήγαινες σε κάποιο fast food έτρωγες και έπινες μέχρι σκασμού!

Ένας παλιός δίσκος στο Ροκ Σιτυ έκανε γύρω στις 1000 δρχ, ένας καινούργιος γυρω στα 3500. Μπορούσες να φας ενα γεύμα στα Goody’s και να σου μείνουν ρέστα για καφέ!

Έπινες ενα ποτό σε μπαρ και έπαιρνες ρέστα, όχι όπως τώρα που ζητάς και δανεικά.

Πολύτιμες Ιστορικές Αναδρομές. Πενήντα χρόνια πίσω!

Μια εικόνα της τότε Ελλάδας! Η ιστορία των Ασφαλειών Ζωής και Υγείας στην Ελλάδα ξεκινάει τη χρονιά του 1964. Τότε το πολίτευμα ήταν Βασιλευόμενη Δημοκρατία! Πρωθυπουργός ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το κόμμα του οποίου, η ΕΡΕ, είχε την πλειοψηφία στη Βουλή.

Το συγκρότημα Λαμπράκη, με κυρίαρχη την εφημερίδα «Τα Νέα», τον σφυροκοπούσε ανελέητα. Τότε δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο Λαμπράκης, βουλευτής της ΕΔΑ από παρακρατικές οργανώσεις που υποστηρίζονταν από την ΕΡΕ, το κόμμα της Δεξιάς. Το σύνθημα των καιρών του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γεωργίου Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα, ήταν: Οι εκλογές «της βίας και της νοθείας»! Το «Χίλτον» μόλις είχε κλείσει έναν χρόνο λειτουργίας. Μπροστά από την είσοδό του δεν υπήρχε δρόμος, υπήρχε ένα ρέμα, όπως και πίσω του. Οι όχθες του ποταμού Ιλισσού, στο ύψος της Μιχαλακοπούλου, ήταν γεμάτες από προσφυγικά σπίτια και καλύβες. Η Συγγρού είχε πολυκατοικίες μέχρι του ΦΙΞ. Μετά και μέχρι τον παραλιακό δρόμο, τη Λεωφόρο Ποσειδώνος, υπήρχαν οικόπεδα και χωράφια.

Το βράδυ δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός και σε ορισμένα σημεία ιερόδουλες έκαναν… τροτουάρ!

Ο βασικός μισθός που ίσχυε στη χώρα ήταν περίπου 1.000 δρχ. το μήνα. Η διαμονή στις πολυκατοικίες της εποχής εθεωρείτο πολυτέλεια και όσοι ζούσαν σε αυτές αισθάνονταν προνομιούχοι! Η οδός Πατησίων και η Λεωφόρος Αλεξάνδρας μέχρι τους Αμπελοκήπους, η Κυψέλη, το Παγκράτι, η Νέα Σμύρνη ήταν αστικές ακριβές συνοικίες! Η Κηφισιά, το Παλαιό Ψυχικό, και λίγο λιγότερο το Παλαιό Φάληρο, ήταν πάντα η κορυφή των συνοικιών. Όλη η υπόλοιπη Αθήνα ήταν γεμάτη σπίτια του ενός ή δύο ορόφων με αυλές και κοινές τουαλέτες.

Οι Έλληνες της επαρχίας πουλούσαν τα χωράφια τους για να αγοράσουν διαμέρισμα στην Αθήνα! Αρκετοί αγόραζαν θυρωρεία! Ο κατασκευαστής φρόντιζε να υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο στο υπόγειο (3Χ4 τ.μ.) με μια κουζινίτσα (1Χ1 τ.μ.) στη μια γωνία και ένα μπάνιο με ντους (1Χ1 τ.μ.) στην άλλη και το ονόμαζαν «διαμερισματάκι» του ενός δωματίου. Επειδή ο θυρωρός φρόντιζε τους κοινόχρηστους λογαριασμούς, ο κανονισμός της πολυκατοικίας προέβλεπε μισθό θυρωρού 1.000 δρχ. Έτσι, εξασφάλιζε στέγη και εισόδημα!

Τα πιο συνηθισμένα και δημοφιλή διαμερίσματα ήταν τα δυαράκια των 50-60 τ.μ. Όποιος, όμως, αγόραζε τριαράκι των 70-80 τ.μ. στις ακριβές συνοικίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ήταν πιο προνομιούχος και καμάρωνε. Οι λίγοι που αγόρασαν τεσσάρι των 90-100 τ.μ. δεν μιλιόντουσαν!

Οι γνωστοί τούς αντιμετώπιζαν με θαυμασμό. Ας μη μιλήσουμε για τα ρετιρέ!

Την εποχή εκείνη το επάγγελμα του Πολιτικού Μηχανικού και του Αρχιτέκτονα δέσποζε επιβλητικά. Όλοι οι γονείς που είχαν κόρες με προίκα στόχευαν σε γάμο με Πολιτικό Μηχανικό! Μεγάλο prestige!

Η ταρίφα για να παντρευτεί η κόρη Πολιτικό Μηχανικό ήταν μία ή περισσότερες πολυκατοικίες ή οικόπεδο με ή χωρίς μετρητά για να σηκωθεί η πολυκατοικία!

Το μέσο εισόδημα των Πολιτικών Μηχανικών, τότε, ήταν 8.000 δρχ. περίπου το μήνα. Οικόπεδα έβρισκαν όσα ήθελαν και με αντιπαροχή.

Αν είχες ένα οικόπεδο, το παραχωρούσες και έπαιρνες, ανάλογα, 2-3 διαμερίσματα ως αντιπαροχή για την αξία του οικοπέδου σου. Τα υπόλοιπα 4 έως 6 τα πουλούσε ο Πολιτικός Μηχανικός, πριν ακόμη ολοκληρωθούν. Οι αγοραστές τα αγόραζαν από τα μπετά. Από τα σχέδια. Με λίγα λόγια, η πολυκατοικία σηκωνόταν με τα λεφτά των αγοραστών!

Κρέας έτρωγαν οι Έλληνες μία, το πολύ δύο φορές την εβδομάδα. Τα λαδερά εντάσσονταν καθημερινά στο διαιτολόγιό τους. Στα χωριά έτρωγαν κρέας το Πάσχα και τα Χριστούγεννα! Στην Καλαμάτα και σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, οι Έλληνες της εποχής, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, έτρωγαν γίδα βραστή, γίδα ψητή, μοσχάρι βραστό, μοσχάρι ψητό και… γαλόπιτα για επιδόρπιο! Είχαν γιορτή! Οι τραγουδιστές της εποχής ήταν ο Μεσιέ Mπιθί, ο Μίστερ Κόκοτας, ο Καλαντζής, η Μαίρη Λίντα, ο Χιώτης, η Μπελίντα, η Νάντια Κωνσταντοπούλου, η Νανά Μούσχουρη, η Τζένη Βάνου και ο Γ. Βογιατζής.

Η Ελλάδα δεν είχε τηλεόραση. Είχε μόνον ραδιόφωνο και η εκπομπή «Πικρή μικρή μου αγάπη», που χορηγούσε το απορρυπαντικό TIDE, είχε αναγκάσει τις Ελληνίδες να περπατάνε στο δρόμο με το τρανζίστορ στο αυτί και να ακούν τη δακρύβρεχτη εκπομπή! Σε κάποια μπουάτ εμφανίστηκε ο «γύφτος» Χατζής με τη βαριά φωνή. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ο Στράτος Διονυσίου τότε περνούσε για πολύ λαϊκός και δεν πουλούσε στην κοσμική Αθήνα. Βέβαια, ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν από τα πρώτα ονόματα του λαϊκού και μιλούσε στις καρδιές των «σκληρών» και «πονεμένων» παλικαριών της εποχής!

Τα τσιγάρα αγοράζονταν δυο-δυο ή τρία-τρία, χύμα από το περίπτερο. Τα κάπνιζαν με… καρφίτσα, για να μη χάσουν. Οι γόπες στο δρόμο ήταν δεν ήταν μισό πόντο η καθεμία! Αν κάποιο πολυτελές αυτοκίνητο περνούσε μπροστά από τους τροχονόμους της εποχής, όσο και αν ακούγεται παράξενο και απίστευτο, οι τροχονόμοι χαιρετούσαν στρατιωτικά, γιατί υπέθεταν ότι θα έπρεπε να είναι κάποιο σημαντικό πρόσωπο της Αυλής ή των λιγοστών μεγαλοβιομηχάνων. Υπενθυμίζουμε ότι τότε υπήρχε η Ελληνική Βασιλευόμενη Δημοκρατία με Βασιλιά τον Παύλο, πατέρα του μετέπειτα Βασιλιά Κωνσταντίνου. Η κοσμική ζωή της Αθήνας περιστρεφόταν γύρω από το παλάτι και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή! Οι δεξιώσεις γίνονταν όλες στη «Μεγάλη Βρεταννία» και στο «King George», τα δύο μοναδικά πολυτελή ξενοδοχεία της τότε Αθήνας.

Λίγο πριν από την εποχή εκείνη εμφανίστηκε και η εγκυκλοπαίδεια Americana, η οποία μάλλον είχε τα πρωτεία της εισαγωγής της «Προσωπικής, Πόρτα, Πόρτα Πώλησης» στη χώρα μας. Θυμάμαι ότι με τη μέθοδο «Πόρτα-Πόρτα» πουλούσαμε την εγκυκλοπαίδεια στα αγγλικά προς 15.000 δρχ. τη σειρά! Αν ο οποιοσδήποτε επιχειρηματίας άκουγε στην τότε Ελλάδα ότι ξένη εταιρεία σκόπευε να έλθει στη χώρα μας να πουλάει ένα … μπαούλο τόμους, την Εγκυκλοπαίδεια «Αμερικάνα», στα αγγλικά, προς 15.000 δρχ. τη σειρά, σίγουρα θα τον αποκαλούσαν τρελό!

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η Ελλάδα πεινούσε και η δυστυχία ήταν διάχυτη παντού. Ασφαλώς θα διερωτηθείτε, πώς ήταν δυνατόν να καρποφορήσει μια παρόμοια προσπάθεια να πουλάμε μία εγκυκλοπαίδεια στα αγγλικά προς 15.000 δρχ. τη σειρά, όταν ο μηνιαίος μισθός ήταν 1.000 δρχ.! Η απάντηση είναι απλή. Με την αφόρητη πιεστική πώληση που μας έμαθαν και με ατέλειωτες δόσεις! Τότε ακούστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα φράσεις όπως «Συστάσεις», το «Κλείσιμο της Πώλησης» κ.ά.

Προσέξτε ποιο ήταν το μυστικό που μας έκανε να πουλάμε την εν λόγω εγκυκλοπαίδεια σε όποιον βρίσκαμε μπροστά μας, ακόμη και στη μάνα μας και στον πατέρα μας. Η προκαταβολή ήταν ένα πεντακοσάρικο, αλλά η βασική προμήθεια για κάθε πώληση ήταν χίλιες επτακόσιες δραχμές! Δύο σχεδόν μισθοί! Γνωρίζοντας οι Αμερικανοί ότι οι Έλληνες ήταν φιλότιμοι και νοικοκυραίοι και ότι ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους και πλήρωναν τα γραμμάτιά τους, αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν τις πωλήσεις τους!

Το ποσό της προμήθειας των χιλίων επτακοσίων δρχ. τότε ήταν αυτό που έκανε τους πρωτοπόρους πωλητές της εποχής εκείνης να τρελαθούν στην κυριολεξία και να χάσουν τον ύπνο τους! Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσαν ότι η είσπραξη ενός πεντακοσάρικου από γνωστούς, φίλους και συγγενείς για την «επιμόρφωση των παιδιών τους» γεννοβολούσε… χίλιες επτακόσιες δραχμές προμήθεια! Ήταν σαν να κέρδιζες σε σημερινά λεφτά 1.000 ευρώ με 1.500 ευρώ για κάθε πώληση!

Οι λίγοι καλοί πωλητές πουλούσαν μέχρι και δέκα σειρές την εβδομάδα! Δηλαδή εισέπρατταν 10.000 με 15.000 ευρώ την εβδομάδα!

Φρόντιζαν και οι Αμερικανοί να αναρτούν έναν πελώριο πίνακα στο γραφείο – πρώτο γραφείο ήταν στην οδό Φιλελλήνων στο Σύνταγμα – τα ονόματα των πρώτων πωλητών, με αποτέλεσμα να βλέπουμε εμείς οι νέοι πωλητές τα χρήματα που κέρδιζαν οι «μεγάλοι» και παθαίναμε… αμόκ! Δαιμονιζόμασταν! Είναι να μην τρελαίνεσαι; Στην κυριολεξία είχαμε χάσει τον ύπνο μας.

Ασκούσαμε αφόρητη πίεση σε φίλους και συγγενείς να αγοράσουν την εγκυκλοπαίδεια, για να επενδύσουν στο… μέλλον των παιδιών τους! Κάναμε σαν αφηνιασμένοι! Κυριαρχούσε η συνηθισμένη αντίρρηση: «Και τι να την κάνουμε την εγκυκλοπαίδεια στα αγγλικά;». Η απάντηση ήταν: «Μα έχει η εγκυκλοπαίδεια μέσα σύστημα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας!» και δείχναμε τις σελίδες που έλεγαν:

My name is John, what is your name?

Επιπλέον, δείχναμε στους ταλαίπωρους Έλληνες της εποχής τις σελίδες του τόμου παρουσίασης που ήταν πλαστικές και παρουσίαζαν το σώμα του ανθρώπου. Η μία πλαστική σελίδα είχε έγχρωμο το σκελετό του ανθρώπου, η δεύτερη το κυκλοφορικό σε άλλο χρώμα, η τρίτη το μυϊκό σύστημα κ.ο.κ.

Ήταν πολύ εντυπωσιακές!

Αν μας έλεγαν ότι τα παιδιά ήταν… 3 χρονών, απαντούσαμε:

«Τόσο το καλύτερο. Μέχρι να ενηλικιωθούν, θα την έχετε εξοφλήσει!».

