Τα «αυτόματα υπερπαντοπωλεία» και «η σούπερ- μάρκετ» των αρχών του ΄60

Ένα βιβλίο για τη διαδρομή των 140 χρόνων της ιστορικής φίρμας «Θανόπουλος» προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία κατάδυσης στη μνήμη και στο χρόνο

Ποιο ήταν το πρώτο κατάστημα σελφ σέρβις στην Αθήνα; Το γνωρίζετε; Δεν πρόκειται για κανένα παιχνίδι με τη «μηχανή του χρόνου» αλλά για μια πραγματική χρονική αποτύπωση στη μακρά ιστορική διαδρομή του λιανεμπορίου στην ελληνική πρωτεύουσα.

Για να είμαι ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα και εγώ δεν θα είχα αν δεν έπεφτε στα χέρια μου το βιβλίο των «Θανόπουλων» ( Από τα «Εδώδιμα – Αποικιακά» στα Σούπερ Μάρκετ, με συγγραφείς τις κυρίες Λυδία Σαπουνάκη- Δρακάκη και Μαρία Λουίζα Τζόγια – Μοάτσου, εκδόσεις Καστανιώτη). Στη σελίδα 124 του βιβλίου διαβάζω: «(…) το σύστημα “ευρείας καταναλώσεως με αυτοεξυπηρέτηση” (σέλφ σέρβις) εφαρμόστηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1960, σε ένα μικρό εστιατόριο της εταιρείας “Φλόκας” στο κέντρο της Αθήνας. Πρώτη όμως εφαρμογή του σε κατάστημα τροφίμων έγινε από τους αδελφούς Θανόπουλου το 1961 στο ιστορικό πολυμορφικό παντοπωλείο στα Χαυτεία, όπου μια τριακονταετία νωρίτερα ο Παντελής Θανόπουλος είχε μεταφέρει την επιχείρηση του πατέρα του».

Στην προηγούμενη ακριβώς σελίδα βρήκα ένα άκρως ενδιαφέρον στοιχείο. Σε ένα άρθρο της κεντρώας εφημερίδας του Πάνου Κόκκα «Ελευθερία» το καλοκαίρι του 1960 γινόταν αναφορά σε υπηρεσιακό σημείωμα της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα προς την Ουάσινγκτον στο οποίο περιλαμβανόταν μια εκτίμηση για την αποδοχή της έλευσης των σούπερ μάρκετ από την ελληνική κοινωνία. «Η “σούπερ-μάρκετ” πρόκειται να έλθη εις την Ελλάδα , πληροφορείται μετά χαράς το αμερικανικόν υπουργείον Εμπορίου. Πρόκειται να υπάρξουν πολλαί αντιρρήσεις, χρονογραφήματα, ίσως και διαδηλώσεις, παραδέχονται οι αρμόδιοι. Αλλά έρχεται…».

Ο αρθρογράφος, πάντως, της εφημερίδας «Ελευθερία» έσπευσε να κατατοπίσει τους πιστούς αναγνώστες του για το «Τι είναι η σούπερ- μάρκετ».

Εγραφε, λοιπόν, ο αρθρογράφος: «(…) είναι ένα υπερμοντέρνο υπερπαντοπωλείον όπου κανείς ψωνίζει τα τρόφιμα μόνος του, χωρίς μπακαλόπαιδια και χωρίς κουβέντα».

Το 1963 – ένα στοιχείο και πάλι δυσεύρετο που βρήκα στις σελίδες του βιβλίου για τους «Θανόπουλους»- τα πέντε αδέρφια, όλοι γιοί του Παντελή Θανόπουλου ( που φεύγει από τη ζωή στα 43 χρόνια του το 1948) σε συνεργασία με τον ζυθοποιό Κάρολο Φιξ ιδρύουν την εταιρεία «Θανόπουλος Σέλφ Σέρβις ΕΠΕ» με σκοπό τη δημιουργία αλυσίδας σούπερ μάρκετ. Ο Φιξ έχει το 40 % της εταιρείας αλλά η συμμετοχή του σε αυτήν δεν κράτησε περισσότερο από 2-3 χρόνια. Παρόλα αυτά η Τρίτη των Θανόπουλων είχε μπει για τα καλά στο παιχνίδι και ήταν έτοιμη να υποδεχθεί τόσο τις νέες τάσεις της αγοράς όσο και τις νέες συμπεριφορές των καταναλωτών.

Στο σημείο αυτό ένα μικρό μπρος πίσω στην ιστορία των Θανόπουλων. Ο Παντελής ( Τέλης) Θανόπουλος που ίδρυσε το 1931 το πρώτο ευρωπαϊκών προδιαγραφών κατάστημα τροφίμων στα Χαυτεία όπου πρόσφερε και 20 επιλογές σε έτοιμα σάντουιτς ήταν γιός (μοναχογιός) του Παναγιώτη Θανόπουλου, του ιδρυτή της εμπορικής φίρμας. Το πρώτο κατάστημα της φίρμας «Θανόπουλος» ιδρύθηκε το 1877 στην οδό Αιόλου. Από εδώ αρχίζει η διαδρομή, από τα «Εδώδιμα – Αποικιακά» ενός μπακαλόγατου από τα Μαγούλιανα της Αρκαδίας.

Από τους γιούς του Παντελή ο Δημήτρης (Μίμης) είναι εκείνος που λόγω επιλογών παρέμεινε στο παιχνίδι της αγοράς και είναι ο δημιουργός της επιτυχημένης αλυσίδας premium προϊόντων στα Βόρεια Προάστια. Σήμερα, τη φίρμα «Θανόπουλος» τρέχουν οι δύο γιοί του Μίμη, ο Περικλής και ο Τέλης, η τέταρτη γενιά!

http://www.protothema.gr

9+1 πράγματα που δεν γνωρίζαμε για την Ολυμπιακή του Ωνάση

Το 1957 ο 50χρονος τότε Αριστοτέλης Ωνάσης είχε μόλις γίνει ο δεύτερος άνθρωπος στον κόσμο, πίσω από τον Χάουαρντ Χιουζ της TWA (από τον οποίο, λέγεται, ότι κόλλησε, σε μια συνάντησή τους, το μικρόβιο να ‘’πετάξει’’), που θα είχε τη δική του αεροπορική εταιρεία, την Ολυμπιακή Αεροπορία (πρώην ΤΑΕ). Ας δούμε κάποιες άγνωστες πτυχές της τότε Ολυμπιακής:

1. Οι στολές των αεροσυνοδών ήταν σχεδιασμένες από τον Pierre Cardin και την Coco Chanel.

2. Το προσωπικό της «κοπελιάς του», όπως αποκαλούσε χαϊδευτικά την Ολυμπιακή, έπρεπε να εκπέμπει ζεστασιά, ‘’να μυρίζει Ελλάδα’’. Χαμόγελο, καλή εμφάνιση (στη δεκαετία του ’60 η ΟΑ διέθετε τις πιο ευπαρουσίαστες αεροσυνοδούς), ευγένεια, ηρεμία και ‘’στρατιωτική’’ πειθαρχία χαρακτήριζε όλες τις κοπέλες που εργάζονταν για την Ολυμπιακή Αεροπορία.

3. Τα πληρώματα κατέλυαν στα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου με τις αεροσυνοδούς να δικαιούνται επίδομα κομμωτηρίου και μανικιούρ-πεντικιούρ.

4. Κρυστάλλινα ποτήρια, πορσελάνινα πιάτα, κεριά πάνω στα τραπεζάκια της πρώτης θέσης, επίχρυσα μαχαιροπίρουνα, χαβιάρι και σαμπάνια καταδείκνυαν με περίτρανο τρόπο την βασική φιλοσοφία του Ωνάση, που επιθυμούσε ο πελάτης να αισθάνεται βασιλιάς

5. Στα σχέδια του πολυμήχανου Έλληνα ήταν η προσθήκη πιάνου στα μεγάλα αεροσκάφη.

6. Όλο σχεδόν το διεθνές τζετ σετ πετούσε με τον ελληνικό αερομεταφορέα, πολλοί μάλιστα μόνο και μόνο για να απολαύσουν το ‘’θρυλικό’’ της σέρβις.

7. Είχε προσληφθεί φωτογράφος με αποκλειστική αρμοδιότητα να φωτογραφίζει τους διάσημους που επισκέπτονταν τον Σκορπιό, στη σκάλα με φόντο το σήμα της Ολυμπιακής.

8. Όταν κάποτε η διοίκηση της Ολυμπιακής παραπονέθηκε στον Ωνάση ότι είχαν κλαπεί από επιβάτες πολλά από τα επίχρυσα μαχαιροπίρουνα, εκείνος λέγεται ότι απάντησε: «Ας προτιμούν την εταιρεία μου ακόμη και αν με κλέβουν».

9. Μπορεί να πέρασε τον Ατλαντικό το 1966, να έφθασε μέχρι το Ναϊρόμπι το 1968 και το Σίδνεϊ το 1972, κατορθώνοντας έτσι να γίνει ‘’η εταιρεία των πέντε ηπείρων’’, εξαιτίας όμως της χλιδής, της αύξησης των τιμών των καυσίμων και των υπερβολικών προνομίων μέρους του προσωπικού θα συσσώρευε τεράστια χρέη, τα οποία τα πλήρωνε τόσο ο ιδιοκτήτης της όσο και το ελληνικό κράτος με τη μορφή επιδοτήσεων.

9+1. Ο Έλληνας μεγιστάνας χρησιμοποίησε ως σήμα τους πέντε ολυμπιακούς κύκλους, σε οριζόντια θέση, προσθέτοντας επιπλέον έναν. Οι επιχειρηματικοί κύκλοι και ο Τύπος τον αποθέωσαν για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο, καθώς επρόκειτο για το πιο αναγνωρίσιμο σήμα που θα μπορούσε κανείς να επιλέξει για την εταιρεία του.

http://www.epixeiro.gr

Ιστορίες από την παλιά Αθήνα

Ποιος ήταν ο Μπαρμπα-Γιάννης ο Κανατάς; Πού βρισκόταν το πρώτο εστιατόριο της πόλης; Ιστορίες που δεν έχετε ξανακούσει, από την Αθήνα του 19ου αιώνα.

Η Αθήνα του 19ου αιώνα είναι μια πόλη γοητευτική. Όχι λόγω της ρομαντικής εικόνας που έχουμε στο μυαλό μας για τους αιώνες που προηγήθηκαν του 20ου, επειδή αγνοούμε το γεγονός ότι για κάθε κυρία με τα κρινολίνα της υπήρχε ένας αχθοφόρος που την κουβαλούσε στην πλάτη για να μην πατήσει τις λάσπες και τα αίματα που πλημμύριζαν τους δρόμους έξω από τα σφαγεία. Κυρίως γατί οι ιστορίες της ασκούν τη μυστηριακή εκείνη γοητεία μιας πόλης και μιας εποχής για τις οποίες δεν ξέρουμε πολλά. Πέντε τέτοιες ιστορίες συγκεντρώσαμε, για να σας τηλεμεταφέρουμε στην Αθήνα του Όθωνα, του Σουρή και του Μπαρμπα-Γιάννη του Κανατά.

Ο Μπαρμπα-Γιάννης ο Κανατάς: Κάτοικος της οδού Υπερείδου στην Πλάκα, ο μπαρμπα-Γιάννης εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1860 με το γαϊδουράκι του φορτωμένο με κανάτια και άρχισε να γυρίζει όλη την Αθήνα. Το επίθετό του ήταν και παρέμεινε άγνωστο, όπως και η καταγωγή του. Τις Κυριακές, μεταμφιεσμένος σε αριστοκράτη, σύχναζε στα καφενεία Η Ωραία Ελλάς και Σολωνείον. Οι εφημερίδες ασχολούνταν συχνά μαζί του, ενώ η ορχήστρα της Φρουράς τον υποδεχόταν με το γνωστό γι’ αυτόν άσμα τα απογεύματα στην Πλατεία Συντάγματος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880, ο μπαρμπα-Γιάννης εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, ακριβώς όπως είχε εμφανιστεί, προκαλώντας όργιο φημών.