Τα γραμμάτια ήταν των 500 δρχ. το μήνα, σχεδόν ο μισός μισθός τους! Τώρα πώς τα κατάφερναν ήταν άλλο θέμα. Φροντίζαμε να πουλάμε και σε εύπορους Έλληνες της εποχής. Π.χ. ένα διευθυντικό στέλεχος κέρδιζε 5.000 δρχ. το μήνα ή, οι επιχειρηματίες, περισσότερο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ένας δαιμόνιος Κύπριος, ονομαζόμενος Επιφανείου, είχε αναστατώσει ολόκληρη την Ελλάδα γιατί κυκλοφορούσε με μια τζάγκουαρ, μόλις είχε παντρευτεί μια μικρούλα αφράτη και κατάξανθη, κόρη ενός Στρατηγού, και λόγω συγγένειας, έπαιρνε άδεια εισόδου σε όλα τα Στρατόπεδα της χώρας, πούλαγε την Εγκυκλοπαίδεια, πρώτα στο Διοικητή της μονάδας, και μετά έπαιρνε σβάρνα όλους τους υπόλοιπους αξιωματικούς, ταγματαρχέους, λοχαγούς, και έφτασε να πουλάει 15-20 σειρές την εβδομάδα!

Πρέπει να πούλησε χιλιάδες εγκυκλοπαίδειες Americana ο εν λόγω Κύπριος πωλητής, και φυσικά κέρδισε αμύθητα ποσά για την εποχή εκείνη. Αργότερα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Ακούστηκε ότι έκανε μεγάλη ζωή και κατασπαταλούσε τα κέρδη του με τακτικές δεξιώσεις στα μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας.

Η ζωή τότε ήταν πολύ φτηνή και με 100 μισθούς των 1.000 δρχ. (περίπου €3.000) αγόραζες ένα διαμέρισμα των 80-100 τ.μ. ανάλογα με την περιοχή. Σήμερα, βέβαια, με 100 μισθούς των €1.000 δεν αγοράζεις ούτε ένα δωμάτιο. Σ’ αυτή την εποχή, λοιπόν, των έντονων ταξικών αντιθέσεων και των ακραίων πολιτικών πεποιθήσεων εμφανίζονται οι Ασφάλειες Ζωής και Υγείας στη χώρα μας!

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ

Τα παιδιά (κάθε ηλικίας) μπορούν να διασκεδάσουν και χωρίς κινητά, υπολογιστές, τάμπλετ και ίντερνετ και αυτές οι φωτογραφίες το αποδεικνύουν περίτρανα. Φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την περίοδο 1900-1970 και παρουσιάζουν παιδιά να χαίρονται το παιχνίδι κάτω από τον ήλιο. Χωρίς έγνοιες, χωρίς σκοτούρες και, κυρίως, χωρίς ίντερνετ. Άλλωστε τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη μοναδική εμπειρία του να πλατσουρίζεις για ώρες στη θάλασσα με τους φίλους σου.

Δροσιστείτε, λοιπόν και πάρτε ιδέες για τις δικές σας διακοπές

1. Γαλλία 1909

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
2. Αμερική, γύρω στο 1945

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
3. Αμερική, γύρω στο 1905

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
4. 6 Ιουνίου 1925, στον ποταμό Τάμεση

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
5. Γερμανία, 1927

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
6 Wannsee, Γερμανία 1929

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
7. Αυστρία, γύρω στο 1930

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
8. Έξω από την Tate Gallery, Λονδίνο, 10 Αυγούστου 1932

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
9. Πάρκο Volkspark , Βερολίνο 1932

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
10. Συντριβάνι έξω από το Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον, γύρω στο 1935

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
11. Νέα Υόρκη, 19 Ιουλίου 1937

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
12. Σηκουάνας, κοντά στην Παναγία των Παρισίων, Γαλλία, 7 Αυγούστου 1937

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
13. Νότιο Χάρλεμ, Νέα Υόρκη, 8 Αυγούστου 1937

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
14. Φωτογραφία του 1947

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
15. Φωτογραφία του 1950

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
16. Νέα Υόρκη, 30 Ιουλίου 1952

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
17. Νέα Υόρκη, 17 Ιουλίου 1954

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
18. Towel Beach, ποταμός Τάμεσης, Λονδίνο, 31 Αυγούστου 1955

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
19. Φωτογραφία του 1955

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
20. Παραλία Shanklin, Νήσος Γουάιτ, Αγγλία, Ιούλιος 1956

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
21. Αμερική, γύρω στο 1965

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
22. Δυτικό Σικάγο, Αμερική, 7 Ιουλίου 1967

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
23. Νέα Υόρκη, Αμερική, 12 Ιουνίου 1976

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ
24. Ελλάδα, αυτοσχέδια μπρατσάκια από νεροκολοκύθες

24 παλιές φωτογραφίες που δείχνουν πώς ήταν τα καλοκαίρια πριν τα τάμπλετ και το ίντερνετ

 

Φωτογραφίες: huffingtonpost

Οι μπουάτ και το Νέο Κύμα στις δεκαετιες ’60 και ‘70

Σίγουρα οι πολλοί από τη γενιά μας αναρωτιούνται πώς και πού διασκέδαζε η νεολαία στις δεκαετιες ’60 και ‘70 στην Ελλάδα. Το ίδιο αναρωτήθηκα και γω, έφηβη, που ζω και πηγαίνω σχολείο στην Πλάκα.

Υπήρχαν μόνο τα μικρά ταβερνάκια και οι μεγαλύτερες σκηνές που έπαιζαν μπουζουκια και κυρίως ρεμπέτικα; Ή υπήρχαν και πιο ενδιαφέροντες και εναλλακτικοί τρόποι διασκέδασης;

Αν ρωτήσετε κάποιον που ζούσε εκείνη την εποχή, θα σας μιλήσει αυθόρμητα για τις μπουάτ. Η συγκεκριμένη λέξη βγαίνει από τη γαλλική boîte που σημαίνει κουτί. Ονομάστηκαν έτσι, λοιπόν, επειδή ο χώρος που λειτουργούσαν ήταν τόσο μικρός όσο ένα κουτάκι.

Πού βρίσκονταν και ποιοι σύχναζαν εκεί;

Μπουάτ =Πλάκα όπως λένε και οι παλιοί, καθώς εκεί τα δυο βρίσκονταν κάτω από την επιβλητικής Ακρόπολης. Εκεί εξαιτίας των απαγορεύσεων για ανοικοδόμηση της αρχαιολογικής υπηρεσίας , οι μονοκατοικίες τη δεκαετία του ΄60 έχουν πολύ χαμηλό νοίκι, διότι τότε ήταν η εποχή που ο κόσμος άρχισε να μετακομίζει μαζικά στις πολυκατοικίες . Έτσι στα άδεια σπίτια ξεφυτρώνουν τέτοιες μικρές μουσικές επιχειρήσεις χαμηλού κόστους με πελάτες κυρίως φοιτητές και παρέες νέων από 16 έως 30 ετών. ακούγονται συνηθως δυο κιθάρες, ένα ακορντεόν και πιάνο και τραγουδάει ένας «τροβαδούρος», έως και όλα τα άτομα που βρίσκονται στην μπουάτ.

Πώς ήταν ο χώρος εσωτερικά;

Ας τον επισκεφτούμε με την φαντασία μας… Έστω ότι περπατάτε σε ένα στενό δρομάκι της Πλάκας, με παλιά νεοκλασικά σπίτια, ασυντήρητα, που προσφέρονται να στεγάσουν ένα είδος μικρού μπαρ. Κάπου εκει παρατηρείτε πως υπάρχει μια μπουάτ και αποφασίζετε να μπείτε. Το πρώτο που σας κάνει εντύπωση είναι ο χαμηλός φωτισμός και οι πολύχρωμες, καλλιτεχνικές εικόνες στους τοίχους. Καθώς κατεβαίνετε τα σκαλάκια, για να βρεθείτε στον κύριο χώρο, σας έρχεται το πρώτο άκουσμα της μουσικής, την οποία δεν ακούγατε από το χώρο υποδοχής, γιατί δεν υπάρχουν ενισχυτές ήχου. Το να βρείτε να καθίσετε μέσα σε αυτό το κουτί είναι μια αρκετά δύσκολη υπόθεση… τα καθίσματα πολύ χαμηλά… υπάρχουν ακόμη και μαξιλάρες και φλοκάτες στο πάτωμα. Στις μπουάτ κάθονταν λες και αποτελούσαν όλοι μαζί μια τεράστια παρέα. Άλλωστε πολλοί μαρτυρούν ότι οι καλύτερες φιλίες μες στις μπουάτ γεννήθηκαν.

Σέρβιραν, κυρίως, ποτά σε χαμηλές τιμές αλλά μερικές μπουάτ όπως η Ρουλότα σέρβιραν και τραχανά. Η απόλυτη απλότητα, η μουσική και η καλή διάθεση σε όλο της το μεγαλείο.

Ποια ήταν όμως η μουσική των μπουάτ;

Το 1964 το είδος αυτό της μουσικής πήρε το όνομα Νέο Κύμα από το γαλλικό nouvell vague. Στα στέκια κυριαρχεί, κυρίως, η μπαλάντα, στην οποία προστίθενται μετά από λίγο καιρό στοιχεία λαϊκού ήχου και παραδοσιακές προσμίξεις. Τότε παρουσιάζονται, επίσης, λίγα τραγούδια με στοιχεία ελαφρού και ατμοσφαιρικού ροκ. Τα τραγούδια το Νέου Κύματος ήταν γεμάτα αθωότητα και αστεία στοιχεία Οι τραγουδιστές άγνωστοι στο ευρύ κοινό είχαν μόλις αποφοιτήσει ή ήταν φοιτητές ή απλά μουσικοί οι οποίοι προέρχονταν από παρέες που σύχναζουν εκεί. Μελωδίες και τραγούδια πρόσφερουν οι Γιάννης Γλέζος, Λίνος Κόκοτος, Νίκος Μαμαγκάκης, Νότης Μαυρουδής. Γνωστοί συνθέτες και ποιητές δινουν στίχους όπως ο Άκης Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος, ο Κώστας Κωτούλας. Κάποιο μουσικοί που σίγουρα έχετε ακουστά είναι ο Κηλαηδόνης, ο Πάριος, ο Παπακωνσταντίνου, ο Σαββόπουλος, ο Σιδηρόπουλος. Ακόμη και ο Αττίκ, ένας από τους μεγάλους Έλληνες πρωτοπόρους στη μουσική, ξεκίνησε από ένα είδος μπουάτ, τη Μάντρα.

Τέλος, τα ονόματα των μπουάτ παραπέμπουν σε κάτι πολύ δικό μας ή σε ένα χώρο ζεστό , όπως Αυλαία , Δώμα, Κατακόμβη, Κιβωτός, Λημέρι, Λυχνάρι, Σοφίτα, Στοά, Συμπόσιο, Στέκι του Γιάννη, Σχολείο, Τετράδιο, Τζαζ, Χρυσό Κλειδί, Ζώδιο.

Ποιος είπε όμως ότι τα κουτούκια αυτά εξαφανίστηκαν; Η Απανεμιά εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μπουάτ από το 1964 εως και σήμερα. Επίσης, το Ζουμ, μπουάτ που συνεχίζει να ζει, καθώς λειτουργεί εδώ και 40 χρόνια.

Γνωρίζω ακόμη και γω, που είμαι δεκαπέντε χρονών, πώς είναι οι μπουάτ. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα στην Απανεμιά. Με συνεπήρε ο ήχος της μουσικής, της κιθάρας. Τα τραγούδια είχαν ένα στοιχείο ερασιτεχνικής φρεσκάδας και απλότητας. Ο τραγουδιστής δεν ήταν παραπάνω από 25 χρονών. Ήταν στη σκηνή ολομόναχος και έπαιζε πιάνο. Σαν να άνοιξα αυτό το κουτάκι, που λεγόταν μπουάτ και να ανακάλυψα μια άλλη εποχή τελείως άγνωστη σε μένα. Είμαι μαγεμένη από αυτή μου την εμπειρία.

http://plakadiadromes.webnode.gr

Οι γυναίκες των λυγμών τη δεκαετία του 1920

Γυναίκα: το ασθενές φύλο, το ωραίο φύλο, εκείνο το φύλο χωρίς το οποίο δε θα είχε κανένα νόημα ύπαρξης το αρσενικό. Εκείνη μας γεννάει, εκείνη μας θρέφει, εκείνη μας δίνει ατελείωτες χαρές, αλλά και πίκρες στο διάβα της ζωής μας. Σε αυτήν οφείλουμε τη γνώση του έρωτα, σε αυτήν γνωρίζουμε την ομορφιά της ζωής. Φυσικά, η ανδροκρατούμενη κατά τους αιώνες ανθρώπινη φυλή έχει κατατάξει τη γυναίκα ως κατώτερο ον, ως μια οντότητα με συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή (νοικοκυρά, υπηρέτρια, υπεύθυνη για την ανατροφή των παιδιών, αντικείμενο της ευκαιριακής ικανοποίησης των αντρικών ορμών κ.α).

Μόλις τον περασμένο αιώνα η γυναίκα φάνηκε να πατάει στα πόδια της αναζητώντας και διεκδικώντας δικαιώματα. Πριν ωστόσο από την επίτευξη της πολυπόθητης «ίσης» ζωής, η εμφάνιση έπαιζε πάντα σημαίνοντα ρόλο για τη γυναίκα, από όποια κοινωνική θέση και αν προερχόταν. Γι’ αυτό και αξίζει μια αναδρομή στις «γυναίκες των λυγμών» του Μεσοπολέμου, στις γυναίκες των Αθηνών, τις αριστοκράτισσες, αλλά και εκείνες του μόχθου που η μόδα τις έβγαλε από τα «κλουβιά» τους, σε αντίδραση των χρόνιων αρνητικών στερεοτύπων.

Στη μόδα της δεκαετίας του ’20 εκτός από τις βελούδινες ομπρέλες ήταν και τα βελούδινα καπέλα, γαρνιρισμένα με βελούδινες κορδέλες.

Στα πλαίσια του καθωσπρεπισμού μιας εποχής που δεν άντεχε τους ριζοσπαστισμούς ακόμα και στη μόδα, τα μίνι διώχθηκαν, τα «προκλητικότατα» για την εποχή μαγιό το ίδιο, τα κοντά μαλλιά έφεραν αντιδράσεις, όπως και η τάση του ηλιοκαμένου δέρματος. Ας τις αφήναμε λίγο ήσυχες, γιατί αυτές είναι η ζωή…

Η μόδα

Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, η επανάσταση στη μόδα είχε εξισώσει τις απλές γυναίκες με τις κοσμικές κυρίες. Έκοψαν τα μαλλιά τους, φόρεσαν μοντέρνα ρούχα, βάφτηκαν και άλλαξαν την όψη των μεγάλων αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Αθήνας.

Τα πρώτα μίνι

Ήδη από το 1915 έκαναν στην Αθήνα την εμφάνιση τους τα πρώτα μίνι και το θέαμα ήταν πολύ «σκανδαλιστικό» για εκείνη την εποχή. Ο «εκτραχηλισμός» των ηθών ανησύχησε ακόμη και την κυβέρνηση Βενιζέλου, που διόρισε διευθυντή της Αστυνομίας τον Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, γνωστό για ην ΑΥΣΤΗΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ. Οι εφημερίδες της εποχής τον χαρακτήριζαν ως άριστο αστυνομικό, αλλά οπισθοδρομικό. Μάλιστα ο Γρηγόρης Ξενόπουλος τημείωνε σ’ ένα χρονογράφημα του: «Οι χωροφύλακες θα συλλαμβάνουν κάθε ζευγάρι που θ’ απαντούν εις τον δρόμον και θα το διαπομπεύουν. Αι κάπως παρδαλαί κυρίαι που γυρίζουν τώρα ελεύθερα εις τα κέντρα προσδίδουσαι εις τας Αθήνας κάποιαν όψιν Παρισιού θα περιορισθούν ως θηρία εις τα κλωβία των» .

1927, η μόδα στο στόχαστρο

Εις την δήμευσιν της χαράς και του στολισμού που παρουσιάζει ένας δημόσιος χορός του1927, γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στη «Νέα Εστία», «δεν συνέτειναν μόνον τα οικονομικά αίτια, αλλά και δυο λεπτομέρειες της μόδας, που είχαν μεγάλην εκλαϊκευτικήν επήρρειαν».

Το ένα είναι η κατάργηση του ανθρωπίνου προσώπου. Άλλοτε ένα πρόσωπο ήταν καλό ή άσχημο. Τώρα είναι μια επιφάνεια που ζωγραφίζεται. Η υπογραφή του Δημιουργού εξαφανίζεται, κάτω από το χρώμα και το χρώμα δεν ανάγκη να μπει εις ποιόν, αλλά μόνον εις ποσόν «κόλλα σπάτουλα». Ούτως ώστε διάφοροι προλήψεις που επικρατούσαν προ δέκα ετών, όπως το ρόδινον χρώμα, το ερύθυμα της εντροπής, ο ύπωχρος τόνος, η λευκότης, οι οφθαλμοί και ούτω καθεξής, φαίνονται ως ανάμνησις παμπάλαιου διηγήματος δημοσιευμένου εις την «Πανδώραν».

Το έτος 1927 ήταν ορόσημο φθοράς της κοινωνίας. Αιτία η κοντή φούστα. Κορίτσια είχαν συλληφθεί και διαπομπευθεί για τις γυμνές τους γάμπες.

Κοντή φούστα, κοντά μαλλιά

«Και αυτό ακόμη μια τεράστια οικονομία. Ο ρόλος της φούστας έχει περιορισθεί εις το ελάχιστον, ενώ έφθασεν εις το μέγιστον ο ρόλος του στολισμού, νίκη του ανθρώπου κατά της φύσεως, την οποίαν επεδίωξαν όλοι οι ανατολικοί πολιτισμοί κι ονειρεύθησαν οι ντεκαντάν». Το έργον της βαφής το συνεπλήρωσαν τα κοντά μαλλιά, διότι κι αυτά εμεγάλωσαν τον γενικόν τύπον περιόρισαν εις το ελάχιστον και δεν κατάργησαν την ατομικότητα της γυναικός. Οι κουρεμένες γυναίκες είναι ένα και το ίδιο έντυπον, εις μυριάδας τύπων. Θα ήτο παράδοξον αν έμεινε εκείνο έξω από τον Παράδεισον τόσο δημοκρατικής μόδας..».

Επίδειξις κνημών…

Το 1927 μπορεί να χαρακτηριστεί ως ορόσημο «φθοράς» της αθηναϊκής κοινωνίας. Πάντα οι παλιοί γκρίνιαζαν και σχολίαζαν τους νέους, αλλά αυτή τη χρονιά τα πράγματα έγιναν χειρότερα.

Η βασικότερη αιτία ήταν η κοντή φούστα. Κορίτσια πολλών καλών οικογενειών είχαν συλληφθεί στο δρόμο, είχαν οδηγηθεί στο Πταισματοδικείο, είχαν διαπομπευθεί, γιουχαϊστεί, καταδικαστεί και φωτογραφηθεί για τις εφημερίδες για τις γυμνές τους γάμπες. Ένα μέτρο βάρβαρο, που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών, με αποτέλεσμα η Αστυνομία πολύ γρήγορα να το εγκαταλείψει. Οι αρμόδιοι μάλιστα, για να μην εκτεθούν, έβγαλαν ανακοίνωση στις εφημερίδες ότι η συγκεκριμένη αστυνομική διάταξη δεν ισχύει άλλο, αφού οι γυναίκες συμμορφώθηκαν και έτσι ήταν περιττό το μέτρημα της φούστας στους δρόμους. Η αστυνομική διάταξη όριζη απόσταση από το έδαφος μέχρι το κάτω μέρος της φούστας να είναι τουλάχιστον 35 πόντους…

Χρώμα προσώπου ροδαλόν

Η γυναίκα απονέμει μεγάλην σημασίαν εις το ανθηρόν χρώμα του προσώπου της και ευλόγως, διότι αποτελεί αυτό μια από τας καλλονάς του προσώπου και εν τούτοις πολλοί από αυτάς παραμελούν πολλάκις την περιποίησιν και προσέχουν μόνον εις την επιφάνειαν ζητούσαι από την χημείαν και τα αφεψήματα (μαντζούνια) συνδρομήν».

Όταν αυτά τα αιμοφόρα αγγεία εμπεριέχουν υγρόν πλούσιον εις αιμοσφαίρια, είναι απαύστως ανανεούμενα. Το χρώμα είναι ροδαλόν, μια ανθηρότης απλούται επί του προσώπου, η οποία πολλάκις προξενεί την εντύπωσιν της καλλονής, την οποίαν ονομάζουν «καλλονήν του διαβόλου».

Το πενιχρόν και αναιμικόν αίμα, δίδει, επ’ εναντίας, εις το χρώμα εκείνην την ασθενικήν ψυχρότητα η οποία εξωτερικεύεται δια των πρασινωπών ή κιτρινωπών ανταυγειών, αναλόγως της χολερικής ή νευρικής κράσεως του προσώπου.

Καπέλλα και ομβρέλλες

Η μεγάλη μόδα της εποχής είναι οι βελούδινες ομβρέλλες και τα βελούδινα καπέλα. Πράγματι οι εύμορφες βελούδινες ομβρέλλες που η μόδα υποστηρίζει είναι τόσον εύμορφες, και συμπαθείς, ώστε αναγκαζόμεθα να τους συγχωρήσωμεν τα άλλα των μειονεκτήματα.

Όσον αφορά τα καπέλλα, συνηθίζονται όχι όσον τα βελούδινα αλλά τα γαρνιρισμένα με βελούδινες κορδέλλες. Από την εποχήν προτιμώνται τα μεγάλα κανοτιέ ή οι καπελλίνες. Η βελούδινη κορδέλλα έρχεται και δένει με αφέλειαν έναν εύμορφο φιόγκο ή συμπληρούται από εύμορφα βελούδινα άνθη.

Ουρά για .. μανικιούρ

Τώρα κάμνουν ουράν οι Αθηναίοι και εις την μανικύρ. Περιμένουν την αποδίδουν οι αισχροκερδείς εις τα στιλπνά νύχια των. Βλέπει δε κανείς εκεί και γερομπαμπαλήδες να τείνουν τα ρικνά χέρια και προς τα κορτσόπουλα παραδωμένους με ευχαρίστησιν εις τας μαλακάς θωπείας.

Η γενική συνήθεια της μανικύρ, συνέτεινε ώστε πολλοί ομοπολίται να περπατούν με τεντωμένα τα χέρια, όπως επιδεικινύουν τα δάκτυλα των με τα στιλπνά νύχια των. Μερικοί, δια να τα επιδείξουν, καταφανέστρον, ξύνουν με τα δάκτυλα την μύτη των. Θαυμάζεις τις όλας αυτάς σημερινάς προόδους,, αλλά πολύ περισσότερο θαυμάζεις που ευρίσκουν καιρόν οι άνθρωποι να περιμένουν τόσον πολύ και δια την μανικύρ των.

Πράγματι η φιλοκαλλία έχει αναπτυχθεί τεραστίως και εις τους χωρικούς, τους ποιμένας σήμερον. Δεν έχουν μόνον χρυσόν ρολόγι, αλλά και χρυσά δακτυλίδια, χρυσά δόντια. Παρακολούθησα τον εξωραϊσμόν του γίγαντος τσέλιγκα. Αι χερούκλες του εις τα χεράκια της νεανίδος ωμοίαζαν με παλαμάρια εις μεταξωτόν μανδηλάκι. Η νεανίς κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν δια τον εξωραϊσμόν των γαμψών ονύχων του ορεσιβίου…

Ενδύματα θαλασσίου λουτρού για τις αναδυόμενες Αφροδίτες

Ένα άκομψο βαρύ και φαρδύ παντελόνι που κάλυπτε ακόμη και τον αστράγαλο ήταν το πρώτο μαγιό των αρχών του 20ου αιώνα. Οι πιο τολμηρές γυναίκες φορούσαν μαγιό, με μπούστο και σούρες, ζώνη στη μέση και ζατεκάκι από χοντρό μαύρο πλεκτό.

Η γυναικεία επιδειξιομανία και η αντρική οφθαλμολαγνεία ήταν τα κίνητρα που ώθησαν τους σοφούς εμπόρους της εποχής να..ξηλώνουν σιγά σιγά τη θαλάσσια πανοπλία. Κάθε ψαλιδιά στα μαγιό – κοστούμια της εποχής προκαλούσε έντονες αντιδράσεις και η σεμνότυφη κοινωνία οδηγούσε τα μαγιό στα δικαστήρια. Πρώτα αποκαλύφθησαν οι ώμοι, μετά οι αστράγαλοι και μετά ήρθε στη μόδα η ροδαλή επιδερμίδα καθιερώνοντας την ηλιοθεραπεία…

Τη δεκαετία του 1920 οι γυναίκες ανακάλυψαν την ευκολία του μονοκόμματου μαγιό. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η έκρηξη ατομικής βόμβας σ’ ένα μικρό νησί του Ειρηνικού, το Μπικίνι, ενέπνευσε το Λουκί Ρεάρντ, πολιτικό μηχανικό που ασχολούνταν με τη μόδα ως χόμπι, να δημιουργήσει και να παρουσιάσει το μπικίνι.

Από τη ζωή των Ατθίδων – Κοσμική κίνηση

Ήρχισαν οι πρώται συγκεντρώσεις στην υπαίθρια ντάνσιν. Τρίτη, Πέμπτη Σάββατο εις τον Παράδεισον. Τουαλέττες εαρινές, κόσμος κομψοντυμένος.

Εις το παρά τους στύλους του Ολυμπίου Διός Τένις Κλαμπ, κάθε απόγευμα εκτός των τενιστών και τενιστριών συγκεντρώνονται και παίρνουν το τσάι τους ή το παγωτό τους οι πλέον αριστοκρατίζουσσες.

Νέα μόδα επικρατεί τελευταίως εις τους κοσμικούς κύκλους. Καταρτίζονται φιλικαί συντροφιές και κάθε βράδυ φέρνουν βόλτα όλα τα εξοχικά αθηναϊκά και παρά θιν’ αλός ντάνσιν, συναγωνιζόμενοι ποια συντροφιά θα κατορθώσει να μεταβεί εις όλα και την ίδια βραδιά.

Η πρώτη Ελληνίδα «Μις Ευρώπη»

Το 1930 αναδεικνύεται η πρώτη Ελληνίδα «Μις Ευρώπη», Πρόκειται για την Αλίκη Διπλαράκου, με καταγωγή από τη Μάνη. Η καλλονή του Μεσοπολέμου ήταν καστανή, με μεγάλα μάτια, λεπτά χείλια, ύψος 1,68 και αδύνατη, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής.

Για την κατάκτηση της πρώτης θέσης στο διαγωνισμό η εφημερίδα «Καθημερινή» έγραφε: «Ολόκληρος η ελληνική παροικία των Παρισίων πανηγυρίζει από της χθες τον ωραίον θρίαμβον της ελληνικής καλλονής. Η εκλογή της Ελληνίδος υποψήφιας ως «Μις Ευρώπη» αποτελεί το θέμα όλων των συζητήσεων, ιδίως μεταξύ των καλλιτεχνικών κύκλων, οι οποίοι αποδίδουν εις την θριαμβευτικήν νίκην της – την σημασίαν αισθητικού γεγονότος, συμβολίζοντας την επάνοδον της συγχρόνου τέχνης εις τα αιώνια και άφθαστα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής παραδόσεως. Γενικώς τονίζεται ότι η χθεσινή νίκη της Ωραίας Ελληνίδος αποτελεί δια την Ελλάδα την ωραιοτέραν διαφήμισιν και πανηγυρικήν αναγνώρισιν της ελληνικής ευγένειας και συγχρόνως την λαμπροτέραν εισαγωγήν εις τας προσεχείς εορτάς της Εθνικής Εκατονταετηρίδος…»

Το φεμινιστικό κίνημα φουντώνει. Στη Θεσσαλονίκη το έτος 1929 είναι σταθμός για τις γυναίκες, καθώς ιδρύουν την πρώτη Φεμινιστική Ένωση. Γυναικείες εργασίες: υπηρέτριες, εργάτριες γης, πλύστρες, μοδίστρες, υφάντρες, μαίες, νοσοκόμες, κλωστουφαντουργίνες.