Τα Χαφτεία: Και όχι «Χαυτεία», όπως έχει επικρατήσει να τα γράφουμε, πήραν το όνομά τους από τον Γιάννη Χάφτα, που είχε εδώ (στο τελευταίο τμήμα της οδού Αιόλου, ανάμεσα στις οδούς Σταδίου και Πανεπιστημίου) το περίφημο καφενείο του από τις αρχές της δεκαετίας του 1840. Περιοχή κακόφημη ως τα τέλη του 19ου αιώνα, τα Χαφτεία φιλοξένησαν τα δημοφιλέστερα καφενεία της πόλης, μεταξύ των οποίων το Σολώνειον, όπου σύχναζαν οι αντι-οθωνικοί, και συναντιούνταν μάρτυρες μονομαχιών και… μαγκουρομαχιών, οι οποίες συγκαλούνταν για λόγους πολιτικής ευθιξίας, τιμής αλλά και επίδειξης ανδρείας, και αποτελούσαν το αγαπημένο κουτσομπολιό των Αθηναίων της εποχής.

Οι λούστροι της Ομόνοιας: Νεαροί, με καταγωγή οι περισσότεροι από την Μεγαλόπολη, απέδιδαν τα κέρδη τους στον «αρχηγό» τους, ο οποίος ήταν συμπατριώτης τους που είχε νοικιάσει τα παιδιά από τους γονείς τους. Ζούσαν πολλοί μαζί σε άθλιες συνθήκες, θύματα σκληρής εκμετάλλευσης και κακοποίησης από τους εκμισθωτές τους, τους λεγόμενους «μαστόρους».

Χαρακτηριστικά, μάλιστα, ο Ιωάννης Κονδυλάκης στους Άθλιους των Αθηνών αναφέρει ότι «Και ανεγνωρίζετο εξίσου θεμιτόν να πουλά κανείς τον γάιδαρόν του και το παιδί του. Το περίεργον δε είναι ότι ένας γάιδαρος επωλείτο πολλάκις ακριβότερα από ένα παιδί, ώστε να καταντά να αισθάνεται ο λαμπρός πατήρ μείζονα αγαλλίασιν όταν εγέννα η γαϊδούρα του, παρά όταν εγέννα η σύζυγός του». Οι λούστροι ήταν επίσης και οι συνήθεις ταχυδρόμοι των Αθηναίων, για σημειώματα και ερωτικά ραβασάκια –«το πήγαιναν και το γράμμα», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Β. Αττικός στο βιβλίο του «Τα λουστράκια».

Το Μετς: Μια από τις ωραιότερες αθηναϊκές γειτονιές, αραιοκατηκημένη έως το 1880, πήρε το όνομά της από την ομώνυμη μπυραρία που άνοιξε εδώ ο Κάρολος Φιξ (της γνωστής βαυαρικής οικογενείας του εργοστάσιου μπύρας) και την οποία βάφτισε έτσι σε ανάμνηση της μάχης στη γαλλική πόλη Μετς, όπου οι συμπατριώτες του νίκησαν τους Γάλλους το 1870. Μέχρι το 1900, η μπυραρία του ήταν το απόλυτο κέντρο αναψυχής για τους Αθηναίους της καλής κοινωνίας.

Αργότερα παρήκμασε, μαζί με την υπόλοιπη περιχή, η οποία απέκτησε το προσωνύμιο «Παντρεμενάδικα», από τις ξύλινες πρόχειρες κατασκευές που στέγαζαν τα παράνομα ραντεβού των παντρεμένων Αθηναίων. Το 1908, το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να αλλάξει το όνομα της περιοχής, καθότι το Μετς ακουγόταν πολύ γερμανικό και το Παντρεμενάδικα πολύ υποτιμητικό, σε «συνοικία του Αρδηττού», το οποίο όμως ποτέ δεν επικράτησε.

Η Αγία Ειρήνη: Η πρώτη μητρόπολη της Αθήνας ήταν η εκκλησία στην οποία γινόταν η ανάδειξη του δημάρχου της πόλης και εκείνη που φιλοξένησε τον εορτασμό της ενηλικίωσης του Όθωνα –ο οποίος δεν φορούσε στέμμα και δεν κρατούσε σκήπτρο κατά τη διάρκεια της τελετής, γιατί το καράβι που θα τα έφερνε δεν έφτασε εγκαίρως στην Αθήνα. Ήταν, επίσης, εδώ που εορτάστηκαν για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου, όταν ορίστηκε ως επέτειος της Επανάστασης, το 1838, και η πρώτη επέτειος του Συντάγματος.

Ακριβώς απέναντι από την εκκλησία, επί της οδού Αιόλου, το Καφενείο της Ευρώπης, που λειτουργούσε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, ήταν το πρώτο στην πόλη που διέθετε μπιλιάρδο. Σχεδόν δίπλα του, τη δεκαετία του 1830 άνοιξε τις πόρτες του το πρώτο εστιατόριο της Αθήνας, η Πετρούπολις. Μέχρι τότε, εστιατόρια διέθεταν μόνο τα ξενοδοχεία. Από χρονικογράφο της εποχής, μάλιστα, έχει γραφτεί ότι οι πελάτες σκούπιζαν τα χέρια τους στο πίσω μέρος της φουστανέλας του γκαρσονιού –το μπροστινό το χρησιμοποιούσε μόνο ο ίδιος, για τα δικά του χέρια. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1841, μερικά μέτρα πιο πάνω, στη συμβολή της Αιόλου με την οδό Βύσσης, ο Σπυρίδων Παυλίδης άνοιξε το Γλυκισματοποιείον του, τον πρόδρομο της σοκολατοποιίας που αργότερα στεγάστηκε στο μεγάλο εργοστάσιο της Πειραιώς. Εδώ παρασκευάστηκε, το 1861, για πρώτη φορά σοκολάτα στην Ελλάδα.

(*) Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο των Θανάση Γιοχάλα και Τόνιας Καφετζάκη, «Αθήνα- Ιχνηλατώντας την Πόλη με οδηγό την Ιστορία και τη λογοτεχνία», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 2012

Ιστορίες δύο δρόμων

Ο Αμερικανός φωτογράφος ουκρανικής καταγωγής Ντμίτρι Κέσελ είναι κατεξοχήν γνωστός για τη σειρά φωτογραφιών από τη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβριο του ’44, οι οποίες δημοσιεύονταν στο περιοδικό «LIFE»∙ από εκείνες τις φωτογραφίες, μικρό μονάχα μέρος είχε δημοσιευτεί στην Ελλάδα το 1994, με αφορμή τα 50 χρόνια από τον Μεγάλο Δεκέμβρη (Dmitri Kessel, «Ελλάδα του ‘44», εκδόσεις «Άμμος»). Μία από τις ελάχιστα γνωστές φωτογραφίες του τραβήχτηκε αμέσως μετά το τέλος των μαχών, μάλλον στις 4 Ιανουαρίου 1945.

Εικόνα 1. Τμήμα της οδού Σατωβριάνδου, φωτογραφημένο από τον Κέσελ.

Λοξά απέναντι, βλέπουμε ένα όμορφο εκλεκτικιστικό κτίριο, στο 18 της Σατωβριάνδου και Ίωνος 5, το οποίο υπέστη ζημιές από βρετανικό τεθωρακισμένο και το ισόγειό του κάηκε. Σήμερα στη θέση του υπάρχει το απρόσωπο κτίριο του ΟΑΕΕ. Εκείνη την περίοδο, στέγαζε και το ξενοδοχείο «Κασταλίας», σύμφωνα με οδηγό-κατάλογο από τις αρχές του 1944.

Τα αμέσως πλαϊνά κτίρια έχουν κατεδαφιστεί σε κάποια μεταπολεμική φάση. Διατηρείται, ωστόσο, ακέραια η μεγάλη μεσοπολεμική πολυκατοικία στη συμβολή της Σατωβριάνδου 22 και Σωκράτους, η οποία φαίνεται δεξιά στο βάθος της φωτογραφίας. Στην απέναντι μεριά, δηλαδή στο 17 και στο 15, υπήρχαν και σώζονται μέχρι σήμερα δύο μικρότερες μεσοπολεμικές πολυκατοικίες, οι οποίες δεν φαίνονται στη φωτογραφία του Κέσελ. Στα δεξιά της φωτογραφίας, διακρίνεται τραυματισμένο το νεοκλασικό στο 16 της Σατωβριάνδου.

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, δηλαδή το 1946, έρχεται στην Ελλάδα με τα βρετανικά στρατεύματα ο ζωγράφος Carel Victor Morlais Weight, 38 ετών τότε, ο οποίος είχε την ιδιότητα του «official war painter». Έχοντας περάσει από την Αυστρία και την Ιταλία, εργάστηκε και στην Ελλάδα, αφήνοντας πολύτιμα, αλλά πολύ λίγο γνωστά, ζωγραφικά τεκμήρια από την ταραγμένη περίοδο αμέσως πριν από την έναρξη του εμφύλιου, τα οποία βρίσκονται στα αρχεία του Imperial War Museum.

Χάρη σε ένα ζωγραφικό τεκμήριο του Morlais Weight, γνωρίζουμε ότι το κτίριο της Σατωβριάνδου 16 δεν γκρεμίστηκε αμέσως – παρά τις φθορές στη διάρκεια των μαχών του Δεκέμβρη. Αυτό το κτίριο ακουμπούσε, όπως βλέπουμε,  στο μέχρι σήμερα σωζόμενο, αλλά έρημο πια, ξενοδοχείο «Ελλάς» (Σατωβριάνδου 14 και 3ης Σεπτεμβρίου 5), το οποίο είχε λειτουργήσει κατά τον ύστερο Μεσοπόλεμο και επί Κατοχής ως «Βερολίνον». Με έναν μαντρότοιχο χωριζόταν από το κτίριο της Ίωνος 6 και δεν διέθετε πρόσοψη σ’ εκείνον τον δρόμο.  Σε άγνωστο μεταπολεμικό χρόνο κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από ένα αλλόκοτο τσιμεντένιο κτίριο, εγκαταλειμμένο σήμερα κι αυτό, το οποίο εκτείνεται και στο 6-8 της οδού Ίωνος (σημ. Κοτοπούλη).

Στο ίδιο ζωγραφικό τεκμήριο, διακρίνουμε – σαν σε συνέχεια της προηγούμενης φωτογραφίας του Ντμίτρι Κέσελ – την οδό Σατωβριάνδου μέχρι την Πατησίων-στο βάθος διακρίνεται η μεσοπολεμική πολυκατοικία της οδού Πατησίων 10, η οποία εντοπίζεται και σε φωτογραφία του Κ. Παράσχου από το 1942. Μεταξύ των άλλων, διακρίνουμε το μέγαρο 3ης Σεπτεμβρίου 6 και Σατωβριάνδου 12, που σήμερα στεγάζει την ΕΥΔΑΠ, αλλά και τα νεοκλασικά στο 10, το 8 και το 6 της Σατωβριάνδου, εκ των οποίων σήμερα έχει σωθεί μόνο το δεύτερο, αλλά και την πιάτσα των ταξί που υπήρχε τότε εκεί.

Εικόνα 2. Τμήμα της Σατωβριάνδου μέχρι την Πατησίων (C. V. Morlais Weight)

Ενδιαφέρον είναι πως μια φωτογραφία Βρετανού στρατιώτη από το 1945 απαθανατίζει από την ίδια σχεδόν οπτική γωνία το τμήμα της οδού Σατωβριάνδου, που είδαμε στο ζωγραφικό τεκμήριο του Carel Victor Morlais Weight.

Τόσο η φωτογραφία όσο και το έργο του ζωγράφου πρέπει να έγιναν από μπαλκόνι εκείνης της μεσοπολεμικής πολυκατοικίας, η οποία δεν υπέστη ζημιές στις δεκεμβριανές μάχες, αλλά στην εποχή μας απέμεινε μια πληγή ανοιχτή – και ίσως ένα άλυτο ακόμα τοπογραφικό αίνιγμα, σε έναν δρόμο όπου μικρομεσαία και ανερχόμενα μεσαία στρώματα συνυπήρχαν με λαϊκά και εργατικά στοιχεία∙ αυτό το κράμα αποτυπώνεται και στην αρχιτεκτονική, αλλά και τις επαγγελματικές χρήσεις του δρόμου κατά τις δεκαετίες ’30 έως ‘50.