Η οικονομική κρίση επηρεάζει τη μόδα…

Η οικονομική κρίση (1929), η ανεργία, αλλά και η παρουσία του εθνικοσοσιαλισμού επηρεάζουν τη δεκαετία του ’30 όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και φυσικά τη μόδα. Ο κινηματογράφος βέβαια και, ιδιαίτερα το Χόλιγουντ έχουν προλάβει να δημιουργήσουν σύμβολα κομψότητας, καθώς γυναίκες θέλουν να είναι λαμπερές και φινετσάτες, όπως οι αγαπημένες τους πρωταγωνίστριες.

Οι γυναίκες τη δεκαετία του 1930 εργάζονται περισσότερο και είναι πιο πολυάσχολες. Προτιμούν πιο απλή εμφάνιση με απλά και πρακτικά ρούχα, που τους δίνουν ελευθερία κινήσεων.

Τα πιο εντυπωσιακά και πολυτελή φορέματα τα φορούν στις βραδινές εξόδους. Τα φορέματα είναι λοξά κομμένα, καλύπτουν τις γάμπες αλλά συχνά αφήνουν την πλάτη έξω. Τα καπέλα, τα γάντια και τα γυαλιά ηλίου είναι τα απόλυτα αξεσουάρ, μαζί με τις τσάντες φακέλους, ή τα μικρά πουγκιά, τις γούνινες εσάρπες και ετόλ από ζώα. Τα παπούτσια είναι οι μυτερές γόβες, οι μπαλαρίνες, τα πέδιλα αλλά και οι πρώτες πλατφόρμες.

Η ηλιοθεραπεία αρχίζει πλέον να γίνεται μανία, ενώ για το πρόσωπο η μόδα θέλει βγαλμένα έντονα φρύδια και ψεύτικες βλεφαρίδες.

Αντί επιλόγου

Σήμερα συμπληρώνονται 32 χρόνια από το θάνατο του τζαμαϊκανού καλλιτέχνη της ρέγκε Μπομπ Μάρλεϋ, του οποίου τα τραγούδια παίζονται ανελλιπώς μέχρι και σήμερα. Ένα από αυτά είναι και το ανεπανάληπτο «no woman, no cry». Δηλαδή χωρίς γυναίκα δεν υπάρχει κλάμα. Είτε χαράς είτε λύπης, τουλάχιστον όμως ζεις… Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο είναι περιττό…

Πηγή: «Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ Η ΠΑΛΙΑ»
Νάντια Σαραντοπούλου – Γιάννη Σαραντόπουλου

Αυτή ήταν η Ελλάδα το 1898 μέσα από 28 σπάνιες φωτογραφίες

Οι φωτογραφίες του Ολλανδού ερασιτέχνη φωτογράφου L. Heldring, που ταξίδεψε στην Ελλάδα και στη Μέση Ανατολή στα τέλη του 19ου αιώνα, ανήκουν στη συλλογή του Rijksmuseum και αποτελούν μια σημαντική μαρτυρία για την κατάσταση της χώρας μας εκείνη την εποχή. – πηγή – lifo.gr

Εσύ ξέρεις πια είναι η οδός Σωτήρος Διός και Σωτείρας Αθηνάς;

Ο πλέον εμπορικός δρόμος στον Πειραιά, που αρχίζει από μια εκκλησία και τελειώνει ξανά σε μια άλλη, ενώ ενδιάμεσα παραλίγο να αποκτήσει κατά μήκος και μια τρίτη!
Πρόκειται για την οδό Σωτήρος Διός που έχει ως αφετηρία την Ακτή Μιαούλη δίπλα ακριβώς από το ναό του πολιούχου Αγίου της πόλης, του Αγίου Σπυρίδωνα, και φτάνει μέχρι ψηλά πάνω στο λόφο της Καστέλλας τελειώνοντας στην οδό Θρασύβουλου δίπλα ακριβώς από την Πλατεία Σταυρού όπου βρίσκεται η εκκλησία του Τίμιου Σταυρού.
 .
Πρωτεύουσα πόλη της ναυτιλίας από την αρχαιότητα ήδη ο Πειραιάς ήταν γεμάτος από ναυτικούς όχι μόνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, αλλά και από όλα τα τότε γνωστά μέρη του κόσμου. Τα ταξίδια την εποχή εκείνη, καθώς έκρυβαν πολλούς κινδύνους, περισσότερους βεβαίως από τα σημερινά, αποτελούσαν τη δεύτερη και σημαντικότερη αιτία θανάτου μετά τον πόλεμο.
 .
Οι αρχαίοι ναυτικοί αντιμετωπίζοντας συχνά κάποιο θανάσιμο κίνδυνο ύστερα από ένα θαλασσινό ταξίδι, προσέφεραν σπονδές και αφιερώματα (τάματα) ευχαριστώντας για τη σωτηρία τους. Οι προσφορές αυτές είχαν ως αποδέκτες τα χάλκινα αγάλματα του Δία και της Αθηνάς που βρίσκονταν εντός ιερού δίπλα ακριβώς στο πειραϊκό λιμάνι. Επρόκειτο για το περίφημο ιερό στην αρχαιότητα τουΔιός Σωτήρος και της Αθηνάς Σωτείρας.
  .
Το ιερό εντός του οποίου στεγάζονταν τα δύο αυτά χάλκινα αγάλματα βρισκόταν εκεί που μεταγενέστερα διαμορφώθηκε ο Τινάνειος Κήπος.
  .
Αιώνες αργότερα (το 1959 μ.Χ.) ένα από τα δύο χάλκινα αγάλματα, αυτό της Αθηνάς Σωτείρας εικάζεται ότι είναι αυτό που βρέθηκε θαμμένο στη συμβολή των οδών Γεωργίου Α’ και Φίλωνος (ο Θησαυρός του Πειραιά), που εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.
  .
 Στην αρχαιότητα λοιπόν το ιερό του Σωτήρος Διός και της Σωτείρας Αθηνάς βρίσκονταν στο κέντρο περίπου του μεγάλο εμπορικού λιμένα, ώστε η προσέγγιση από το ναυτικό κόσμο του λιμανιού να είναι εύκολη.
  .
Η πλησιέστερη οδός που έχει ως αφετηρία τον Τινάνειο Κήπο (κατά συνέπεια το ιερό του Σωτήρος Διός και της Σωτείρας Αθηνάς) είναι αυτή που σήμερα εμείς καλούμε για συντομία Σωτήρος Διός παραλείποντας το εξίσου σημαντικό “και Σωτείρας Αθηνάς”. Ωστόσο τα παλαιότερα χρόνια η οδός αναφερόταν και ως “οδός Σωτείρας” όπως βλέπουμε και στην παρακάτω διαφήμιση της Εμπορικής Σχολής Πειραιώς.
1908 – Οδός Σωτείρας 18
Βεβαίως ο δρόμος αυτός ονομάστηκε Σωτήρος Διός στις 6 Ιουλίου 1881 όταν Δήμαρχος Πειραιώς ήταν οΤρύφωνας Μουτζόπουλος.
  .
Η ονομασία Σωτήρος Διός και Σωτείρας Αθηνάς βρισκόταν σε χρήση για πολλά χρόνια, μέχρι δυστυχώς που οι πολιτικές διαμάχες και ο αγώνας για πολιτική επικράτηση με κάθε τρόπο και μέσο, επιβλήθηκε στην Ελλάδα έναντι οποιασδήποτε άλλης πολιτιστικής, ηθικής, ιστορικής αξίας. Και έτσι τόσο τα τάματα των αρχαίων ναυτικών όσο και οι προστάτες τους ξεχάστηκαν και η μέχρι τότε ιστορική οδός “Σωτήρος Διός” μετονομάστηκε το 1917 σε οδός Εμμανουήλ Ρέπουλη προς τιμή του πολιτικού και υπουργού των Εσωτερικών του Ελευθερίου Βενιζέλου.
  .
Ο Δεκέμβριος του 1917 έφευγε κλείνοντας μαζί του μια τελειωτική νίκη υπέρ του Βενιζέλου και των Συμμάχων, με την βοήθεια των οποίων ο Βασιλιάς και οι υποστηρικτές του εξορίστηκαν.
  .
Η περίοδος του Εθνικού Διχασμού όπως ονομάστηκε βρήκε τη χώρα διαιρεμένη στο λεγόμενο Κράτος των Αθηνών και στο Κράτος της Θεσσαλονίκης, ενώ περιλάμβανε αποβάσεις ξένων δυνάμεων, καταλήψεις, οδομαχίες και βομβαρδισμούς. Φυσικό ήταν και οι ονομασίες των οδών και των Πλατειών να μεταβάλλονταν ανάλογα με το ποια παράταξη επικρατούσε.
  .
Τα δύσκολα εκείνα χρόνια τις περιόδους που επικρατούσαν οι Βασιλικοί η οδός Βενιζέλου άλλαζε όνομα σε οδό Επιστράτων όπως και η Πλατεία Δεξαμενής (Πηγάδας) σε Πλατεία Επιστράτων.
  .
Όταν λοιπόν υπήρξε η τελική επικράτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και των Φιλελευθέρων, ήταν αναμενόμενες ανάλογες μετονομασίες. Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης την περίοδο εκείνη ήταν υπουργός του Ελ. Βενιζέλου, ήταν εκείνος που προλόγισε την πρώτη ομιλία του Βενιζέλου στον Πειραιά που δόθηκε από το μπαλκόνι του παλαιού Δημαρχείου.
  .
Σε εκείνη την ομιλία ο Ρέπουλης γνωρίζοντας το υπέρογκο χρέος που είχε ο Δήμος προς το Δημόσιο, ανακοίνωσε την απαλλαγή των τριών τετάρτων του χρέους, έχοντας στο πλευρό του τον Δήμαρχο Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο. Ο Δήμος Πειραιά απαλλάχθηκε τότε από ένα χρέος που αντιστοιχούσε στο ποσό των δύο εκατομμυρίων δραχμών.
  .
Ο Ρέπουλης (Υπουργός του Βενιζέλου) τον προλογίζει πριν ο Βενιζέλος εμφανιστεί στο μπαλκόνι του Δημαρχείου και μιλήσει στους οπαδούς του. Ο Ρέπουλης γνωρίζοντας το υπέρογκο χρέος που είχε ο Δήμος Πειραιά στα ταμεία του Δημοσίου ανακοινώνει την απαλλαγή των τριών τετάρτων του χρέους (μην ξεχνάμε ότι Δήμαρχος του Πειραιά ήταν ο Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος ο οποίος ήταν Βενιζελικός και στέκεται δίπλα στον Εμμανουήλ Ρέπουλη στο μπαλκόνι, ο μοναδικός που φέρει ημίψηλο καπέλο). Ο πειραϊκός βενιζελικός κόσμος τον αποθεώνει και μετονομάζει προς τιμή του δρόμο Ρέπουλη. Είναι η σημερινή Σωτήρος Διός, ο πιο εμπορικός δρόμος του Πειραιά. Πίσω το μέγαρο Σπυράκη και αριστερά αυτού διακρίνεται η πίσω πλευρά του Δημοτικού θεάτρου.
 .
Ο Αν. Παναγιωτόπουλος τιμώντας έτσι τον ευεργέτη του Πειραιά μετονόμασε τον κεντρικό δρόμο Σωτήρος Διός σε Εμμανουήλ Ρέπουλη.
  .
Όμως και η οδός Ρέπουλη δεν κράτησε, αφού άλλος μεταπολεμικός “Σωτήρας” εμφανίστηκε να τιμηθεί αυτή τη φορά στον Πειραιά. Επρόκειτο για τον Καναδό Πρωθυπουργό Μακένζι Κινγκ. Έτσι η οδός Ρέπουλη (το τμήμα της από τη σημερινή Λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη μέχρι την Ακτή Μιαούλη), μετονομάσθηκε σε οδό Μακένζι Κινγκ το 1947, ονομασία που διατηρήθηκε μέχρι που Δήμαρχος Πειραιά Παύλος Ντεντιδάκης επανέφερε την αρχική ονομασία της οδού σε Σωτήρος Διός σε όλο το μήκος της.
  .
Τα τοπόσημα της οδού Σωτήρος Διός
  .
Στην καρδιά περίπου της οδού Σωτήρος Διός, δηλαδή στο ύψος αυτής με την Πλατεία Κοραή, ξεχωρίζουν τρία κτήρια πραγματικά τοπόσημα. Το Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου, το “νέο” κτήριο της Ιωνιδείου και τέλος το Μέγαρο Κανέττη.
  .
Ο θεμέλιος λίθος του μεγάρου του Πειραϊκού Συνδέσμου τέθηκε στις 24 Μαΐου 1930 στις 11.00′ η ώρα το πρωί από τον τότε Πρόεδρο του Συνδέσμου Δ. Ρεδιάδη, ενώ για να επιτευχθεί η οικοδόμησή του συνάφθηκε δάνειο ύψους 1,5 εκατομμυρίων δραχμών με τους αδελφούς Μίχαλου να προσφέρουν επιπλέον αυτού το ποσό των 250 χιλιάδων δραχμών.
  .
Δίπλα στο Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου βρίσκεται το κτήριο του Α’ Γυμνασίου Αρρένων Πειραιώς(μετέπειτα Ιωνιδείου).
  .
Το νέο κτήριο της Ιωνιδείου ολοκληρώθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1938 ημέρα που τέλεσε λαμπρή τελετή εγκαινίων. Στο οικοδόμημα αυτό προβλεπόταν η λειτουργία 17 αιθουσών διδασκαλίας, εργαστήριο φυσικής και χημείας, αίθουσα τελετών, γραφεία καθηγητικού προσωπικού, ενώ στο υπόστεγο βάσει των σχεδίων κατασκευής του προβλεπόταν να λειτουργήσει σκοπευτήριο!
  .
Το γυμναστήριο προβλεπόταν στην ταράτσα του κτηρίου. Το κτήριο αυτό οφείλει την ύπαρξή του σε μεγάλο βαθμό στον αγώνα που έκανε ο Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας του Α’ Γυμνασίου Αρρένων Πειραιώς, ο ιατρός Μητσόπουλος στον οποίο επίσης οφείλεται και το λαμπρό οικοδόμημα της Λέσχης του Ηπειρωτικού Συνδέσμου  στο οποίο επίσης προέδρευε. Με τα εισοδήματα που θα επέφεραν οι χώροι προς ενοικίαση στο ισόγειο του κτηρίου, θα ήταν δυνατόν να εξοφληθούν τα δάνεια που συνήφθηκαν για την οικοδόμησή του.
  .
1937 το νέο κτήριο της Ιωνιδείου βρίσκεται υπό κατασκευή
Στις 6 Νοεμβρίου 1938 τελούνται τα εγκαίνια του νέου κτηρίου της Ιωνιδείου Σχολής
Η Ιωνίδειος σήμερα

Λίγο πιο πάνω και αφού περάσουμε τη σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου συναντούμε το τρίτο κτήριο που είναι πραγματικό κόσμημα στην οδό Σωτήρος Διός. Κτήριο που ταύτισε το όνομά του με τον επιχειρηματία Ηλία Κανέττη. Δέσποζε την εποχή που η οδός καλείτο Εμμ. Ρέπουλη και είναι το γνωστό κτήριο με τρούλο, το μοναδικό αυτού του είδους που υπάρχει στον Πειραιά, γνωστό ως “Μέγαρο Κανέττη”.