Εικόνα 3. Η οδός Σατωβριάνδου σε φωτογραφία Βρετανού στρατιώτη από το 1945

Ας επιστρέψουμε, όμως, πάλι στον Ντμίτρι Κέσελ: σε μια άλλη φωτογραφία του από τις αρχές Ιανουαρίου 1945, βλέπουμε το κτίριο της Σατωβριάνδου 18 από την άλλη του πρόσοψη, επί της οδού Ίωνος 5. Ακριβώς δίπλα του, στα δεξιά, Ίωνος 7, διακρίνεται με βεβαιότητα το ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ», το οποίο υπάρχει και λειτουργεί καλά ανακαινισμένο στις μέρες μας. Παρεμβάλλεται η οδός Ξούθου και η μονή αρίθμηση της Ίωνος συνεχίζει με δύο κατεδαφισμένα σήμερα κτίρια στο 9 και το 11, αντιστοίχως. Στο βάθος, φαίνεται ένα επίσης κατεδαφισμένο σήμερα σπίτι, στο 26 της Βερανζέρου, εκεί περίπου όπου σήμερα υψώνεται το ξενοδοχείο «Ηνίοχος» (σε άλλη φωτογραφία του Κέσελ από την ίδια ενότητα, αποτυπώνονται και τα πλαϊνά κτίρια προς την πλατεία Λαυρίου). Στη ζυγή αρίθμηση της Ίωνος, διακρίνεται δεξιά ένα μικρό τμήμα από το μπαλκόνι του κατεδαφισμένου σήμερα νεοκλασικού στην Ίωνος 6∙ ακολουθεί το εκλεκτικιστικό μέγαρο στο 8, που υπέστη βαριές ζημιές, ακέραιο διακρίνεται το κτίσμα της Ίωνος 10, με τα τρία παράθυρα στον όροφο, όπως και το αμέσως πλαϊνό του μέγαρο, Ίωνος 12. Όλη αυτή η περιοχή γύρω από την Ομόνοια είχε στρατηγική θέση για τη συμπίεση του ΕΛΑΣ και την κατάληψη του «Στάλινγκραντ της Αθήνας», του Μεταξουργείου, κατά την τελευταία φάση των δεκεμβριανών μαχών.

Εικόνα 4. Η οδός Ίωνος μεταξύ Σατωβριάνδου και Βερανζέρου, φωτογραφία του Ντμίτρι Κέσελ.

Χάρη σ’ αυτή τη φωτογραφία του Κέσελ, μπορούμε να αναγνωρίσουμε με απόλυτη βεβαιότητα σε ένα άλλο ζωγραφικό τεκμήριο του Carel Victor Morlais Weight από το 1946 την οδό Ίωνος – και πάλι μεταξύ Σατωβριάνδου και Βερανζέρου – μολονότι η οπτική γωνία του ζωγράφου το 1946 αποκλίνει από εκείνη του φωτογράφου στις αρχές Ιανουαρίου του 1945.

Εικόνα 5. Η οδός Ίωνος μεταξύ Σατωβριάνδου και Βερανζέρου (C. V. Morlais Weight)

Καθαρά διακρίνεται εδώ η ζυγή αρίθμηση της οδού Ίωνος από τη μεσοτοιχία του 8 με το 10 μέχρι τη Βερανζέρου∙ κι εδώ, ξεχωρίζει στο βάθος το διώροφο σπίτι στο 26 της Βερανζέρου, στο οποίο έχουν αποκατασταθεί οι ζημιές: δείχνει κατοικημένο και στο υπόγειό του λειτουργεί συνεργείο με ανταλλακτικά αυτοκινήτων, όπως διαβάζουμε στην ταμπέλα και επιβεβαιώνεται από διαφημιστική καταχώρηση των αρχών του 1946. Το μέγαρο στην οδό Ίωνος 8 ρημάζει κλειστό, χωρίς να έχει αναλάβει από τις βαριές πληγές των μαχών του Δεκέμβρη. Υπό κατεδάφιση βλέπουμε, ωστόσο, το μέγαρο στην Ίωνος 12, το οποίο με βάση τη φωτογραφία του Κέσελ δεν είχε υποστεί σοβαρές ζημιές.

Επιπλέον, διαπιστώνουμε ότι το εκλεκτικιστικό κτίριο στη γωνία Ίωνος 5 και Σατωβριάνδου έχει επισκευαστεί: η ίδια γωνία που χάσκει μισογκρεμισμένη στη φωτογραφία του Κέσελ έχει διευθετηθεί εδώ σε καμπαρέ: «Τιτάνια» γράφει η ταμπέλα. Μήπως ήταν μια ευκαιριακή αλλαγή ονομασίας του καμπαρέ «Μιμόζα», το οποίο λειτουργούσε στο κτίριο και ήταν επίσης γνωστό ως «αθηναϊκή μπουάτ»; Μέχρι τώρα έχω εξακριβώσει ότι σ’ αυτό το μεγάλο και πολυχρηστικό κτίριο συστεγάζονταν το 1946 υπηρεσίες του ΤΕΒΕ (του οποίου το κτίριο ήταν ιδιοκτησία), τα λουτρά «Φοίνιξ», η γενική αντιπροσωπία των ιαματικών νερών Αιδηψού, αλλά και ο ξενώνας «Κασταλίας», ο οποίος πιθανώς να είχε σχέση με τις δύο προηγούμενες επιχειρήσεις∙ εκεί διατηρούσε την ίδια χρονιά γραφεία και ο Πετζετάκις, με αντιπροσωπεία για τα «Δάνεια ανασυγκροτήσεως σχεδίου Μάρσαλ», στην τροχιά της νέας φάσης της συσσώρευσης.

Ο Morlais Weight έχει απαθανατίσει την ατμόσφαιρα μιας γειτονιάς και μιας εποχής: ο μικρός που περιμένει με το κατοχικό «Εκτε-Μετα» έξω από το καμπαρέ «Τιτάνια», ένας λαϊκός μποέμ με τραγιάσκα κι ένα κορίτσι (grisette της Ομόνοιας;), η μαυροφορεμένη μάνα και το κοριτσάκι της, ο μικροπωλητής κι ο στρατιώτης, πληθωρικοί παπάδες, άνθρωποι του ισχνού μεροκάματου και μεσοαστοί των επαγγελματικών γραφείων της Ομόνοιας∙ τα «σεραφείμ και χερουβείμ» της μεταδεκεμβριανής τάξης στα πρόθυρα του εμφύλιου, στην «κοιλιά» της Ομόνοιας με τις κρυμμένες γωνιές, τα μυστικά περάσματα και το μεθυστικό ανακάτωμα του πλήθους.

Μποέμ, ηθοποιοί, ρεμπέτες, εργάτριες και χαρτοπαίκτες, υπάλληλοι και ιδιοκτήτες σε εχέμυθες αναζητήσεις συγκινήσεων διασταυρώνονταν κι εναλλάσσονταν σ’ εκείνους τους δρόμους: Στη Σατωβριάνδου, λειτουργούσαν από τη δεκαετία του ’30 οι μάλλον κακόφημες «Λέσχη Καλλιτεχνών» στο 21 και «Ιονική Λέσχη» στο 8. Λίγο πιο πέρα, Ομόνοιας και Γ΄ Σεπτεμβρίου, άπλωνε για κάμποσες δεκαετίες τα τραπέζια του το φημισμένο καφενείο των ηθοποιών, «Το Στέμμα». Στην οδό Ίωνος, όμως, μαρτυρείται το θρυλικό στέκι των κορυφαίων του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού, το «μπαρ του Μάριου», όπως ονομάστηκε από τον ιδιοκτήτη του, τον συριανό Μάριο Δαλέζιο. Πρώτης γραμμής εκπρόσωποι του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού συναντιόντουσαν εκεί, πρόβαραν τραγούδια, κατέστρωναν προγράμματα, γλεντούσαν και τσακώνονταν μαζί με τις υπόλοιπες «φυλές» του κόσμου της Ομόνοιας.

Το «μπαρ του Μάριου» λειτούργησε από το 1946 μέχρι το 1962∙ έχουν γραφτεί αρκετά κι αξίζει να γραφτούν περισσότερα και συστηματικότερα γι’ αυτό το στέκι. Ωστόσο, υπάρχει μια αοριστία στον τοπογραφικό εντοπισμό του. Βρισκόταν στο 5 της οδού Ίωνος, όπως συχνότερα γράφεται; Ή ακόμα στο 6, όπως έχει υποστηριχτεί από άλλους; Αν επιστρέψουμε στο ζωγραφικό τεκμήριο του Morlais Weight, μάλλον θα κατορθώσουμε να δώσουμε μια απάντηση: στα δεξιά, δηλαδή στη ζυγή αρίθμηση της Ίωνος, διακρίνουμε ανάμεσα στο μέγαρο της Ίωνος 8 που ρημάζει και το μέγαρο της Ίωνος 12 που  κατεδαφίζεται, το κτίριο της Ίωνος 10, με τα τρία μονόλοβα παράθυρα στον όροφο, να απεικονίζεται σε πολύ καλή κατάσταση και με ταμπέλα καταστήματος στην πρόσοψη του ισογείου του. Σ’ αυτή την ταμπέλα, όπως έχει αποδοθεί από τον Morlais Weight, τις βιαστικές πινελιές διαδέχεται ευκρινώς η λέξη «Μάριος», αντιγραμμένη με ακρίβεια από τον ζωγράφο που δεν γνώριζε ελληνικά. Επίσης, στοιχεία της πρόσοψης από φωτογραφία με τον ιδιοκτήτη – που δημοσίευσε πριν από χρόνια ο αείμνηστος Πάνος Γεραμάνης – ταιριάζουν με την απεικονιζόμενη πρόσοψη στο ζωγραφικό τεκμήριο.

Εικόνα 6. Ο Μ. Δαλέζος μπροστά στο μπαρ του (φωτογραφία δημοσιευμένη από τον Π. Γεραμάνη).

Μήπως το πατάρι του στενόμακρου μαγαζιού βρισκόταν σε τμήμα του ορόφου με τα τρία μονόλοβα παράθυρα; Ή ήταν ξεχωριστή κατασκευή σαν προέκταση του ισογείου; Το μόνο σίγουρο είναι πως εκεί ο ιδιοκτήτης οργάνωνε περιστασιακά και βραδιές με ορχήστρα τζαζ για τους Βρετανούς και ιδίως τους Αμερικανούς στρατιώτες που τους διαδέχτηκαν, όπως και ότι σε τμήμα τουλάχιστον του ορόφου βρίσκονταν τα γραφεία μιας αντιπροσωπίας γερμανικών πετρελαιομηχανών, της ΑΜΕΡΕΛ Α.Ε., από το 1946 και μετά.

Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πως χρωστάμε στον Morlais Weight τον τοπογραφικό εντοπισμό για το «μπαρ του Μάριου» και τη γενική άποψη του κτιρίου όπου βρισκόταν∙ και μάλιστα, από τον θεωρούμενο ως πρώτο χρόνο της λειτουργίας του: το ταραχώδες 1946. Αλλά και σε κάθε περίπτωση, οι φωτογραφίες μας βγάζουν στους δρόμους του οικείου και του ανοίκειου, για να ξαναθυμηθούμε ξεχασμένες ιστορίες και να ξαναβρούμε ίχνη, εκεί που μοιάζουν να χάθηκαν για πάντα, μέσα στην τριβή των χρόνων, των εποχών και των σωμάτων: μεταξύ Σατωβριάνδου και Βερανζέρου, στην Ομόνοια.

https://www.yabasta.gr

Η ελληνική γκοφρέτα που κυριάρχησε στην αγορά και εξαφανίστηκε

Με δυο παλιές ελληνικές δραχμές και μια γκοφρέτα στις αλάνες μεγάλωσαν τα παιδιά των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Μια γκοφρέτα που χάθηκε ξαφνικά από την αγορά και σήμερα πλέον δεν υπάρχει.

Οι δε νεότεροι δεν έχουν ακούσει ποτέ για τη «γκοφρέτα ΜΕΛΟ». Μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά, έγινε μεγάλη μόδα και γνώρισε τεράστια επιτυχία μέχρι να σβηστεί πλήρως από το χάρτη.

Άλλωστε οι γκοφρέτες αποτελούσαν πάντα ένα αγαπημένο γλυκό σνακ, σε χαμηλή τιμή, χαμηλότερη από τη σοκολάτα και μέχρι σήμερα σημειώνουν καλές επιδόσεις στην αγορά. Η περιβόητη «ΜΕΛΟ» έκανε την εμφάνισή της στη δεκαετία του 1960.

Την έφτιαχνε η ομώνυμη εταιρεία – σοκολατοποιία με έδρα τον Πειραιά. Γρήγορα σάρωσε την αγορά της εποχής. Η «ΜΕΛΟ» βέβαια δεν «έπαιζε» μόνη της, όμως η γκοφρέτα της είχε αναμφισβήτητα μεγάλη επιτυχία, για όσο άντεξε.

«Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;». Αυτό ακριβώς ήταν το κεντρικό σύνθημα για τη γκοφρέτα που κυριάρχησε στα τέλη του 1960 και τη δεκαετία του 1970 με τιμή δύο δραχμές και μπορεί κάποιος να πει ότι αποτέλεσε προπομπό της διάσημης σοκοφρέτας που κυκλοφορεί και σήμερα.

Η γκοφρέτα της «ΜΕΛΟ» διαφημίστηκε έντονα για την εποχή, καθώς ήταν αυτή που συνδύαζε τη σοκολάτα με τη γκοφρέτα, μέσα σε μια συσκευασία που έκρυβε εκπαιδευτικά δώρα.

«Μια καινούργια λιχουδιά για μεγάλους και παιδιά» έγραφε η εταιρεία. «Η άριστη βιομηχανοποίσις, η τέλεια επεξεργασία εξασφαλίζουν τον θαυμασμόν σας. Σας προσφέρουν ό,τι ακριβώς έλειπε. Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;» έλεγε η εταιρεία στις διαφημίσεις της.

Το πρωτοποριακό στοιχείο που είχε μεταξύ άλλων η γκοφρέτα «ΜΕΛΟ» ήταν οι εκπλήξεις που έκρυβε.

Αυτό που τότε τα παιδιά αποκαλούσαν «τύχη».

Ήταν η πρώτη γκοφρέτα που μέσα στη συσκευασία είχε και χαρτάκια, τα οποία έπρεπε να συγκεντρώσεις σε άλμπουμ. Τα πρώτα χαρτάκια είχαν τις σημαίες και τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της γης.

Μάλιστα έπρεπε να συγκεντρώσεις 120 χαρτάκια! Το δε άλμπουμ το αγόραζες για 3 δραχμές! Μετά την επιτυχία με τα χαρτάκια που έκαναν διάσημη τη γκοφρέτα η εταιρεία έβγαλε και άλλες σειρές. Ωστόσο η πιο διάσημη σειρά ήταν αυτή με τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της εποχής.

Εξίσου γνωστοί και πετυχημένοι ήταν και οι «Σταθμοί στην Ιστορία».

Όποιος κατάφερνε να μαζέψει όλα τα χαρτάκια έστελνε το άλμπουμ στην εταιρεία και έπαιρνε πίσω για δώρο μια δερμάτινη μπάλα ή μια κούκλα… Ειδικά η δερμάτινη μπάλα ήταν αυτό που ποθούσαν όλα τα αγόρια της εποχής στις αλάνες.

Η εξαφάνιση της γκοφρέτας «ΜΕΛΟ»

Η γκοφρέτα «ΜΕΛΟ» όπως έκανε μεγάλη επιτυχία και κυριάρχησε για πολλά χρόνια στην αγορά έτσι και εξαφανίστηκε. Μάλιστα το 1993, η Γιώτης ΑΕ αγόρασε την σοκολατοβιομηχανία ΜΕΛΟ.

Εξίσου παλιά ήταν και η γκοφρέτα της ΙΟΝ «Σαφάρι» με εικόνες μέσα στη συσκευασία άγριων ζώων, αλλά δεν έμελλε να μακροημερεύσει καθώς λύγισε από τη «σοκοφρέτα» που βγήκε στην αγορά το 1977.

Μάλιστα μέχρι το 1993 έβγαινε μόνο η κλασική με την κόκκινη και χρυσή συσκευασία.

Τη «σοκοφρέτα» την έβγαλε η ΙΟΝ. Η εταιρεία που ιδρύθηκε το 1930 από μια παρέα φίλων που φιλοδοξούσαν να γίνουν διάσημοι σοκολατοποιοί. Τότε δημιουργούν και το πρώτο εργοστάσιο στην οδό Πειραιώς.

Λίγα χρόνια μετά η ΙΟΝ εξαγοράζει την εταιρεία ζαχαρωδών προϊόντων Νasko και αργότερα άλλες εταιρείες του χώρου. Από τη δεκαετία του ΄60 επενδύει στη διαφήμιση, αρχικά σε έντυπα και αργότερα στην τηλεόραση. Το 1977 λανσάρει τη «σοκοφρέτα»,το πρώτο σε προτίμηση γλυκό σνακ στην ελληνική αγορά μέχρι και σήμερα.

Μεγάλος ανταγωνιστής που μπαίνει στην αγορά και κυκλοφορεί από τη δεκαετία του ’70 είναι η «Κουκουρούκου» που πάντα είχε μεγάλο μερίδιο στην αγορά, αλλά και η διαχρονική, Serenata στην κατακόκκινη συσκευασία της.

Γνώρισε επιτυχία πολλά χρόνια και γνωρίζει ακόμη ενώ όλοι θυμούνται τις ξεχωριστές διαφημίσεις.

Η ιστορία και των δύο προϊόντων ξεκινάει το 1971 σε μια μικρή βιοτεχνία που κάνει δειλά τα πρώτα της βήματα στην Κυψέλη. Πέντε χρόνια αργότερα μετακομίζει στον Γέρακα και μετεξελίσσεται σε βιομηχανία. Τα πρώτα προϊόντα της (Κουκουρούκου, Αmaretti και Serenata) πωλούνταν μόνο στην Αθήνα, σύντομα όμως εξαπλώνονται σε όλη την Ελλάδα και σήμερα εξάγονται σε πολλές χώρες.

Η «κουκουρούκου» κυκλοφόρησε το 1978 και ήταν ένα από τα παιδικά προϊόντα που συνδύαζαν την γκοφρέτα με το παιχνίδι καθώς τα παιδιά έβρισκαν μέσα σε κάθε συσκευασία αυτοκόλλητα και κέρδιζαν δώρα. Η Αmaretti βγήκε στα περίπτερα έναν χρόνο μετά , ενώ η Serenata ταυτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το σλόγκαν «Serenata και πάσης Ελλάδος».

http://www.newsbeast.gr

ΠΑΤΙΣΤΑΣ Η ιστορία του βασιλιά των καλλυντικών για 35 χρόνια

Ο Γιάννης Πατίστας ήταν ο άνθρωπος που έμαθε τις Αθηναίες να βάφονται και πρωτοπόρος της διαφήμισης της εποχής

Ταραράάάάά, ταραράάάά, Π Α-ΤΙ-ΣΤΑΣ. Η μουσική από την τηλεοπτική διαφήμιση του πιο γνωστού «καλλυντικάδικου» της Αθήνας από το 1950 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 80 – με μια κοπέλα που χορεύει στα κουτάκια – έχει περάσει στο DNA του Έλληνα, άνω των 35 ετών.

Σήμερα, τα Καλλυντικά Πατίστας δεν είναι πια στην… πρώτη γραμμή, αλλά βρίσκονται ακόμα στο κέντρο της Αθήνας , στο ίδιο ακριβώς σημείο που ξεκίνησαν την πορεία του σχεδόν 100 χρόνια πριν, στην οδό Ευριπίδου 4. Ο ιδιοκτήτης άλλαξε το 2012 αλλά – πολύ σοφά –κράτησε το brand name – το όνομα, το σήμα και το λογότυπο Πατίστας.

Ο άνθρωπος που έμαθε τις Αθηναίες να βάφονται

Μέχρι και μετά τον πόλεμο, τα καλλυντικά και τα αρώματα πωλούνταν κυρίως από φαρμακεία, με πιο γνωστό το μεγάλο φαρμακείο του Χαϊδόγλου στο Σύνταγμα. Μέχρι τότε υπήρχαν ελάχιστα καλλυντικά, κακής ποιότητας (κυρίως σπιτικές πούδρες και «κοκκινάδια»), οι γυναίκες δεν βάφονταν παρά μόνο όταν θα έκαναν βραδινή έξοδο, μια δυο φορές το χρόνο και οι Αθηναίοι αγόραζαν φανατικά κολόνιες.

Το «Max Factor νούμερο 8» που ζητούσε η Πάστα Φλώρα από τον γαμπρό της να της στείλει από το Λονδίνο στην ταινία «Μια τρελή τρελή οικογένεια» ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο στην Αθήνα.

Το 1950, ο νεαρός τότε Γιάννης Πατίστας – απόφοιτος της σημερινής ΑΣΟΕΕ, άρχισε να ασχολείται στο αρωματοπωλείο του πατέρα του και το 19955 το κληρονόμησε. Και άλλαξε το παιχνίδι.

Όταν η Max Factor έβγαλε το πρώτο της μακιγιάζ σε πολύ καλή τιμή – πρώτα την πούδρα και μετά το κραγιόν – ο Πατίστας το έφερε στο κατάστημα και έτσι άρχισε να χτίζει την αυτοκρατορία του.

Με τα χρόνια, οι κρέμες και τα καλλυντικά μπήκαν για καλά στη ζωή της μέσης Ελληνίδας και οποιαδήποτε κυρία που σεβόταν τον εαυτό της είχε στην τσάντα της πάντα μια πούδρα και ένα κραγιόν. Από το ‘60 και μετά, τα προμηθευόταν εννοείται από τον «Πατίστα», όπου υπήρχε πάντα και μία διαθέσιμη αισθητικός για να τη συμβουλεύσει. Άλλωστε τότε ο επιχειρηματίας «επένδυσε» στη διαφήμιση – η αφίσα με το σλόγκαν «Η ομορφιά σας στο χέρι μας», είχε αναρτηθεί σε όλη την Αθήνα το 1965.

Για 35 χρόνια, ο Γάννης Πατίστας πήγαινε πρώτος στο μαγαζί του και έφευγε σχεδόν τελευταίος. Ασχολούταν προσωπικά με τις πελάτισσες, είτε ήταν νοικοκυρές είτε επώνυμες – άλλωστε όλες οι διάσημες Ελληνίδες, από τη Ζωζώ Ζαπουντζάκη μέχρι τη Μελίνα Μερκούρη, αγόραζαν τα καλλυντικά τους από την Ευρυπίδου και με πολλές τον συνέδεε στενή φιλία.

Την δεκαετία του ‘70, δεν υπήρχε επώνυμη ή ανώνυμη Αθηναία που δεν περνούσε τακτικά από το μαγαζί για τον καλλωπισμό της.

«Είχα αστυνομία να συγκρατεί το πλήθος… Ανοίγαμε την πόρτα και βάζαμε κατά διαστήματα την επόμενη φουρνιά για να μην κλείνει η Ευριπίδου» είχε δηλώσει ο ίδιος, σε παλιότερη συνέντευξή του.