Ο Ηλίας Κανέττης πρωτοποριακός επιχειρηματίας στην εποχή του ανέγραφε σε πινακίδα εντός του κτηρίου που στέγαζε την επιχείρηση υφασμάτων του τα εξής:  

 .
“Δεν θέλουμε να έχουμε κανέναν αγοραστή δυσαρεστημένο, όχι μόνο στον Πειραιά όπου ευρισκόμεθα, αλλά και σε κανένα μέρος της Ελλάδας”
Το Μέγαρο Κανέττη το 1931
Το Μέγαρο Κανέττη το 2016

Ο Ηλίας Κανέττης ήταν ένας πανέξυπνος έμπορος καταστήματος ανδρικής ένδυσης (κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα) με εξειδίκευση όμως στα ανδρικά παλτά όλων των τύπων. Παλτά διπλόπετα ή μονόπετα, βαριά ή περιπάτου, ανδρικά ή παιδικά, ρεγκλάν και κάθε είδους πανωφόρι έβρισκε τη θέση του στο κατάστημά του. Η φήμη του για τα παλτά είχε εξαπλωθεί τόσο, ώστε κατέβαιναν στον Πειραιά για να αγοράσουν παλτά από του Κανέττη.

  .
Ωστόσο ο Κανέττης στήριξε τη διαφήμιση του εμπορικού του, σε μεγάλο βαθμό, στο ίδιο το κτήριο που την στέγαζε, καθώς δεν παρέλειπε σε κάθε ευκαιρία να αναγράφει με μεγάλα γράμματα:
  .
“ΤΟ ΚΤΗΡΙΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΥΛΟΝ”
  .
αντικαθιστώντας έτσι με αυτό τον έξυπνο τρόπο, την ανάγκη απομνημόνευσης εκ μέρους των πελατών, της διεύθυνσης του κτηρίου!
  .
Όποιος έφτανε με τον ηλεκτρικό στον Πειραιά, έφτανε να ρωτήσει “Που είναι το κτήριο με τον τρούλο;” και όλοι γνώριζαν πως επρόκειτο για του Κανέττη.

Η τελική ονομασία που επικράτησε σήμερα για τη συγκεκριμένη οδό είναι απλά “Σωτήρος” παραλείποντας και το “Διός” αλλά και το “Σωτείρας Αθηνάς”.

.

Η οδός Σωτήρος Διός επί Ανδρέα Ανδριανόπουλου (1987 – 1989) πεζοδρομήθηκε και έγινε ένας από τους πλέον εμπορικούς δρόμους της πόλης.

Το γνωστό κατάστημα Maya πριν τη πεζοδρόμηση της οδού Σωτήρος.

 .

Η Σωτήρος όμως παραλίγο στην πορεία του χρόνου να αποκτήσει κατά μήκος της κι άλλον ένα ναό επιπλέον. Πρόκειται για το ναό του Αγίου Χαραλάμπους που τελικά ανεγέρθηκε στην Καστέλλα. Η ιστορία ξεκινά όταν ο Κωνσταντίνος Χρ. Οικονόμου κληροδότησε στον Δήμο Πειραιά το επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, έναντι του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οικόπεδο όπου μέχρι τότε βρισκόταν και λειτουργούσε το θερινό θέατρο “Ολύμπια”. Επρόκειτο για έκταση 825,45 τ.μ. όπου επιθυμία του δωρητή Οικονόμου ήταν ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους να ανεγερθεί εκεί. Τελικά ο Δήμος ύστερα από συμφωνία ανταλλαγής εκτάσεων, θεμελίωσε το ναό του Αγίου Χαραλάμπους στην Πλατεία Καραγεώργη Σερβίας στην Καστέλλα, στις 7 Απριλίου 1965, ενώ μετέτρεψε το κληροδότημα του Οικονόμου σε Πλατεία.

.

Η ιστορία ξεκινά όταν ο Κωνσταντίνος Χρ. Οικονόμου κληροδότησε στον Δήμο Πειραιά το επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, έναντι του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, στο Πασαλιμάνι οικόπεδο όπου μέχρι τότε βρισκόταν και λειτουργούσε το θερινό θέατρο “Ολύμπια”.

.

Στη Σωτήρος Διός και Λουκά Ράλλη βρισκόταν και η παλιά ταβέρνα “Ο Τζίτζης” των αδελφών Ντάλτα η οποία διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία της στις 11 Δεκεμβρίου του 1969 με σκοπό την ανακαίνιση.

  .

Οι αδελφοί Ντάλτα που δεν αρκέστηκαν στην ανακαίνιση του παλαιού “Τζίτζη”, έναντι αυτού άνοιξαν ένα ακόμα εστιατόριο το οποίο εγκαινίασαν στις 10 Μαΐου 1973 παρουσία πλήθους κόσμου καθώς στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Λοσάντα.

.

Ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Λοσάντα στα εγκαίνια του εστιατορίου των Αδελφών Ντάλτα (10 Μαΐου 1973)
Το εστιατόριο των Αδελφών Ντάλτα
Η ιστορία ενός κεντρικού δρόμου μιας μεγάλης πόλης δεν θα ήταν δυνατόν να εξαντληθεί σε μια ανάρτηση. Η οδός Σωτήρος περιλαμβάνει εκατοντάδες μικρές και μεγάλες ιστορίες που αποτελούν μικρό μέρος της συνολικής ιστορίας της πόλης. 
http://pireorama.blogspot.gr/
Οι γραφικοί τύποι του Πειραιά στην παλιά εποχή

Διάφορους γραφικούς τύπους είχε κατά καιρούς ο Πειραιάς. Από τους τελευταίους:

Ο Λάμπρος o Κατάσκοπος. Που αν τυχόν τον πείραζες σε άρχιζε στο Βρισίδι.

Ο Διπλαράκης, ένας κοντόσωμος αδύνατος άνδρας, φορτωμένος με εκατοντάδες παράσημα και μετάλλια, που είχε πάρει από τα παλιατζίδικα, με ράβδο στρατηγού και τσάντα. Εδινε συνεντεύξεις επί παντός επιστητού.

Ο Γιάννης o δεκαρίτσας. Ενας νέος που ζητούσε τρύπιες δεκάρες, και δεν δεχόταν άλλο μεγαλύτερο νόμισμα αφού δεν είχε τρύπα στη μέση. Πρωτοεμφανίστηκε το 1970. Τώρα που δεν υπάρχουν δεκάρες τι ζητάει;

Ο Δημήτρης ο Παραλίας, με τη φανέλα του Ολυμπιακού, πέθανε στις αρχές Ιουλίου του 2008.

Ο Βασιλάκης, ο «μ αγαπάς».

Ο ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

Για το Γιαννάκη διαβάζουμε στο ninac.wordpress.com

Ο Γιαννάκης είναι μια από τις cult φυσιογνωμίες του Πειραιά. Τον θυμάμαι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν τον είχα δει για αρκετά χρόνια, κάποιες, σπάνιες, φορές αναρωτιόμουν τι να γινόταν. Ο Γιαννάκης δεν μεγάλωσε ποτέ αρκετά ώστε να γίνει Γιάννης. Έμεινε, νοητικά, στην ηλικία των 7 ετών, περίπου. Βιολογικά πρέπει να είναι γύρω στα 70, αλλά δεν μπορείς να πεις με σιγουριά. Θα μπορούσε να είναι και λιγότερο ή περισσότερο. Υπολογίζω τόσο με βάση τη δική μου ηλικία και τα χρόνια που τον γνωρίζω. Είναι ήσυχος και φιλικός με όλους, εμπιστεύεται τους μεγάλους απόλυτα και σ’ αυτούς παραπονιέται όταν τον κοροϊδεύουν τα παιδιά. Γυρίζει όλο τον Πειραιά, με τα πόδια ή με λεωφορεία, και πάντα ζητάει λίγα χρήματα από τους καθήμενους σε καφετέριες και ταβέρνες. Ο Γιαννάκης, το μόνο που θέλει είναι να του μιλάς ευγενικά, να μην τον κοροϊδεύεις και να μην του αρνείσαι την οικονομική σου βοήθεια.

Εδώ πρέπει να σας πω το εξής: η λέξη που μπορείς να πεις στο Γιαννάκη και να τον στεναχωρήσεις είναι το ΟΧΙ. Ο Γιαννάκης δεν θέλει ΟΧΙ. Δεν απαιτεί πιεστικά να του δώσεις χρήματα, ούτε σου γίνεται κολλιτσίδα. Μπορείς να αρνηθείς, αρκεί να μην του πεις ΟΧΙ. Ο Γιαννάκης φεύγει χαμογελαστός και συμφωνώντας αν του πεις ΑΥΡΙΟ. Το αύριο το καταλαβαίνει, το αποδέχεται και το περιμένει. Το αύριο έχει ελπίδα για το Γιαννάκη. Το ΟΧΙ, το οριστικό και αμετάκλητο δεν το θέλει. Και αντιδρά όπως τα μικρά παιδιά όταν δεν τους κάνεις τα χατίρια: κλαίει, φωνάζει, χτυπιέται, παραπονιέται. Όλοι δίνουν στο Γιαννάκη και όσοι δεν δίνουν του λένε ΑΥΡΙΟ. Και φεύγει χαμογελαστός.

Χτες ο Γιαννάκης βολτάριζε στην Πλατεία Κοραή. Πάντα καθαρός και περιποιημένος (κάποιο στοργικό χέρι τον φροντίζει με αγάπη, σίγουρα), ο μόνος από τους διάφορους που τα γκαρσόνια δεν κυνηγάνε επειδή ενοχλεί τους πελάτες (αντίθετα τον κερνάνε και τον χαρτζιλικώνουν). Ο Γιαννάκης ήρθε και στη δική μας συντροφιά. Τον χαιρετήσαμε εγκάρδια. Μας παραπονέθηκε για τα παιδιά που τον κοροϊδεύουν, μας τα έδειξε: «αυτός κι αυτός με το ποδήλατο, και οι άλλοι δύο εκεί, οι πιο μεγάλοι». Και συγχωρούσε τους μικρούς «γιατί είναι μικροί και δεν πειράζει» αλλά είχε μεγάλο παράπονο για τους 11χρονους «μεγάλους».

Ο Γιαννάκης στον Πειραιά έχει ασυλία. Η πόλη τον αγαπά και τον φροντίζει, οι κάτοικοί της τον νοιάζονται. Ο Γιαννάκης κάθε μέρα, στον Πειραιά, ζει το Σήμερα και περιμένει το Αύριο. Με χαμόγελο και αισιοδοξία.

Μόνο αυτοί οι «μεγάλοι με τα ποδήλατα» να μην τον κοροϊδεύανε…

Ενας άλλος είναι ο Βασιλάκης. Σύχναζε στην “πασαρέλα”. Και εμείς δηλαδή εκεί συχνάζαμε όταν κάναμε κοπάνα και πηγαίναμε για καφέ στη fontana (στου μπελαμή άραζε η Ιωννίδειος).Ο Βασιλάκης έτρεχε ανάμεσα στα τραπέζια μιμούμενος το τρόλεϊ και λαχανιασμένα περνώντας μας ρωτούσε Μ’ΑΓΑΠΑΣ? Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιοι κάφροι συνοδεύοντας τις κυράτσες τους στο άκουσμα της ερώτησης του πετούσαν νερό και κάποιες φορές αυτό έφευγε καταπάνω του μαζί με το ποτηρι.Ε! Πως θα δείξουμε στο γκομενακι ότι εγώ είμαι ο άντρας και η άλλη η ηλίθια ξεκαρδιζόταν……Τότε γινόταν ο χαμός.

Είναι νεώτερος -μάλλον 35-40. Ο Βασιλάκης τρελαίνεται να κυκλοφορεί με τα λεωφορεία, δίπλα πάντοτε στον οδηγό! Δεν ζητάει χρήματα, απλώς περπατάει κάπως κουτσά, φοράει ακουστικά και μάλλον ακούει μουσική, και… ταξιδεύει! Το τρόλεϊ της Καστέλας και το 040 (το παλιό πράσινο) είναι τα αγαπημένα του. Ο urban myth που κυκλοφορεί είναι ότι ήταν μαθηματική διάνοια που έκαψε τον εγκέφαλό του από το διάβασμα.

Ο ΑΜΙΜΗΤΟΣ ΒΔΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Από τους πιο γραφικούς, αλλά και συμπαθείς τύπους που γνώρισε ο μεσοπολεμικός Πειραιάς και πάντα τους αναθυμάται είναι χωρίς αμφιβολία ο Βδελόπουλος.

Που καθόταν στα σκαλιά του παλιού ναού της Αγίας Τριάδας, πριν καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς της 11ης Ιανουαρίου του 1944 και κήρυττε το λόγο του Θεού.

Στη μασχάλη του κρατούσε πάντα την Αγία Γραφή, και με αποσταμένο, κατακίτρινο προσωπάκι, γκρίζα γατίσια μάτια και σφηνοειδές μούσι, μιλούσε για όσα «έγραφε εκείνο το ιερό βιβλίο».

Βέβαια συχνά γινόταν αντικείμενο χλευασμού της ατίθασης νεολαίας στην οποία άρχιζε τους…εξάψαλμους, ενώ εκείνη συνέχιζε να του φωνάζει:

— Πες κι άλλα δάσκαλε!…

Από τα σκαλοπάτια της Αγίας Τριάδας,…..ο ρήτορας κατακεραύνωνε τους πάντες και τα πάντα… με το «πυρ το εξώτερον», καταριότανε τις κοντές φούστες, τα άσεμνα ξεμπρατσώματα και τα τολμηρά καρέ στα γυναικεία στήθη!…

Ο Βδελόπουλος καταγόταν από το Καστελόριζο. Το δε επώνυμό του οφειλόταν σε παραφθορά του επώνυμου του πατέρα του Αβδέλλα. Και τούτου το επώνυμο οφειλόταν σε ένα παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει από τις βδέλλες.

Ο πατέρας Αβδέλλας, κάθε καλοκαίρι συνήθιζε να περνάει από το Καστελόριζο στην απέναντι τουρκική ακτή και να χώνει τα πόδια του στα λασπόνερα ενός μικρού ποταμιού. Εκεί, κολλούσαν στα πόδια του βδέλλες, τις οποίες όταν έβγαινε από το νερό, μάζευε σε ένα γυάλινο δοχείο, κι όταν επέστρεφε στο νησί τις πουλούσε στους κουρείς, και σε πρακτικούς γιατρούς για αφαιμάξεις. Ετσι έβγαζε ένα καλό μεροκάματο. Από αυτή τη συλλογή του έμεινε το παρατσούκλι Αβδέλλας.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ

Ο “κολοσούρτης” μπροστά στο Δημοτικό.

Ενας σπουργιτάκος της ζωής ήταν ο Γιάννης. Άγνωστου επωνύμου και ακόμα αγνωστοτέρας προελεύσεως και καταγωγής. Εζησεν από παιδάκι στον Πειραιά, μεγάλωσε τρεφόμενος και συντηρούμενος όπως τα πετεινά του ουρανού από την φιλανθρωπίαν των Πειραιέων, εγέρασε και ετάφη και αυτός εις τα τόσον φιλόξενα χώματα του Πειραιώς.

Υπήρξεν ένας από τους πιο ωραίους, αλλά και πιο ήσυχους τρελούς, που εγνώρισεν η πόλις μας. Με όλα τα πειράγμα­τα και την καταδίωξη που υφίστατο ενίοτε από την αλητεία, ποτέ του δεν εθύμωσε ποτέ του δεν εμνησικάκησε, ποτέ του δεν επείραξε έστω και με μια κουβέντα του κανένα. Επέρασε όλη του τη ζωή γνωστός μόνον υπό το όνομα: «Ο Γιάννης ο σιδηρόδρομος»!

Γιατί αυτό το όνομα: Να σας πω φίλοι μου αμέσως.

Είπαμε και άλλοτε, νομίζω, ότι το πρώτο τραμ, συρόμενον από δυο ψωραλέα άλογα, στην γραμμή από_Βρυώνη — πριν, βέβαια, ακόμη χτιστή το ομώνυμον εκεί μέγαρον — ήτανε στα 1896. Λίγο αργότερα έκανε σ’ αυτή τη γραμμή την εμφάνιση του ένα θαύμα προόδου, όπως ενομίζετο την εποχή εκείνη στην μικρή πατριδούλα μας, ο «Κολοσούρτης». Μια μικροσκοπική ατμομηχανή (ντεκοβίλ) σκεπασμένη τελείως τριγύρω απ’ τη μέση και κάτω μέχρι σχεδόν του εδάφους από μαύρες λαμαρίνες που έδινε την εντύπωση ότι αυτή η μηχανούλα δεν έτρεχε αλλά εσύρετο σαν μια κάμπια στη γη, εξ ου και ο λαός την βάφτισε αμέσως «κολοσούρτη».

Την ίδια ακριβώς εποχή έκανε την εμφάνιση του στου Βρυώνη και ο Γιάννης. Ξεφύσαγε και ήσθμαινε πάντοτε, ακίνητος εις στάσιν προσοχής με ήλιο, με βροχή, με αέρα, δίπλα στη μηχανή και έχων τις φούχτες στο στόμα. Αρχίναγε να ξεφυσάη ατμό και να ασθμαίνη η μηχανή; Ξεφύσαγε και ήσθμαινε δυνατά και ο Γιάννης εν τελειοτάτη απομιμήσει. Σφύραγε η μηχανή; Σφύραγε κι’ αυτός. Εκίναγε η μηχανή; Εκίναγε κι’ εκείνος. Ετρεχε η μηχανή; Ετρεχε κι’ ο Γιάννης, περιστρέφων συνεχώς τας χείρας του, δίκην τροχών.

Κι’ αυτό το τρέξιμο το τόσον, βέβαια κουραστικό, κράταγε έως το Δημοτικό θέατρο. Εκεί πια στεκότανε. Επερίμενε το άλλο τραινάκι, που θα ερχότανε απ’ το Νέο Φάληρο για του Βρυώνη και με τας αυτάς πάντοτε ως περιγράψαμε κινήσεις συνέχιζε το φρενήρες τρέ­ξιμο έως του Βρυώνη για να επαναλάβη κι’ από εκεί πάλιν τα ίδια και πάλιν τα ίδια. Και αύτη συνεχώς η δουλειά γινότανε άνευ ουδεμίας υπερβολής, από όρθρου μέχρι βαθείας νυκτός.

Αυτός, υπήρξεν ο Γιάννης ο σιδηρόδρομος. Είχε κι’ έχει πολλούς τύπους η πόλις μας, αλλά ο καλός αυτός ανθρωπάκος υπήρξεν ως τύπος μοναδικός και δεν τον διεδέχθη κανένας.

Μας έδωσε κι’ αυτός επί μακράν σειράν ετών μίαν αθώαν και αδάπανον ψυχαγωγίαν.

ΔΗΜ. Γ. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ
Βασίλης Κουτουζής
Δημοσιογράφος ερευνητής
πηγή www.koutouzis.gr .

Εκατό χρόνια από την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης

Πριν από έναν αιώνα η Θεσσαλονίκη παραδινόταν στις φλόγες, που κατέκαψαν το ένα τρίτο της, φτωχοποίησαν τη μεσαία τάξη και διέγραψαν για πάντα την πολυπολιτισμική όψη της. Από την άλλη, η καταστροφή έδωσε στην πόλη την ευκαιρία να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης μητρόπολης.

Η Θεσσαλονίκη στις φλόγες. [Συλλογή Γιάννη Μέγα/Ψηφιοποιημένη συλλογή Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης]

 

«Λαμπρή αυγουστιάτικη μέρα, όχι πολύ ζεστή χάρη στο Βαρδάρη που φυσά. Σάββατο, τα πάντα είναι κλειστά. Είναι η “Κυριακή” των Εβραίων. Πέντε η ώρα και να που το φως του ήλιου αρχίζει να λιγοστεύει. Από χρυσαφί γίνεται φαιό, μοιάζει να περνά μέσα από ένα πέπλο κοκκινωπό, παράξενο, που ίπταται πάνω από την πόλη και λίγο λίγο πυκνώνει…».

Η ειδυλλιακή εικόνα που περιγράφει ο Γάλλος λοχαγός Inahim Jesse-Asher στις 16 Αυγούστου του 1917, σε λίγο θα γίνει εφιαλτική. Μέσα σε 32 ώρες, το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης θα γίνει παρανάλωμα του πυρός, αφήνοντας 70.000 άστεγους. Η πυρκαγιά του 1917 –η «μεγάλη πυρκαγιά», όπως έμεινε γνωστή στην τοπική ιστορία– αποτέλεσε μια τομή για την πόλη. Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.

Τηγανίζοντας μελιτζάνες

Ήταν 5 Αυγούστου του 1917 (18 με το νέο ημερολόγιο), γύρω στις τρεις το μεσημέρι. Σύμφωνα με το λαϊκό θρύλο, στην περιοχή Μεβλεβί Χανέ, στην οδό Ολυμπιάδος 3, μία νοικοκυρά τηγάνιζε μελιτζάνες πάνω σε μια τρίποδη φορητή φουφού, όταν από μια αδέξια κίνηση αναποδογύρισε τη φουφού, πήραν φωτιά τα ξυλαράκια που είχε για προσάναμμα, οι σπίθες πετάχτηκαν σε σωρούς ξερών χόρτων και κάπως έτσι άρχισε η πιο καταστροφική πυρκαγιά που γνώρισε ποτέ η Θεσσαλονίκη.

O ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος αναφέρεται στο συμβάν στο ποίημα «Η Βυκάνη»:

Αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι’ αρχίσουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες;

μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώση το μεγάλο το κακό
μερόνυχτα να μαίνωνται οι πυρκαϊές
και να σωριάζωνται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε
οι μεγαλουπόλεις.

Σπάνιο ντοκουμέντο από το Κινηματογραφικό Τμήμα του Σερβικού Στρατού.

Πάντως, όπως αναφέρεται στο απαλλακτικό βούλευμα με το οποίο έκλεισε και τυπικά η έρευνα των αρχών, το κακό δεν άρχισε από τις μελιτζάνες. Οι κατηγορούμενες Παρασκευούλα Αδάμ και Δόμνα Σαββόγλου «ήναψαν πυρ προς πλύσιν» στις δέκα το πρωί. H δεύτερη «λουσθείσα, έσβυσε τούτο κατά τας 11 π.μ.» αλλά η μετάδοση της φωτιάς έγινε «εκ τυχαίου γεγονότος, δια σπινθήρος εν τω υπογείω χόρτω».

Οι δύο γυναίκες δεν διώχθηκαν για εμπρησμό, γιατί «κατέβαλον πάσαν επιμέλειαν περί την χρήση της πυράς, ουδ’ ήτον δυνατόν και ο μάλλον συνετός των ανθρώπων να προϊδή ότι ήτο δυνατόν να μεταδοθή πυρ εις το εν τω υπογείω ευρισκόμενον χόρτον εκ σπινθήρος εκ του μαγειρείου και η έκρηξις του πυρός και η εκ ταύτης καταστροφή μεγάλου μέρους της πόλεως […] δεν δύναται να καταλογισθή ταις κατηγορουμέναις…».

Θεωρίες συνωμοσίας και ο “στρατηγός άνεμος”

 

Πάντως και τότε υπήρχαν οι θεωρίες συνωμοσίας της εποχής: γερμανόφιλοι κύκλοι απέδιδαν την πυρκαγιά σε εμπρησμό που προκλήθηκε από βομβαρδισμό από αγγλικά και γαλλικά αεροπλάνα και τα συμμαχικά πλοία που ναυλοχούσαν στο Θερμαϊκό (η Isabel Emslie Hutton, στρατιωτική γιατρός που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη με τη Στρατιά της Ανατολήςαναφέρεται σε αυτές τις φήμες και στην ύπαρξη πολλών κατασκόπων στην πόλη, αλλά υιοθετεί την επίσημη εκδοχή για τα αίτια της φωτιάς). Όμως η εκδοχή των «φίλιων πυρών» από τα στρατεύματα της Entente που φιλοξενούσε η πόλη δεν έχει καμιά λογική, καθώς στο μεταξύ είχε λήξει η περίοδος του Εθνικού Διχασμού και η Ελλάδα είχε κηρύξει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

 

Στην περίπτωση της μεγάλης πυρκαγιάς ο Βαρδάρης, ο «στρατηγός άνεμος» της Θεσσαλονίκης, έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο, μαζί με τη θαλάσσια αύρα που προκλήθηκε από την υψηλή θερμοκρασία. Ακόμα και υπό αυτές τις καιρικές συνθήκες όμως, η πυρκαγιά δεν θα είχε εξαπλωθεί τόσο γρήγορα και σε τέτοια έκταση αν η ρυμοτομία της πόλης δεν ήταν τόσο ασφυκτική –ο μεγαλύτερος δρόμος, η Εγνατία οδός, είχε στο φαρδύτερο σημείο της πλάτος μόλις οκτώ μέτρων, ενώ στο σύνολο της πόλης εντός των τειχών οι ελεύθεροι χώροι δεν ξεπερνούσαν το 20%.

 

Επιπρόσθετα, τα περισσότερα σπίτια στη ζώνη που αργότερα ονομάστηκε «πυρίκαυστος» ήταν ξύλινα, οργανωμένη πυροσβεστική υπηρεσία δεν υπήρχε και τα αποθέματα του νερού είχαν μειωθεί από την ανομβρία του καλοκαιριού, την ώρα που η κατανάλωση είχε αυξηθεί αναλογικά με τον πληθυσμό, που λόγω των προσφύγων από την Ανατολική Μακεδονία είχε φτάσει από 158.000 το 1913 σε 270.000 το 1917. Σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και οι 200.000 Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Σέρβοι και Έλληνες στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής που στρατοπέδευαν στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα τα συμμαχικά στρατεύματα αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλης κλίμακας υδροδότηση των στρατοπέδων και των νοσοκομείων τους, προκειμένου να διοχετευτεί η παροχή του νερού στην κατάσβεση της πυρκαγιάς.

Όπως εύστοχα συμπυκνώνεται στον τίτλο του βιβλίου της αρχιτέκτονα-πολεοδόμου και ομότιμης καθηγήτριας του ΑΠΘ Αλέκας Καραδήμου Γερολύμπου, η Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο ήταν «οχυρωμένο στρατόπεδο, ανοχύρωτη πόλη».

Πώς εξαπλώθηκε η πυρκαγιά

 

Η φωτιά ακολούθησε αρχικά διπλή κατεύθυνση: προς το Διοικητήριο και προς την αγορά, δια των οδών Αγίου Δημητρίου και Λέοντος Σοφού. Ο Βαρδάρης άρχισε να δυναμώνει, στρέφοντας προς το κέντρο της πόλης τις φλόγες, που μέχρι τις 11 το βράδυ είχαν φτάσει στη συνοικία Ουν Καπάν, στην περιοχή μεταξύ της πλατείας Ελευθερίας και της πλατείας Αριστοτέλους. Το ξημέρωμα ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και οι φλόγες στράφηκαν προς τα πίσω. Η επέκταση της φωτιάς σταμάτησε το βράδυ της 6ης (19ης) Αυγούστου, έχοντας κάψει το 40% της πόλης.