Βεβαίως και κάθε κύριος που ενδιαφερόταν για την προσωπική του εμφάνιση ψώνιζε τα αρώματα και τα άφτερ σέιβ του από τον Πατίστα – και φυσικά τα δώρα για τη σύζυγο, την ερωμένη, τη φίλη ή την συνεργάτιδα…

Η θρυλική πλέον, καλτ διαφήμιση με τα 12 τετράγωνα

Η πρώτη διαφήμιση του Πατίστα με τα 12 τετράγωνα δημοσιεύτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 60 στο περιοδικό Γυναίκα. Το πρώτο τηλεοπτικό σποτ εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ήταν ασπρόμαυρο, με τη μουσική από τον πρώτο Ρόκυ (“Gonna Fly Now” του Bill Conti) που κυκλοφόρησε το 1976, και ήδη είχε γίνει επιτυχία.

Η διαφήμιση παιζόταν εντατικά για περίπου 15, με διάφορες παραλλαγές (στο μεταξύ έγχρωμη) αλλά με τον ίδιο σκοπό και πάντα την κοπέλα να χορεύει σε ρυθμό ντίσκο σε ένα παραθυράκι, σε 3, σε 6 , σε 12…

Επίσης, ο Γιάννης Πατίστας ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε την … ιπτάμενη διαφήμιση. Οι πιο παλιοί σίγουρα θυμούνται ένα αεροπλάνο, που πετούσε πάνω από τις παραλίες της Αττικής, από Σούνιο έως Ξυλόκαστρο, με ένα τεράστιο διαφημιστικό πανό που έγραφε «Φρέσκα καλλυντικά Πατίστας Ευρυπίδου 4».

Η άνθιση του ανταγωνισμού και το τέλος εποχής

Από τα μέσα του 1985 και μετά, ο Πατίστας έχασε το μονοπώλιο καθώς νέοι ανταγωνιστές βρήκαν στην αγορά της Αθήνας, η οποία είχε πια δεκαπλασιαστεί πληθυσμιακά.

Επίσης, ο ίδιος κρατούσε πεισματικά σταθερά μειωμένες τις τιμές του και τους μισθούς των υπαλλήλων του, αν και οι τιμές των προϊόντων ομορφιάς είχαν εκτιναχθεί στα ύψη.

Το 2009 έκλεισε το μαγαζί για λόγους υγείας. Το 2012, ο Γιάννης Πατίστας αποφάσισε να πουλήσει το ιστορικό κατάστημα καλλυντικών της Ευριπίδου 4 σε έναν άλλο επιχειρηματία του χώρου, τον Χρήστο Πολυκράτη, ο οποίος επέλεξε να αφήσει την ταμπέλα του μαγαζιού όπως ήταν.

Όπως είχε πει παλιότερα ο νέος ιδιοκτήτης , από 25.000 ευρώ ταμείο την ημέρα που έκανε το κατάστημα Πατίστας το 2005, πριν κλείσει το 2009 είχε φτάσει τα 1000 ευρώ την ημέρα.

Παράλληλα, η επωνυμία πουλήθηκε σε άλλα δύο καταστήματα, στην Ερμού και στους Αγίους Αναργύρους αλλά ο ίδιος ο Πατίστας, σε συνέντευξη του πριν 3 χρόνια, έλεγε: «Τα υπόλοιπα καταστήματα στα οποία δέχτηκα να συμπεριλαμβάνουν το όνομα μου, δεν τηρήθηκε καμιά από τις συμφωνίες που κάναμε και δεν θέλω καθόλου να θυμάμαι…».

Τέλος, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει στην τελευταία συνέντευξη του το 2014, 92 ετών πια, «δέχτηκα αναίτιες επιθέσεις, ανυπόστατες, απειλές και διασυρμό σε δικαστήρια. Τι λυπηρό! Δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα από την τελευταία δεκαετία.. Μόνο τις παλιές καλές στιγμές έχω στην ψυχή μου και την αγάπη που πήρα από τρεις γενιές Ελλήνων…».

http://www.news,gr

Οι φυλακές της Παλιάς Στρατώνας στο Μοναστηράκι

«Κάθε φορά που περνούσα από εκεί, έβλεπα από τα σιδερόφρακτα παράθυρα ν’ απλώνονται χέρια και ν’ ακούωνται φωνές που προκαλούσαν τον οίκτο των διαβατών», αναφέρει ο Αντώνης Βερβενιώτης στο βιβλίο του «Η Αθήνα του 1900». Οι φυλακές της Παλιάς Στρατώνας, δίπλα από την πύλη Ανδριανού στο Μοναστηράκι, υπήρξαν ένα κτίριο που έχει σημαδέψει την ιστορία της πρωτεύουσας από την εποχή που οικοδομήθηκε, το 1780 μέχρι και το 1932 που κατεδαφίστηκε.

Η εμφάνιση και η έξαρση της ληστοκρατίας, που επηρέασε την κοινωνική ζωή των Ελλήνων ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και η αδυναμία απορρόφησης και ενσωμάτωσης των κατοίκων της υπαίθρου στην οικονομική και στην κοινωνική ζωή των πόλεων, όπου μετακινούνταν όλο και περισσότεροι, δημιούργησε περιθωριακά στρώματα. Οι μόρτες, οι κουτσαβάκηδες, οι παλληκαράδες, οι νταήδες και άλλοι συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην εξάπλωση της παρανομίας και της εγκληματικότητας.

Επόμενο ήταν οι διαχειριστές της εξουσίας να θεσπίσουν ένα νομικό πλαίσιο αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών που περιλάμβανε τη φυλάκιση των καταδικασθέντων κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ελλείψει χώρων και περιορισμένης δυνατότητας ανέγερσης νέων χρησιμοποιούνταν παλαιά οικήματα στα οποία συνηθέστερα οι συνθήκες κράτησης ήταν άθλιες

Μια λυρική περιγραφή προσφέρει και το παρακάτω δίστιχο:
«Ψύλλοι και ψείρες και κοριοί, αυτά τα τρία όντα
Είναι της μαύρης φυλακής τα μόνα προϊόντα»


Οι στρατιωτικές φυλακές στο Μοναστηράκι – Συλλογή Πέτρου Πουλίδη

«Στην πλατεία στο Μοναστηράκι δίπλα στον Μεντρεσέ, ήταν τότε η περίφημη φυλακή της παλιάς στρατώνας, όπως την έλεγε ο λαός» αρχίζει την περιγραφή του ο Βερβενιώτης στο βιβλίο του και συνεχίζει «όλοι εσυμφωνούσαν ότι η φυλακή αυτή, όπως και όλες οι άλλες εκτός από του Συγγρού και του Αβέρωφ ήταν σε άθλια κατάσταση».
Στην πρόσοψη εκείνης της φυλακής, που προκαλούσε για χρόνια τις διαμαρτυρίες των Αθηναίων, λόγω των συνθηκών διαβίωσης των τροφίμων της, ήταν γραμμένη με μεγάλα γράμματα η γνωστή φράση του Ισοκράτη: «Μηδενί συμφορά ονειδίσης• κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον».

Στους χώρους των φυλακών εκείνων στοιβάζονταν περίπου 800 κρατούμενοι, κάτω από δυσμενείς συνθήκες και υγρασία. Χαρτοπαιξία, ναρκωτικά, κατοχή και χρήση όπλων από τους κρατούμενους καθώς και συμπλοκές ήταν σε ημερήσια διάταξη.

Ένα από τα καταγεγραμμένα περιστατικά των φυλακών, εν έτει 1897, εκτυλίσσεται την περίοδο των μαχών του «ατυχούς πολέμου» όπου οι Τούρκοι έφθασαν έξω από την Λαμία όταν οι κρατούμενοι ζήτησαν να συγκροτήσουν δικό τους σώμα με σκοπό να πάνε στη γραμμή της μάχης. Εφόσον το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό, άρχισαν οι μεταξύ τους διαφωνίες. Μερικοί στερεοελλαδίτες κρατούμενοι κατηγόρησαν τους Λάκωνες συμπατριώτες τους ότι υποχώρησαν από τους πρώτους στην μάχη. Εκείνοι θέλοντας να εκδικηθούν, ένα πρωινό του Νοεμβρίου, δοθείσης της κατάλληλης ευκαιρίας «έριξαν το γάντι» στους Στερεοελλαδίτες. Αν και οι ομάδες ήρθαν στα χέρια εκείνη την μέρα, το επεισόδιο έληξε χωρίς να θρηνήσουν θύματα με παρέμβαση των ψυχραιμότερων. Παρόλα αυτά η πραγματική μάχη δεν άργησε να ξεσπάσει λίγες μέρες αργότερα. Από τις συμπλοκές οι οποίες έληξαν με την παρέμβαση της φρουράς και των στρατιωτών, υπήρξαν 15 τραυματίες.


Η οδός Άρεως στο Μοναστηράκι την δεκαετία του 1920.Φωτογράφος: Πέτρος Πουλίδης

Η αθλιότητά της φυλακής, την έκανε «διάσημη» στο εξωτερικό ενώ η κατεδάφισή της το 1929 και τα τραγούδια που γράφηκαν γι’ αυτήν επανέφεραν τη φρίκη μέσα στην οποία έζησαν στα κελιά της, πολλοί από τους οποίους άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή παρόλο που δεν είχαν καταδικαστεί σε θάνατο.

Φωτογραφίες της Παλιάς Αθήνας απεικονίζουν το κτίριο αυτό, όπου στην εποχή του Όθωνα, πριν φιλοξενήσει κρατουμένους, χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας στεγάζοντας τις βαυαρικές στρατιωτικές μονάδες της εποχής. Όμως η ιστορία του δεν αρχίζει εκεί. Η καζάρμα, δηλαδή ο στρατώνας, που έδωσε και το όνομά της στη φυλακή, αποτέλεσε κάποτε το παλάτι, σεράι, του Χατζή Αλή Χασέκη, του Τούρκου διοικητή της πόλης, ο οποίος φαίνεται να τυράννησε αρκετά τους κατοίκους της πρωτεύουσας από το 1775 εως το 1795

Ο Χασέκης

Ο Χατζή Αλής ή Χασεκής, υπήρξε Οθωμανός ιδιοκτήτης και διοικητής της Αθήνας για τα 20 αυτά χρόνια μένοντας κυρίως γνωστός για την ωμότητα και την βαναυσότητα των πράξεών του. Όπως εξιστορεί στα απομνημονεύματά του ο Παναγής Σκουζές, στην εποχή του η Αθήνα υπέφερε αφόρητα και η ελληνική κοινότητα δεν έχασε μόνο τα υπάρχοντά της αλλά και πολλά από τα μέλη της, ξεσπιτώθηκαν, πέθαναν, θανατώθηκαν, ή ξεριζώθηκαν, με αποτέλεσμα να ελαττωθεί σημαντικά. Σ’ αυτό συνέβαλε και η πανούκλα που ακολούθησε την άφιξή του αποδεκατίζοντας τους Αθηναίους Μετά τα πρώτα τρία χρόνια διαμονής του στην Αθήνα, οι χριστιανοί έστειλαν κρυφά και από τους κοτζαμπάσηδες μυστικούς επίτροπους στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας την απομάκρυνσή του.

Κατά την απουσία του διόρισε εκπροσώπους οι οποίοι τον αναπλήρωναν με ακόμα πιο καταχρηστικό τρόπο. Έτσι οι Αθηναίοι σύντομα ζήτησαν την επιστροφή του με άλλη αποστολή. Όταν ο Χατζή Αλής το 1776 απέκρουσε την επίθεση του Αλβανού Γιαχόλιορη, αποφάσισε να βάλει τους Αθηναίους να χτίσουν τείχη για την προστασία της πόλης, έργο το οποίο πραγματοποιήθηκε μέσα σε 108 ημέρες. Έτσι με αναγκαστική εργασία των κατοίκων, χτίστηκε γύρω από την πόλη μια μεγάλη φυλακή μέσα στην οποία ήταν κλεισμένο και το πολυτελές σεράι του που η μοίρα τού έγραφε να γίνει από παλάτι στρατώνας, κι από στρατώνας φυλακές.