 

Στην πρώτη έκδοση της Balkan Νews που κυκλοφόρησε μετά την πυρκαγιά, στις 9 (22) Αυγούστου, ο H.C. Owen περιέγραφε: «Όσο κι αν από την αρχή ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ήταν μεγάλος, καθώς μάλιστα ένας γερός, ζεστός άνεμος φυσούσε εδώ και δύο μέρες, κανείς δεν πίστευε ότι ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης θα μεταβαλλόταν σε καμίνι, ότι η φωτιά θα επεκτεινόταν τόσο γρήγορα, καταβροχθίζοντας ολόκληρους δρόμους και περιφρονώντας κάθε προσπάθεια για την κατάσβεσή της, ότι πριν περάσει η νύχτα η συνηθισμένη μας ζωή θα αναστατωνόταν τόσο βίαια».

Ίσως γιατί πίστευαν ότι η φωτιά θα περιοριζόταν στην Άνω Πόλη και, αν κατέβαινε μέχρι την Εγνατία, ο δρόμος θα λειτουργούσε ως φράγμα προστατεύοντας το εμπορικό κέντρο μέχρι τη θάλασσα. «Όταν όμως ήρθε η ώρα, η φωτιά πήδησε πάνω από την Εγνατία, χωρίς να σταθεί ούτε λεπτό. Θαρρείς και ο Βαρδάρης δημιουργούσε μπροστά του μια δίνη, που ρουφούσε τις φλόγες και τις μετέφερε εκατό μέτρα πιο πέρα. Ήταν ένα απερίγραπτο θέαμα, θα μπορούσε να πει κανείς βιβλικό… Σε τούτη την εβραϊκή συνοικία οι εβραίοι φορούν πάντα τις παλιές τους φορεσιές και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από ένα πολύχρωμο πλήθος, άνδρες, γυναίκες, παιδιά που έκλαιγαν, ούρλιαζαν, ικέτευαν… Οι φλόγες έφθασαν κάτω στη θάλασσα, σε πλάτος 1,5 χιλιομέτρου πάνω στην προκυμαία, σε ένα θέαμα μεγαλειώδες όσο και σπαρακτικό, ένα τείχος από πορτοκαλί και λευκό φως».

 

Στην εκτενή ανταπόκρισή του στο γαλλικό περιοδικό Illustration, ο λοχαγός Inahim Jesse-Asher περιγράφει τον πανικό των πρώτων ωρών: «Μουσουλμάνες περνούν βιαστικά με τον φερετζέ ν’ ανεμίζει στον αέρα, ξεχνώντας από τον φόβο τους να τον κρατήσουν με τα δόντια πάνω στο πρόσωπό τους. Μια εβραία κρατάει ένα μωρό που δεν σταματά να θηλάζει, αδιαφορώντας για τα δάκρυα της νεαρής μάνας του που τρέχει με τα μαλλιά λυτά και πράσινες σατινένιες κορδέλες να της σκεπάζουν το γυμνό στήθος. Ένας γέρος εβραίος με κόκκινο φέσι κι ολόλευκη γενειάδα παραπαίει μέσα στο βαρύ πράσινο παλτό του. Στηρίζει προστατευτικά μια γριά που έχει τα χάλια της, τρέμει, κλαίει, νομίζεις θα πέσει από στιγμή σε στιγμή. Ένα μικρό κοριτσάκι φωνάζει τη μάνα του που χάθηκε μέσα στον κόσμο και σφίγγει προσεχτικά στην αγκαλιά του δύο κότες κι ένα μαξιλάρι χρυσοκέντητο…».

Τι θυμάται σήμερα μια γυναίκα 106 ετών

 

«Αν τη θυμάμαι, λέει…» είπε στο inside story η κυρία Κίτσα Αθυρίδου, 106 ετών σήμερα, όταν τη ρωτήσαμε αν θυμόταν την πυρκαγιά.

«Ήμουν έξι χρονών. Είχαμε πάει στα λουτρά Ισλαχανέ, που ήταν κοντά στου Κεμάλ το σπίτι, η μαμά μου, εγώ και η αδελφή μου. Είχε σουρουπώσει όταν βγήκαμε. Είδαμε καπνό και φλόγες από το μέρος όπου ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά μου, κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Λέει η μαμά μου “ελάτε γρήγορα, πάμε σπίτι να πάρουμε τον μπαμπά, να δούμε ο παππούς και η γιαγιά τι γίνονται”». Η φωτιά δεν είχε φτάσει μέχρι το σπίτι τους στην οδό Απελλού (περιοχή πλατείας Ναυαρίνου). «Μας έβαλε η μαμά να κοιμηθούμε και έτσι όπως ήμασταν με τις νυχτικιές ακούμε φασαρία, ότι ξέφυγε η φωτιά. Φοβηθήκαμε κι αμέσως ο μπαμπάς ειδοποίησε και ήρθε φορτηγό αγγλικό να μας πάρουν».

Ο πατέρας της ασχολούνταν με την παραγωγή και το εμπόριο οίνων και πουλούσε με τα βαρέλια κρασί στους Άγγλους στρατιώτες –εξού και ζήτησε τη χάρη να μεταφερθεί η οικογένειά του σε ασφαλές σημείο. «Μας πήραν αγκαλιά με τα στρώματα και τα μαξιλάρια και μας πήγαν στα εβραίικα τα μνήματα, εκεί που είναι το πανεπιστήμιο τώρα, και κοιμηθήκαμε εκεί δυο βραδιές. Είχε κι άλλο κόσμο στα μνήματα, ψάχναμε να προστατευτούμε, γιατί δεν ξέραμε πού θα πάει η φωτιά. Όταν είδαμε ότι δεν κινδυνεύει το σπίτι, γυρίσαμε. Όμως είχε καεί η επιχείρηση του πατέρα μου, που στεγαζόταν δίπλα από το μέγαρο Στάιν».

 

Το μέγαρο Στάιν στην πλατεία Ελευθερίας ήταν από τα ελάχιστα κτίρια που γλίτωσαν χωρίς την παραμικρή ζημιά, ίσως γιατί ήταν επενδεδυμένο με μάρμαρο. Η ειρωνεία ήταν ότι το μοναδικό κατάστημα που γλίτωσε ήταν στη μαύρη λίστα των συμμάχων για σχέσεις με τον εχθρό, γι’ αυτό και δεν επιτρεπόταν στο συμμαχικό στρατό να το χρησιμοποιεί για αγορές.

«Μικρός τότε, ξαπλωμένος στο στρώμα μου, παρακολουθούσα τις φλόγες, που νόμιζα ότι ήταν πάνω από το κεφάλι μου», διηγείται ο Γεώργιος Σταμπουλής στο βιβλίο «Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912». «Ο δυνατός αέρας έφερνε μαζί με τις σπίθες και κανένα αναμμένο ξυλαράκι και έτσι βρισκόμασταν συνέχεια σε ανησυχία μήπως πέσουν φωτιές κοντά μας, για να τις σβήσουμε αμέσως με το λιγοστό νεράκι που είχαμε μαζί μας σε μπουκάλια, μπαρδάκια και κατσαρόλες».

Την επομένη της πυρκαγιάς

Η φωτιά έκαψε το ένα τρίτο της συνολικής έκτασης της πόλης, αλλά όλως περιέργως τα θύματα ήταν ελάχιστα. Μέσα σε 32 ώρες καταστράφηκαν 9.500 σπίτια και έμειναν άστεγοι 70.000 άνθρωποι, εκ των οποίων 55.000 εβραίοι, 12.500 χριστιανοί και 10.000 μουσουλμάνοι. Καταστράφηκαν επίσης 4.069 από τα 7.695 εμπορικά καταστήματα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισές θέσεις εργασίας από αυτές που υπήρχαν πριν την πυρκαγιά.

Καταστράφηκαν επίσης κτίρια που στέγαζαν διοικητικές υπηρεσίες όπως το δημαρχείο, το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, η Οθωμανική και η Εθνική Τράπεζα, χώροι αναψυχής, τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των κοινοτήτων της πόλης όπως ο Άγιος Δημήτριος, η Αρχιραβινεία με το αρχείο της και το δημοτικό σχολείο της ισραηλίτικης κοινότητας, 16 μεγάλες συναγωγές και 11 εβραϊκά σχολεία, δέκα μουσουλμανικά τεμένη μεταξύ των οποίων το Σαατλί Τζαμί, τυπογραφεία εφημερίδων και άλλα πολλά.

 

Το ύψος των ζημιών προσδιορίστηκε στα 8 εκατ. λίρες Αγγλίας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπάθησαν να αποδώσουν την πυρκαγιά σε διάφορους λόγους (πολεμικές επιχειρήσεις, ευθύνη των συμμαχικών αρχών, εχθρική δραστηριότητα) αλλά τελικά αναγνώρισαν οφειλές 4 εκατ. λιρών και κατέβαλαν λιγότερα από 3 εκατ. λίρες.

Η φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης

«Η πυρκαγιά συνήθως περιγράφεται ως μια εποποιία ανασχεδιασμού και μια επιτυχία ανοικοδόμησης, είχε όμως και μια ελάχιστα φωτεινή πλευρά, τη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της μεσαίας τάξης», αναφέρει ο Δρ. Οικονομικής Ιστορίας και συγγραφέας, Ευάγγελος Χεκίμογλου.

 

Η διαφορά με προηγούμενες πυρκαγιές ήταν ότι αυτή τη φορά ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που κάηκε έχασε πλέον το δικαίωμα στην κατοχή γης και είχε στα χέρια του ένα κτηματόγραφο έναντι της αξίας της περιουσίας του. Με αυτό θα μπορούσε να λάβει μέρος στις δημοπρασίες για τα οικόπεδα της πυρικαύστου. Μόνο που με τη νέα σχεδίαση που ακολούθησε την πυρκαγιά, τα οικόπεδα είχαν διπλάσιο εμβαδόν σε σχέση με τα αρχικά και θα χρειαζόταν να συνδυαστούν πολλά χρεόγραφα για την αγορά ενός οικοπέδου.

Οι δημοπρασίες έγιναν σχεδόν επτά χρόνια μετά την πυρκαγιά, και σε αυτό το διάστημα οι πυροπαθείς στερήθηκαν όχι μόνο το σπίτι τους αλλά και το εισόδημα από την εργασία τους στα εμπορικά καταστήματα της πυρικαύστου. Οι νέοι άντρες της μεσαίας τάξης μετανάστευσαν για να βρουν δουλειά, οι ηλικιωμένοι πέθαναν στις σκηνές και απέμειναν τα γυναικόπαιδα, για τα οποία ο μόνος τρόπος επιβίωσης ήταν να ρευστοποιήσουν το κτηματόγραφο προκειμένου να συντηρηθούν. Έτσι ένα μεγάλο μέρος του κέντρου πόλης πέρασε σε όσους είχαν χρήματα.

Απόσπασμα από την ταινία «1917, Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης», παραγωγή του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, 2012.

Μια ακόμα συνέπεια της πυρκαγιάς, με δεδομένο ότι σε μεγάλο βαθμό η πυρίκαυστος ζώνη κατοικούνταν από Εβραίους, ήταν να αλλάξει ουσιαστικά την πληθυσμιακή και κοινωνική σύνθεση του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Για παράδειγμα, στην εβραϊκή συνοικία Ρόγος, στη σημερινή περιοχή της Αρχαίας Αγοράς, μόλις το 8% ανέκτησε το οικόπεδό του, ενώ το 92% της έκτασης άλλαξε χέρια.

Σύμφωνα με τη δρ. Ρένα Μόλχο, «η εγκατάσταση των πυροπαθών στα προάστια θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να διαγράψει μια κι έξω τον εβραϊκό χαρακτήρα του κέντρου. Είναι εξάλλου σημαντικό το ότι από τις επτά νέες συνοικίες που δημιουργήθηκαν για τους πυροπαθείς (τέσσερις από τη Δημαρχία και την Πολιτεία και τρεις από την Ισραηλιτική Κοινότητα), μία μόνο βρισκόταν κοντά στο κέντρο της πόλης».

Όπως αναφέρει ο κ. Χεκίμογλου, χιλιάδες εβραίοι πυροπαθείς έμειναν άστεγοι και άποροι για χρόνια, ζώντας σε κουρελιασμένα αντίσκηνα, πλημμυρισμένα υπόγεια ή μισοκαμμένα σπίτια. Ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να τους συντηρήσει και το κόστος της πρόνοιας βάρυνε την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.

 

Αυτός ο πληθυσμός απομονώθηκε κοινωνικά και γλωσσικά σε περιαστικούς οικισμούς μέχρι τον εκτοπισμό τους, το 1943, στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία…

Η ευκαιρία για αναγέννηση

Πόσο διαφορετική θα ήταν η Θεσσαλονίκη σήμερα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πυρκαγιά; Όπως όλες οι πόλεις, έτσι και η Θεσσαλονίκη επρόκειτο ούτως ή άλλως να αλλάξει από κάθε άποψη και μάλιστα γρήγορα, λόγω των εξελίξεων, πιστεύει ο καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, Βασίλης Γούναρης. Είχαν ήδη προηγηθεί οι βαλκανικοί πόλεμοι, ήταν σε εξέλιξη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ερχόταν η Μικρασιατική Καταστροφή και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. «Ήταν τεράστιες οι εξελίξεις στην κοινωνία και την οικονομία στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και σε όλον τον πλανήτη. Η πυρκαγιά επιτάχυνε τις εξελίξεις και έκανε πιο ριζική την αλλαγή τοπίου», σημειώνει ο κ. Γούναρης.

 

Το σίγουρο είναι ότι αν δεν βρισκόταν εκεί η Στρατιά της Ανατολής, οι Γάλλοι και επομένως και ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος Ερνέστ Εμπράρ, που εκπόνησε τα σχέδια για την ανοικοδόμηση της πόλης μετά την πυρκαγιά, η όψη της σήμερα θα ήταν τελείως διαφορετική.