Αφού ολοκληρώθηκε το έργο οι Αθηναίοι αγκομαχούσαν ακόμα περισσότερο. Το 1784 η ζωή είχε γίνει τόσο ανυπόφορη που άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη οι είσοδοι της οποίας φρουρούνταν από τους Τούρκους. ΤΑ παράπονα των κατοίκων καταφέρνουν να εκδιώξουν εκ νέου τον Χασέκη, η ραδιοργία του όμως τον επαναφέρει στην πόλη. Κατά την Τρίτη διαμονή του στην Αθήνα οι επιπτώσεις ήταν ακόμα χειρότερες για τους νέους κοτζαμπάσηδες. Όσοι δεν έφυγαν, πιάστηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και θανατώθηκαν ενώ χρέωσε τους Αθηναίους με τετρακόσιες χιλιάδες γρόσια για την αποπληρωμή των οποίων αναγκάστηκαν να βάλουν ενέχυρο πολλά από τα υπάρχοντα τους όπως κτήματα, ακίνητα και κινητά. Από το 1788 ως το 1790 πολλές Ελληνικές οικογένειες είτε εγκατέλειψαν την Αθήνα, είτε αποδεκατίστηκαν από την φτώχεια, τις κακουχίες και τη θανατηφόρα επιδημία πανούκλας. Όμως επειδή τα χρέη της Αθήνας είχε συμφωνηθεί να είναι όλων μαζί, όσοι απέμειναν αναγκαστικά πλήρωναν και το μερίδιο αυτών που είχαν φύγει. Όταν το 1975 πέθανε η προστάτιδά του, ο Χατζή Αλής εξορίστηκε στην Κω όπου και αποκεφαλίστηκε ενώ η περιουσία του πέρασε στο ταμείο του κράτους της Τουρκίας.

Η μνήμη της φυλακής της Παλιάς Στρατώνας ζωντανεύει μέσα από τα ρεμπέτικα

Αν και σήμερα δεν υπάρχει κανένα ίχνος από το παλάτι, τον μετέπειτα στρατώνα που μετατράπηκε σε σκληρή φυλακή, η μνήμη της διατηρείται μεταξύ άλλων και στα τραγούδια, είτε με περιστασιακές αναφορές , είτε περιγραφόμενο αποκλειστικά όπως στην παλιά στρατώνα του 1929 του Γιαννάκη Ιωαννίδη

Ένα ακόμα τραγούδι που αναφέρεται στις φυλακές της παλιάς στρατώνας είναι και το σατιρικό επιθεωρησιακό νούμερο του Γιώργου Βιτάλη, ηχογραφημένο σε δίσκο του 1929 ο Πέτρος Κυριακός υμνείται η Παλιά Στρατώνα:

Ένα άλλο δίστοιχο αναφέρει:

«Ρε ν’ από πίσω απ’ τη στρατώνα
Βαρέσαν μάγκα στην υπόγα…»

Το ρεμπέτικο άλλωστε έχει καταγράψει όλες τις πτυχές της πραγματικότητας και τα προβλήματα των ανθρώπων πέρα από κοινωνικές συμβάσεις. Από την περίοδο ακόμη της ανώνυμης δημιουργίας εντόπισε το πρόβλημα και εμπνεύστηκε από τον τρόπο ζωής των κοινωνικών ομάδων που κινήθηκαν στην παρανομία ή στα όριά της και τραγούδησε τη ζωή, τους κώδικες συμπεριφοράς και τις σχέσεις των ανθρώπων του περιθωρίου, της παρανομίας, των φυλακών, σε εξαιρετικά τραγούδια, τα οποία μάλιστα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το πιο ίσως γνωστό τραγούδι γνωστό μέχρι και σήμερα είναι το «Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη».

Ο Καπετανάκης σύμφωνα με κάποιες ιστορικές πηγές φαίνεται να ήταν υπαρκτό πρόσωπο το οποίο διετέλεσε διευθυντής των φυλακών αυτών το όνομα του οποίου χαράκτηκε στη μνήμη των κρατουμένων κυρίως για την σκληρότητά του.

http://www.newsbeast.gr

Η ιστορία του αθηναϊκού τραμ

Τα πρώτα τραμ έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους της Αθήνας το 1882. Ήταν ελαφρά οχήματα, κλειστά το χειμώνα με 16 θέσεις και ανοιχτά το καλοκαίρι με 20 θέσεις, τα οποία έλκονταν από τρία άλογα. Τα 800, συνολικώς, άλογα ήταν μικρασιάτικα, μικρόσωμα και νευρώδη, αλλά κατάλληλα για τις επικλινείς οδούς της Αθήνας και τις συνεχείς στάσεις.

Αυτές οι πρώτες γραμμές συνέδεσαν το κέντρο της Αθήνας με τα τότε προάστια, δηλαδή τα Πατήσια, τους Αμπελοκήπους και την Κολοκυνθού, καθώς και την Πλατεία Ομονοίας με το Σύνταγμα, το Γκάζι και τον Κεραμικό Δίπυλο, ενώ αργότερα, το 1902, εξυπηρέτησαν τις οδούς Ιπποκράτους, Μητροπόλεως και Αχαρνών.

Το ατμήλατο τραμ του Φαλήρου ξεκίνησε να λειτουργεί το 1887. Με αφετηρία μπροστά στην Ακαδημία Αθηνών, διέσχιζε τις λεωφόρους Πανεπιστημίου, Αμαλίας και Θησέως, έφτανε στις Τζιτζιφιές, κι από εκεί, μέσω της παραλιακής λεωφόρου, κατέληγε στο Φάληρο, όπου υπήρχαν τότε παραθαλάσσια κέντρα αναψυχής και θαλάσσια λουτρά.

Στις 30 Οκτωβρίου του 1908 κυκλοφόρησαν τα πρώτα ηλεκτρικά τραμ, τα οποία επρόκειτο να αντικαταστήσουν σταδιακώς τα ιππήλατα. Τα επόμενα δύο χρόνια, το δίκτυο του τραμ απέκτησε 257 οχήματα -150 κινητήρια και 107 ρυμουλκούμενα- μαζί με τα παλιά, που επαναχρησιμοποιήθηκαν ως ρυμουλκούμενα.

Τα βαγόνια ήταν βελγικής κατασκευής, κλειστά, με ηλεκτροφωτισμό και πρωτοποριακώς τοποθετημένα αναπαυτικά καθίσματα, με πρόβλεψη για 16 θέσεις καθήμενων και 14 ορθίων, με δύο κινητήρες ιδανικούς για τις κλίσεις των αθηναϊκών γραμμών και με μπεζ χρωματισμό. Τόση ήταν η εντύπωση που προξένησαν τα νέα τραμ στους Αθηναίους, ώστε πολλοί ταξίδευαν ως το τέρμα και επέστρεφαν, χωρίς άλλο σκοπό, μόνο και μόνο για να απολαύσουν την άνεση της διαδρομής, η οποία άλλωστε δεν κόστιζε παρά μια δεκάρα.

Το 1939 εκποιείται μεγάλος αριθμός ρυμουλκούμενων οχημάτων βελγικής κατασκευής, ενώ όλα τα εν χρήσει τροχιοδρομικά οχήματα ανακαινίζονται και το χρώμα τους γίνεται βαθύ πράσινο, εξ ου και η ονομασία «πράσινα». Την επόμενη χρονιά παραλαμβάνονται τα 60 μεγάλα, σύγχρονα τροχιοδρομικά οχήματα που προέβλεπε η συμπληρωματική σύμβαση που είχε συνάψει το Ελληνικό Δημόσιο το 1937. Τα νέα οχήματα, γνωστά ως «κίτρινα», λόγω του χρώματός τους, είχαν κατασκευασθεί από την ιταλική κοινοπραξία ΟΜ/CGE/Breda του Μιλάνου και ξεχώριζαν για τον αεροδυναμικό σχεδιασμό τους, που είχε ως πρότυπο τα τραμ του Μιλάνου.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι τροχιόδρομοι της Αθήνας συμμετέχουν στην επιστράτευση. Είναι κλασικές πλέον οι εικόνες των υπερφορτωμένων τραμ με τους ενθουσιώδεις επίστρατους που έσπευδαν να παρουσιαστούν και να φύγουν για το μέτωπο.

Μετά την Κατοχή αρχίζει η φθίνουσα πορεία των τραμ της Αθήνας, με την κατάργηση ορισμένων γραμμών. Η πραγματική, όμως, κατάργηση συμπίπτει με το θεαματικό ξήλωμα των σιδηροτροχιών στον κόμβο των Χαυτείων, από συνεργεία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Νοεμβρίου 1953, και τον επακόλουθο παροπλισμό των γραμμών Πατησίων – Αμπελοκήπων και Κυψέλης – Παγκρατίου.

Το τελευταίο κουδούνισμα από καμπανάκι αθηναϊκού τραμ ακούστηκε έξω από το αμαξοστάσιο της Αγίας Τριάδας Κεραμικού, τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Οκτωβρίου του 1960. Τα τραμ, πράσινα ή κίτρινα, που στα 52 χρόνια της ζωής τους διακίνησαν κάπου 3 δισεκατομμύρια άτομα, δεν επρόκειτο να ξαναδούν τους δρόμους της Αθήνας.

Παρέμενε, ωστόσο, η γραμμή του τραμ του Περάματος. Στις 4 Απριλίου 1977, Μεγάλη Δευτέρα απόγευμα, το τραμ του Περάματος, προερχόμενο από το Πέραμα και κατευθυνόμενο στον Πειραιά, στολισμένο με λουλούδια και πανό, κάνει το τελευταίο του δρομολόγιο. Φτάνει στην πλατεία Λουδοβίκου του Πειραιά, έξω από το σταθμό του Ηλεκτρικού. Οι επιβάτες κατεβαίνουν. Ο οδηγός Γιάννης Κωστόπουλος χτυπάει για τελευταία φορά το καμπανάκι και οδηγεί το όχημα 77 στο αμαξοστάσιο της οδού Κόνωνος. Εκείνη τη στιγμή γράφτηκε ο επίλογος της μεγάλης ιστορίας των Ελληνικών τραμ, ή, όπως τουλάχιστον θέλουμε να ελπίζουμε, ο επίλογος της πρώτης περιόδου του ελληνικού τραμ.

44 χρόνια αργότερα, το τραμ επέστρεψε στους δρόμους της πρωτεύουσας, πλήρως εκσυγχρονισμένο. Ξεκίνησε τη λειτουργία του στις 19 Ιουλίου 2004, ενόψει και των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

https://www.sansimera.gr

«Μουσικόραμα». Η εκπομπή που καθήλωνε τους έφηβους της δεκαετίας του ΄80 μπροστά στις τηλεοράσεις τους.

Ήταν η εποχή πριν από τη δορυφορική τηλεόραση που έφερε στην Ελλάδα το MTV, προτού μάθουμε τη συνδρομητική τηλεόραση με τα δεκάδες μουσικά κανάλια, πριν από το YouTube, πριν από το internet. Τότε που η νεολαία εκλιπαρούσε για μουσικές εκπομπές. Αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι έφηβοι της εποχής είχαν μία και μοναδική επιλογή να μάθουν τι συμβαίνει στη διεθνή μουσική σκηνή, να ακούσουν νέα τραγούδια ξένων καλλιτεχνών και να απολαύσουν τα βίντεο κλιπ τους. Ήταν η εκπομπή «Μουσικόραμα», η οποία κάθε Παρασκευή απόγευμα καθήλωνε χιλιάδες νέους μπροστά τις οθόνες….

Όποιος είχε βίντεο, φυσικά έγραφε την εκπομπή για να ξαναδεί τα κλιπ. Κάτι που έκαναν και πολλά φαστ φουντ – σημείο συνάντησης πολλών εφήβων εκείνη την εποχή- ώστε να την προβάλλουν στις οθόνες τους όλη την υπόλοιπη εβδομάδα προκειμένου να προσελκύσουν πελάτες. Police, Queen, Chicago, Duran Duran, Genesis, Spandau Ballet, Sade, Ιron Maiden, Motorhead, Wham και πολλοί άλλοι σταρ της εποχής ενθουσίαζαν τη νεολαία των ΄80ς….

Ηταν η πρώτη μουσική εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης. Η προβολή έγινε την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου του 1982 και η τελευταία το Σάββατο 15 Ιουνίου 1991. Ο Γιώργος Γκούτης, ο παρουσιαστής της εκπομπής, ήρεμος κι ευγενικός, παρουσίαζε τις νέες κυκλοφορίες. Πολλές φορές όμως, λόγω του μικρού χρόνου που του έδινε η ΕΡΤ, περίπου 40 λεπτά, αναγκαζόταν να «κόβει» τα βίντεο για να προλάβει να δείξει περισσότερα, αλλά προκαλούσε εκνευρισμό στους τηλεθεατές. Οι πιο δραστήριοι έστελναν επιστολές με το ταχυδρομείο, ώστε να δηλώσουν τις προτιμήσεις τους και να διαμορφωθεί το play list της εκπομπής, μία φορά κάθε μήνα….

Η αρχική ονομασία της εκπομπής ήταν “Μουσική Ποπ”. Όμως μετά από τρεις εκπομπές μετονομάστηκε σε “Μουσικόραμα”. Σκηνοθέτης ήταν ο Γιώργος Ζιάκας. Τη μουσική για τους τίτλους έναρξης της εκπομπής υπέγραφε ο Σταύρος Λογαρίδης. Μετά το τέλος της εκπομπής ο Γιώργος Γκούτης εξαφανίστηκε. Δεν τον ξαναείδαμε σε καμία εκπομπή, δεν έδωσε καμία συνέντευξη, δεν ασχολήθηκε ούτε με το ραδιόφωνο ή κάποιο μουσικό έντυπο. Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν από πρώην συνεργάτες του, αναφέρουν ότι έγινε κορυφαίο στέλεχος ασιατικής τράπεζας που ασχολείται με μεγάλους επενδυτικούς ομίλους….

Η μορφή του πάντως και ο τρόπος παρουσίασης της εκπομπής, ακόμα και οι ενδυματολογικές επιλογές, με το πουλόβερ μέσα από το πράσινο μπουφάν ή αργότερα με ζακέτα, πουκάμισο και λεπτή γραβάτα ή παπιγιόν, θα μείνει αξέχαστη στους σημερινούς 40ρηδες. Άλλωστε ήταν οι πρώτοι που είχαν την ευκαιρία να μάθουν τι συνέβαινε στη μουσική σκηνή εκτός ελληνικών συνόρων. Και σίγουρα πολλοί τον θυμούνται ως έναν από τους εκπροσώπους της εφηβικής αθωότητάς τους….

http://mixanitouxronou.gr

Το «θαυματουργό» νερό του Καματερού

Ο Γιώργος Καματερός έκανε την εμφάνιση του στην επικαιρότητα στις αρχές Φεβρουαρίου του 1976, υποστηρίζοντας ότι ανακάλυψε το φάρμακο κατά του καρκίνου. Ο 36χρονος τότε δικηγόρος άρχισε να μοιράζει με βυτιοφόρα το ιαματικό νερό που υποτίθεται έφερνε από την Κω, στις γειτονιές της Αθήνας και λίγες μέρες αργότερα στην επαρχία.

Το θέμα άρχισε να αποκτά μεγάλες διαστάσεις, παρά τις αντιδράσεις του ιατρικού κόσμου, αφού πολλές από τις εφημερίδες της εποχής – με προεξάρχοντα «Τα Νέα» – στήριζαν με τη στάση τους τον Καματερό και την ομάδα του. Στο φαινόμενο αυτό, από τις απογευματινές εφημερίδες αντιστάθηκαν η «Ελευθεροτυπία» και η «Εστία» και από τις πρωινές η «Καθημερινή», η «Αυγή» και ο «Ριζοσπάστης».

Ο Γ. Καματερός ενώπιον της δικαιοσύνηςΟι αναλύσεις των επιστημονικών ιδρυμάτων, όμως, ανέφεραν συνεχώς ότι πρόκειται για απλό νερό χωρίς καμιά θεραπευτική ιδιότητα, ενώ ο Καματερός υποστήριζε ότι το μυστικό κρύβεται στη σκόνη πετρωμάτων που προσέθεταν οι συνεργάτες του. Το πιο τραγικό γεγονός της περιόδου εκείνης αποκαλύφθηκε από την «Ελευθεροτυπία» στις 19 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς. Οι γονείς 18 παιδιών που νοσηλεύονταν με λευχαιμία και κακοήθεις όγκους στο νοσοκομείο «Αγλαΐα Κυριακού», σταμάτησαν την κλασική θεραπεία και έδιναν στα παιδιά το νερό του Καματερού. Ως αποτέλεσμα, ένα από τα παιδιά πέθανε και η κατάσταση των υπολοίπων παρουσίασε επιδείνωση.

H αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει, αλλά ο Καματερός απτόητος οργάνωνε συγκεντρώσεις και πορείες με εκατοντάδες οπαδούς του, ενώ εμφανιζόταν και ως πολιτικός ηγέτης. Οι συνεχείς αναλύσεις όμως αποδείκνυαν ότι το νερό αυτό όχι μόνο ήταν ψεύτικο, αλλά και επικίνδυνο, αφού περιείχε ραδιενέργεια 35-38%. Στις 30 Μαρτίου του 1976 η κατανάλωσή του απαγορεύτηκε επισήμως.

Μετά τις δικαστικές περιπέτειες, ο Καματερός έφυγε για ένα διάστημα στο εξωτερικό και στη συνέχεια ασχολήθηκε με επιχειρήσεις. 22 χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κω, όπου στις 6 Μαΐου του 1998, μη μπορώντας τα αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, έβαλε τέλος στη ζωή του.

https://www.sansimera.gr

Από το Μοναστηράκι στην Ομόνοια, μέσω Αιόλου ή Αθηνάς

Τα πρωινά, για να πάω στη δουλειά μου κοντά στην Ομόνοια, περπατώ την Αθηνάς. Ή την Αιόλου, ανάλογα τα κέφια. Μοναστηράκι, όλο ευθεία. Εργαλεία, ένα φυτώριο, ρούχα εργασίας, ή υπερμεγέθη για τεράστιους, απίθανους ανθρώπινους όγκους, θυμιατά, κουφέτα, προπό και design καφετέριες και φούρνοι είναι όλα ήδη ανοιχτά. Και κάπως θορυβώδη, μα όχι ακόμη.

Απέναντι, στο άλλο πεζοδρόμιο, πλεκτά καλάθια και βέργες που ανοίγουν φύλλο, πλάστες, σφραγίδες για τα πρόσφορα. Στρίβοντας Ευριπίδου αριστερά, πάω μονάχα για τις γεύσεις, τσάγια, ξένα και ντόπια μυρωδάτα, παρηγορητικά στο στόμα και την ψυχή που πάντα κρυώνουν το χειμώνα.

Όταν φτάνω στη Βαρβάκειο, γίνεται πια το σώσε. Φορτηγά κατεβάζουν γαρίδες Ατλαντικού, όλα τα νούμερα, κατεψυγμένες σε κιβώτια, νερά βρώμικα απ’ την ψαραγορά, προσέχω πάντα πού πατώ – τις προάλλες ένα κιβώτιο έσκασε μπρος στα πόδια μου, λίγο ακόμη και θα έτρωγα γαρίδες-σαγανάκι, εκεί δα στη μέση του δρόμου. Λουκάνικα που σε πεθαίνουν απ’ τη μυρωδιά, θυμάρια, ρίγανες, θρούμπια, δενδρολίβανα, μυρίζω αχόρταγα τα πάντα. Και τέλος κλουβιά, ζωάκια, ψαράκια για τη γυάλα και η γυάλα η ίδια, όλα για πούλημα.

Είναι ένας κόσμος που μπορεί να σε τρελάνει με τη ζωντάνια του. Χαρούμενος και αγχώδης, ολοφάνερα στριμωγμένος, μα ανθεκτικός και αποφασισμένος, ζει κάθε μέρα για την ίδια τη μέρα, όχι χθες και αύριο, σήμερα, απλά σήμερα, τώρα. Πριν την Κοτζιά, στα ξαφνικά, τρεχαλητά, φωνές, ακούγονται φάπες που πέφτουν, το κυνηγητό τα ησυχάζει όλα. Η «δόση» ήταν ζάχαρη, άχνη γλυκιά κι ανώδυνη, μα τα λεφτά ήταν αληθινά, δέκα ευρώ χαμένα.

Όταν πάλι θέλω ησυχία, κλειστά ρολά, νυσταγμένες όψεις, ερημιά, να μην προσέχω τα βήματά μου μα τις σκέψεις μου μόνο, παίρνω την Αιόλου. Ξυπνάει ένα κλικ πιο αργά κι έχει άλλη εικόνα. Ανεβαίνω την Αγίας Ειρήνης, ο μόνιμος άστεγος έχει ήδη ντυθεί, πλυθεί, εκμεταλλεύεται μια αδέσποτη βρυσούλα στο στενό, τα νερά πλημμυρίζουν το δρόμο, κάθεται στο σκαμνάκι του, δεν μιλά, κρατά μια ταμπελίτσα, θέλει βοήθεια. Στα σκαλιά της Αγίας Ειρήνης, πάντα κάθεται κάποιος άλλος που διεκδικεί τα λεφτά απ’ το κερί. Τα όλη-μέρα εστιατόρια έχουν απλώσει λάστιχα και πλένουν πεζοδρόμια, η νύχτα είναι βρώμικη.

Στην Αιόλου σκοπεύεις να ντυθείς, ρούχα, παπούτσια, δαντέλες και «καλά» φορέματα για γάμους και βαφτίσεις, οι αλλοδαποί που αντέχουν αγοράζουν από δω τα πολυποίκιλτα, που ανυπερθέτως λάμπουν. Είναι δρόμος που μπορεί να σε στολίσει, πάντα να παζαρέψεις, θα βρεις ακόμη και κοσμήματα των δυο ευρώ, απλά να παραστήσεις ότι φοράς το κάτι. Κουλούρι, κριτσίνι στη γωνία, ή χάζι αν αποφασίσω μοναχή να πιάσω μια θέση στον ωραίο «Κρίνο». Πάντοτε μέσα. Μετά τη Σοφοκλέους η εικόνα αλλάζει.

Ο κόσμος λιγοστεύει, γίνεται βιαστικός, πιο σκυθρωπός και φορτωμένος, πάντοτε στο καρότσι του είναι αφημένος εκείνος που αφέθηκε ακριβώς γι’ αυτό, να μεροκαματιάσει στη γωνία, μ’ ένα τρανζίστορ για παρέα. Σταδίου, η πρωινή απόλαυση τελειώνει. Μένει μια τελευταία στιγμή: οι μυρωδιές απ’ τον Λουμίδη, κι έπειτα ανοίγεται η Πατησίων, που είναι άλλη γοητεία.

http://www.athensvoice.gr

Η ιστορία της Πλατείας Ομονοίας

Η πιο παλιά πλατεία της Αθήνας, από την οποία ξεκινούν ακτινωτά οι βασικές οδικές αρτηρίες της πόλης, Σταδίου, Αθηνάς, Πανεπιστημίου, 3ης Σεπτεμβρίου, Πειραιώς και Αγίου Κωνσταντίνου, καθώς και οι οδοί Κοτοπούλη και Δώρου, που έχουν πεζοδρομηθεί.

Σύμφωνα με το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας των Κλεάθη και Ζάουμπερτ (1834), ο χώρος προοριζόταν για την ανέγερση των Ανακτόρων. Στη συνέχεια αποφασίστηκε η ανέγερση του Ναού του Σωτήρος, προκειμένου το έθνος να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς το Θείο για την απελευθέρωση. Ο έρανος, όμως, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και το ποσό που συγκεντρώθηκε διατέθηκε για την ανέγερση του ναού της Μητροπόλεως.