Η κυριότερη τομή που επέφερε στη Θεσσαλονίκη το σχέδιο Εμπράρ ήταν ότι εξαλείφθηκε ουσιαστικά η ανατολίτικη όψη και το οθωμανικό παρελθόν της και υιοθετήθηκε ένας αστικός χαρακτήρας δυτικού τύπου. Αν δεν είχε συμβεί η πυρκαγιά, είναι πολύ πιθανό να διατηρούνταν ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της, κυρίως με την παρουσία συναγωγών, μουσουλμανικών τζαμιών και κοινοτικών σχολείων. Από την άλλη, η πυρκαγιά ήταν η “ευκαιρία” της Θεσσαλονίκης να αποκτήσει χαρακτηριστικά σύγχρονης μητρόπολης.

Πράγματι, η πολεοδομική επέμβαση του 1917 εντυπωσιάζει και σήμερα: υπήρχε λειτουργική διαίρεση σε περιοχές κατοικίας, διοίκησης, εμπορίου, προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημιούπολης, συγκοινωνιακές υποδομές με οδικό δίκτυο αυτοκινήτων, περιφερειακή οδό, νέο σιδηροδρομικό σταθμό, τραμ, ακόμη και μετρό! Χάρη σε αυτήν, η πόλη απέκτησε την κεντρική διαπλατυσμένη οδό Εγνατία, τον μνημειακό άξονα της Αριστοτέλους και τον άξονα της πλατείας Ναυαρίνου που συνδέει το Γαλεριανό Ανάκτορο με την Καμάρα και τη Ροτόντα.

 

Σχεδόν πάντα οι δημόσιες συζητήσεις για την πυρκαγιά καταλήγουν στο ίδιο ερώτημα: Πώς θα έμοιαζε η πόλη σήμερα αν είχε εφαρμοστεί στο σύνολό του το σχέδιο Εμπράρ; Ο πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ Νίκος Καλογήρου θεωρεί ότι είναι λανθασμένη η κοινή πεποίθηση ότι το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. «Το σχέδιο Εμπράρ καθόρισε και επηρέασε ουσιαστικά τη σημερινή μορφή της πόλης. Η αλλαγή του αστικού ιστού ήταν χωρίς προηγούμενο στην ιστορία», σημειώνει. Το σχέδιο αλλαξε ριζικά μόνο «όταν παραβιάστηκε βάναυσα με την αύξηση των συντελεστών δόμησης και την κυριαρχία της εξατομικευμένης ανοικοδόμησης», από τη δεκαετία του ’60 κι έπειτα, όταν ανέτειλε η εποχή της αντιπαροχής.

«Εξ ανάγκης αλλά και ως αποτέλεσμα μιας ισχυρής πολιτικής βούλησης, μια πόλη με σύγχρονη μορφή αναδύθηκε μέσα από τα ερείπια, υλοποιώντας στον χώρο τις πιο προωθημένες επιταγές της ευρωπαϊκής πολεοδομίας», σημειώνει η κα Καραδήμου Γερολύμπου.

Οι αλλαγές έδωσαν τον τόνο και για όσα επρόκειτο να συμβούν στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. «Με βάση την εμπειρία της Θεσσαλονίκης γενικεύτηκε η ανάπτυξη των αστικών πολυώροφων κτισμάτων, γενικεύτηκε η χρήση του οπλισμένου σκυροδέματος, προέκυψαν οι γνωστοί θεσμοί της οριζόντιας ιδιοκτησίας και των γενικών οικοδομικών κανονισμών που διαμόρφωσαν την ελληνική πόλη. Όλοι οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν καθοριστεί από τότε», προσθέτει ο κ. Καλογήρου.

Ντοκιμαντέρ της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης για την πυρκαγιά, με τον συγγραφέα Σάκη Σερέφα (παραγωγής 2017).

https://insidestory.gr

Ποια ήταν η περίφημη εξέδρα του Φαλήρου, όπου οι υποψήφιες νύφες πολιορκούσαν τους ομογενείς που έφταναν στην Ελλάδα για διακοπές.

Τον Απρίλιο του 1929 εκδρομείς από την Ένωση Ομογενών των Η.Π.Α. αποβιβάζονται με λέμβους στην αποβάθρα του Νέου Φαλήρου. Στα ανοιχτά μένει αράδα το πλοίο τους να φωτίζει τα βράδια με τα λαμπιόνια του το σκοτάδι του φαληρικού όρμου και να κάνει τον περίπατο στην ακτή ακόμα πιο ειδυλλιακό.

Ανάμεσα στο πλήθος των ελλήνων ομογενών ξεχωρίζουν με την παρουσία τους πέντε δεσποινίδες, οι οποίες είναι καλά ντυμένες χωρίς να φορούν εντυπωσιακά κοσμήματα ή έντονα χρώματα.

Οι ομογενείς, μόλις πατούν το πόδι τους στην εξέδρα, αρχίζουν να τη διαβαίνουν με κατεύθυνση προς τη στεριά και υποχρεωτικά περνούν από μπροστά τους.
Οι πέντε αυτές δεσποινίδες, αμίλητες με ένα μειδίαμα, μοιράζουν σε κάθε διερχόμενο ομογενή από ένα φάκελο. Στην εξωτερική του όψη ο φάκελος φέρει τυπωμένες δύο διασταυρούμενες σημαίες μια ελληνική και μια αμερικανική. Ακριβώς από κάτω, με μεγάλα γράμματα, είναι τυπωμένη στα αγγλικά η λέξη “Welcome”, δηλαδή «Καλώς ήρθατε».

Ομογενείς της Αμερικής στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου. Εκεί διάβαζαν: «Προτιμήσατε τας ελληνίδας. Μην φύγετε χωρίς τον απαραίτητο σύντροφο του βίου σας»

Οι ομογενείς κοιτούν με περιέργεια τους φακέλους και οι περισσότεροι τους ανοίγουν αμέσως για να δουν το περιεχόμενο. Τότε με έκπληξη διαπιστώνουν ότι εντός του φακέλου υπάρχει μια επιστολή που γράφει τα εξής:

Μη φύγετε χωρίς τον απαραίτητο σύντροφο του βίου σας. Προτιμήσατε τας ελληνίδας ως συζύγους, ως μητέρας. Προσφέρετε την μεγαλύτερη υπηρεσία στον εαυτό σας και στην Πατρίδα. Επισκεφθείτε το γραφείο μας: Οδός Μαυρομιχάλη αριθμό …, έναντι θεάτρου Ολύμπια.

Λίγο πιο κάτω, σαν να ήταν υποσημείωση η επιστολή συμπληρώνει: «Το προσωπικό του γραφείου εκ σοβαρών κυρίων και δεσποινίδων». Στο πίσω μέρος της επιστολής είναι τυπωμένο ένα ποίημα του Πολέμη. «Με πόθο ο άντρας ψάχνοντας/να βρει την ευτυχία/ παλεύει ακούραστα, νικά/της φύσεως τα στοιχεία».

Κάτω από τους στίχους υπάρχει κάτι ακόμα ως συμπλήρωμα: Έτσι κι εσείς! Ήλθατε γεμάτοι ζωή, ενθουσιασμό, ελπίδες και πλούτη, με ένα όμως …ψυχικό κενό!

Η εξέδρα του Νέου Φαλήρου ανήκε ιδιοκτησιακά στην εταιρεία Σιδηροδρόμων Αθηνών – Πειραιώς και σε παλαιότερες εποχές χώριζε τα ανδρικά από τα γυναικεία λουτρά

Νύφες από την πατρίδα

Οι ομογενείς που παραλάμβαναν και διάβαζαν την επιστολή έμεναν πραγματικά εντυπωσιασμένοι, καθώς η πρωτοτυπία της και η αισθητική της ξεπερνούσαν σε επαγγελματισμό τις αντίστοιχες αμερικανικές αγγελίες. Έτσι, οι περισσότεροι ομογενείς δεν πέταγαν τις επιστολές, αλλά τις έκρυβαν με επιμέλεια στην τσέπη τους, έχοντας κατά νου πριν επιστρέψουν να πραγματοποιήσουν μια επίσκεψη στο συγκεκριμένο γραφείο συνοικεσίων, το οποίο έφερε την παράξενη επωνυμία «Πανελλήνια Κοινωνική Ένωση».

Δεν είναι γνωστό πόσοι τελικά από τους ομογενείς αποφάσισαν να καλύψουν το «ψυχικό κενό» το οποίο ανέφερε η επιστολή. Γεγονός είναι ότι έκτοτε, κάθε φορά που περιηγητικά πλοία κατέφταναν στον φαληρικό όρμο, διάφορες κυρίες από γραφεία συνοικεσίων αντιγράφοντας τη κίνηση της «Πανελλήνιας Κοινωνικής Ένωσης» προσέφεραν χέρι-χέρι επιστολές με τις διευθύνσεις των γραφείων τους.
Αυτού του είδους η υποδοχή έγινε πανελληνίως γνωστή όπως και το ενδιαφέρον των ελλήνων ομογενών να έχουν νύφες από την πατρίδα. Η φτώχεια που υπήρχε στην Ελλάδα εξανάγκαζε πολλές δεσποινίδες να αναζητήσουν την τύχη τους εκτός συνόρων. Και έτσι γινόταν το πάντρεμα. Με αρχή την περίφημη φαληρική εξέδρα.


Η «βιομηχανία» των συνοικεσίων

Όσο περνούσαν τα χρόνια οι επιχειρηματίες και άλλοι επιτήδειοι μυρίζονταν το χρήμα που είχε η «επιχείρηση νύφες» και μάλιστα σε αμερικανικά δολάρια και επένδυσαν σε γραφεία συνοικεσίων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 τα γραφεία συνοικεσίων πλήθαιναν το ίδιο και οι εκπρόσωποί τους πάνω στη στενή φαληρική εξέδρα. Οι επιχειρηματίες προξενήτρες είχαν παύσει πλέον να ελέγχουν το ποιόν των ελληνίδων «νυφών» στηριζόμενες αποκλειστικά και μόνο στην ανάγκη των Ελλήνων ομογενών της Αμερικής να βρουν ελληνίδα νύφη στο μικρό διάστημα επισκέψεώς τους στη χώρα μας. Έτσι, προτάθηκαν ως κατάλληλες νύφες για πραγματικά σοβαρούς κυρίους, ακατάλληλες κυρίες με «σκοτεινό» παρελθόν και προϋπηρεσία στο μεγάλο λιμάνι ή στην καλύτερη περίπτωση προερχόμενες από αρτίστριες των πειραϊκών βαριετέ.

Άφιξη ομογενών το 1937. Η εξέδρα στολισμένη με ελληνικές σημαίες για την υποδοχή

http://www.mixanitouxronou.gr

Περίπατος στην Ιερά Οδό του 1930. Τα θεάματα, οι κήποι, τα αξιοθέατα και ο Λουκαντζίκος!

Από τις ωραιότερες βόλτες στην προπολεμική Αθήνα ήταν κατά μήκος της Ιεράς Οδού, από την οδό Πειραιώς μέχρι τη Σπύρου Πάτση και κατά μήκος της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί βρίσκονταν τα κέντρα, τα «θεάματα» και οι κήποι. Το δίωρο επτά με εννέα ήταν κατεξοχήν για περίπατο.

Νεαροί, κορίτσια, γυναίκες, παιδιά, γέροι, γριούλες και ατέλειωτη μαρίδα εμφανίζονταν από κάθε γωνιά. Τότε έκαναν χρυσές δουλειές οι πλανόδιοι μικροπωλητές, πασατεμπάδες, παγωτατζήδες, στραγαλατζήδες, λεμοναδοπώλες Τα τραπεζάκια γέμιζαν εύθυμες συντροφιές. Τότε ανθούσαν και τα φλερτάκια με νεανίες που ξεποδαριάζονταν κατά μήκος της Ιεράς Οδού…

Τα καταστήματα της συνοικίας ήταν ένα πραγματικό μωσαϊκό. Πλάι στο μπαρ ξεφύτρωνε το μαγέρικο, πλάι στο μαγέρικο ο καφενές, το αριστοκρατικότερο «Οινοεστιατόριον» ή «Καφεζυθοπωλείον», η απλή ταβέρνα, το «Ζαχαροπλαστείον», το υπαίθριο θέατρο ή ο ρομαντικός κήπος. Εκεί, το καφενεδάκι «Ελβετικόν» του Γερολυμάτου, γεμάτο ταβλαδόρους, εκεί και η ταβέρνα «Υπόγειος Παράδεισος» του Δημητρίου. Στη δε οδό Κωνσταντινουπόλεως, το ζυθεστιατόριο «Δάσος» του Βλάχου, το οποίο είχε κήπο με λεύκες, λυγαριές και ακακίες.

Στα δυτικά της οδού Κωνσταντινουπόλεως υπήρχε το θέατρο «Βοτανικός», όπου ο Κόττας, ο καραγκιοζοπαίκτης της συνοικίας, με όλο τον θίασο επί σκηνής, τον πονηρό Καραγκιόζη, τον αφελή μπαρμπα-Γιώργο, το Κολλητήρι, τον Χατζηαβάτη, διασκέδαζε την τακτική του πελατεία με κωμικοδράματα και ιλαροτραγωδίες! Αλλά η περιοχή διέθετε και θερινό κινηματογράφο, το «Περουζέ».

Ζωηρότατη ήταν η κίνηση και «εις το μέχρι της οδού Πειραιώς -παρά την Λαχαναγοράν- τμήμα». Η Λαχαναγορά βρισκόταν στο ανασκαμμένο σήμερα οικόπεδο, στη γωνία που συμβάλλουν η οδός Πειραιώς με την Ιερά Οδό. Εκεί ήταν το καφενεδάκι «Λουκαντζίκος», ο «Βύρων», το οινομαγειρείο του Παπαδάτου και τα καφενεία «Προβολεύς», «Λεύκα», «Συνάντησις», «Ένωσις» και «Εμπορικόν Κέντρον».

http://mikros-romios.gr

Χρησιμοποιούμε cookie για την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων, την παροχή λειτουργιών κοινωνικών μέσων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. More Info | Close