Ο χώρος διαμορφώθηκε σε πλατεία το 1846 και αρχικά πήρε το όνομα Πλατεία Ανακτόρων και στη συνέχεια Πλατεία Όθωνος, προς τιμή του βασιλιά. Αποτελούσε το βορειότερο άκρο της πόλης και το τέρμα του εξοχικού περιπάτου των Αθηναίων της εποχής. Το 1862 μετονομάσθηκε σε Πλατεία Ομονοίας, όταν στο χώρο αυτό συγκεντρώθηκαν και έδωsαν όρκο «ομονοίας» οι αρχηγοί των αντιπάλων πολιτικών μερίδων, οι οποίες είχαν προκαλέσει λόγω του δυναστικού αιματηρές ταραχές στη χώρα.

Ήταν απομεσήμερο της 14ης Οκτωβρίου, όταν πλήθος Αθηναίων συγκεντρώθηκε στην Πλατεία για να πανηγυρίσει την έξωση του Όθωνα. Μετά τη δοξολογία, ο πρόεδρος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Δημήτριος Βούλγαρης (γνωστός και ως Τζουμπές) απευθύνθηκε προς τους συγκεντρωμένους. Ανάμεσα στα άλλα ακούστηκαν και τα εξής: «Ας ορκισθώμεν επί της Πλατείας ταύτης, της λαβούσης ήδη το ωραίον της «Ομονοίας» όνομα, και ας είπη έκαστος εξ ημών: Ορκίζομαι πίστιν εις την πατρίδα και υπακοήν εις τας εθνικάς αποφάσεις.»

Κατά την περίοδο της βασιλείας του Γεωργίου Α’ η πλατεία ευπρεπίστηκε και δενδροφυτεύτηκε. Στήθηκε και μια μαρμάρινη εξέδρα, όπου κάθε Κυριακή παιάνιζε μια στρατιωτική μπάντα προς τέρψη των θαμώνων. Η πλατεία με την πάροδο του χρόνο αποτέλεσε το κέντρο της κοσμικής κίνησης στην Αθήνα μέχρι το 1930, οπότε ανασκάφηκε το υπέδαφος της για να γίνει ο υπόγειος σταθμός του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου Πειραιώς – Αθηνών.

Έκτοτε άρχισε να αποκτά περισσότερο εμπορικό χαρακτήρα και να αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο σημείο της Αθήνας για τους κατοίκους της επαρχίας, που έρχονταν στην πρωτεύουσα. Στις 15 Οκτωβρίου 1954 άρχισε η διαρρύθμιση του υπόγειου χώρου, με την κατασκευή μιας υπόγειας πλατείας με τράπεζες, καταστήματα και ταχυδρομείο, αλλά και με τις πρώτες κυλιόμενες σκάλες. Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1960 με τη διαμόρφωση της επιφάνειας της Πλατείας Ομονοίας σε τεχνητή λίμνη με συντριβάνια, στην οποία συχνά βουτούσαν οι φίλαθλοι, έπειτα από κάποια επιτυχία εθνικής ομάδας και οι οπαδοί του Παναθηναϊκού για τους θριάμβους της ομάδας τους.

Με την πάροδο του χρόνου, η Πλατεία Ομονοίας υπέστη και άλλες μεταμορφώσεις, λόγω του αυξανόμενου κυκλοφοριακού φόρτου στο κέντρο της Αθήνας. Η τελευταία έγινε την περίοδο πριν από την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και προκάλεσε γενική κατακραυγή για το αισθητικό της αποτέλεσμα. Σήμερα, η Ομόνοια έχει μετατραπεί ουσιαστικά σε οδικό κόμβο και δεν λειτουργεί πλέον ως πλατεία.

https://www.sansimera.gr

Το ταξίδι του BBC στη Σπιναλόγκα: Ένα σκοτεινό νησί γεμάτο μυστήριο

Το λεπροκομείο, οι ζωές των εξόριστων ασθενών και η σιωπή χρόνων που έσπασε μέσα από το «Νησί» περιγράφονται στο οδοιπορικό του βρετανικού δικτύου στο νησί που στιγματίστηκε

Στον πάλαι ποτέ τόπο των λεπρών, τη Σπιναλόγκα και την ιστορία της βρέθηκε το βρετανικό δίκτυο, BBC, σε ένα οδοιπορικό που αποκαλύπτει μυστικά και ιστορίες από το μικρό νησάκι απέναντι από το χωριό Πλάκα, στην Ελούντα της Κρήτης.

«Αυτό το μικρό νησάκι στον Κόλπο Μιραμπέλου στέκεται σκιερό και κατασκότεινο σαν να το έβαψε κανείς με κάρβουνο, ενώ η χερσόνησος της Σπιναλόγκα περιστρέφεται γύρω από το νησί όπως η ουρά μίας γάτας που κοιμάται», περιγράφει η αρθρογράφος στην πρώτη της εντύπωση από το νησί.

Το BBC, κάνοντας μία μικρή ιστορική αναδρομή, αναφέρει ότι βραχώδες νησάκι υπηρέτησε ως στρατιωτικό οχυρό κατά τη διάρκεια του Ενετικού (και αργότερα Οθωμανικού) ζυγού. Μία μεσαιωνική ακρόπολη μαρτυρά αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας του νησιού. Το 1904, αφότου οι Κρητικοί εκδίωξαν τους Οθωμανούς από τη Σπιναλόγκα, το νησάκι μετατράπηκε σε λεπροκομείο, όπου μέχρι το 1913, οπότε και η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα, στέλνονταν όσοι έπασχαν από την ασθένεια. Στο απόγειό της το νησί μετρούσε σχεδόν 400 κατοίκους.


Η λέπρα, η οποία προκαλούσε ουλές και παραμορφώσεις στο δέρμα, καθώς και βλάβες στα νεύρα, ήταν και ένα μεγάλο κοινωνικό στίγμα για τους ασθενείς. Οι λεπροί στιγματίζονταν από τις οικογένειές τους, την κοινωνία, ακόμη και τους γιατρούς. Από τη στιγμή της διάγνωσης, κατάσχονταν τα σπίτια τους και οι οικονομικοί τους λογαριασμοί, έχαναν το δικαίωμα της ιθαγένειάς τους, ενώ ανακαλούνταν οι ταυτότητές τους.

Στη συνέχεια στέλνονταν στη Σπιναλόγκα, όπου ποτέ δεν λάμβαναν θεραπεία για την αρρώστεια. Ο μόνος γιατρός που έφτανε στο νησί έκανε τη διαδρομή από την Πλάκα, μόνο αν κάποιος προσβαλλόταν από κάποια άλλη ασθένεια.  Παρόλο που βρέθηκε θεραπεία για τη λέπρα στις αρχές του 1940, η Ελλάδα κράτησε το λεπροκομείο σε λειτουργία μέχρι το 1957.

Μόνο αφότου ένας Βρετανός εμπειρογνώμονας επισκέφθηκε το νησί και συνέταξε μία καταδικαστική αναφορά, καταγγέλοντας τον γιατρό του νησιού και το κράτος για ελλιπή ιατρικής περίθαλψης και άθλιες συνθήκες διαβίωσεης νοσηλείας, η κυβέρνηση έκλεισε τη Σπιναλόγκα.

Το «Νησί» έσπασε χρόνια σιωπής

«Μόλις διάβασα το best seller της Βικτόρια Χίσλοπ “Το νησί”, ένα μελοδραματικό μυθιστόρημα για οικογενειακά μυστικά, προδοσίες και ερωτικές ιστορίες στην κοινότητα των λεπρών, επέστρεψα για να μάθω ποια πραγματικά ήταν η ζωή των ανθρώπων που εξορίζονταν στη Σπιναλόγκα», αναφέρει η αρθρογράφος.

Για δεκαετίες μετά το κλείσιμο της Σπιναλόγκα, λίγα ήταν γνωστά για το νησί. Η κυβέρνηση, προκειμένου να σβήσει κάθε ίχνος για την ύπαξη της αποικίας, έκαψε όλα τα αρχεία της. Αλλά και όσο επιβίωσαν από την ασθένεια αρνήθηκαν να μιλήσουν για την εμπειρία τους. Για πολλά χρόνια η Σπιναλόγκα ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Αλλά το μυθιστόρημα της Χίσλοπ, μαζί με την τηλεοπτική μεταφορά του, άλλαξαν όλα αυτά. Έτσι έγινε γνωστό το ηλιόλουστο χωριό με τα βενετσιάνικα πέτρινα σπίτια και τα υπόλοιπα ερείπια μιας διαφορετικής εποχής. Ξαφνικά, οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για αυτό, όλοι πια είχαν κάτι να πουν.

«Το κράτος, στην προσπάθειά του να  σβήσει τη ρετσινιά, ήθελε να καταστρέψει κάθε  ίχνος της αποικίας των λεπρών. Όμως τη δεκαετία του ’80 συνειδητοποίησαν ότι οι τουρίστες έρχονταν για έναν συγκεκριμένο σκοπό εκεί: για να επισκεφθούν την αποικία των λεπρών»,  ανέφερε ο Μορίς Μπορν, ένας εθνολόγος και συγγραφέας «Οι ζωές και οι θάνατοι των Κρητικών λεπρών» που συνόδευσε την αποστολή του BBC στη Σπιναλόγκα.

Κάτω από μία άλλη αψίδα περνά ο λεγόμενος εμπορικός δρόμος, μία σκιερή λωρίδα με καταστήματα, ένα καφενείο και ένα μικρό σχολείο. Η μία πλευρά του έχει αποκατασταθεί για τουριστικούς σκοπούς. Όχι πολύ μακριά από εκεί, στέκεται ακόμη ένα πέτρινο κτίριο που φιλοξενεί τον αποτεφρωτήρα, όπου καίγονταν τα μολυσμένα ρούχα.

Ο συγγραφέας συνέχισε να αποκαλύπτει λεπτομέρειες της ζωής στο νησί. «Πριν τη δεκαετία του ’30 οι κάτοικοι της Σπιναλόγκας ζούσαν σε μία «ξέφρενη κατάσταση εγωισμού, σκεπτόμενοι μόνο την επιβίωση. Κανείς δεν φρόντιζε τον άλλον, ο παπάς δυσκολευόταν να βρει ανθρώπους να τον βοηθήσουν για να θάψει τους νεκρούς», αναφέρει.

Η Αδελφότητα που βελτίωσε τη ζωή τους

Μέχρι που έφτασε εκεί ο Ρεμουνδάκης και δημιούργησε την Αδελφότητα των Ασθενών της Σπιναλόγκα, μία κοινότητα αφιερωμένη στην βελτίωση των συνθηκών στο νησί, κάτι που άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Η ομάδα πίεσε την τότε ελληνική κυβέρνηση για το δικαίωμα στο γάμο και τη λειτουργία επιχειρήσεων.

«Μέχρι τη σύσταση της Αδελφότητας όλα όσα υπολογίζονταν ήταν το φαγητό, ο τζόγος και η ρακί. Όμως η Αδελφότητα δούλεψε για να εγκαθιδρύσει την τάξη και μία καλύτερη ποιότητα ζωής στο νησί. Διοργανώθηκαν συναυλίες από κατοίκους με ταλέντο στη  μουσική, ορισμένοι δώρισαν και ένα πικ απ, το οποίο φυλάχθηκε σε ένα από τα καφενεία. Ένας από τους πιο σημαντικούς κανόνες της Αδελφότητας ήταν να απαγορεύσουν τους καθρέφτες. Κανείς δεν θα ήθελε να δει τον εαυτό του. Όμως ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσει κανείς τις παραμορφώσεις που προκαλούσε η νόσος στους άλλους ασθενείς που ζούσαν δίπλα τους. Αναζητούσαν την απομόνωση ώστε να ξεφεύγουν από το πρόσωπο του άλλου

Το 1938 οι κάτοικοι πήραν την άδεια του κράτους για να καταστρέψουν μέρος του μεσαιωνικού τείχους και να καθαρίσουν το μονοπάτι στην περίμετρο του νησιού, ώστε να γίνεται προσβάσιμο και από αυτούς που είχε αφήσει ανάπηρους η ασθένεια. Το νέο μονοπάτι παρείχε στους εκτοπισμένους μία αίσθηση ελευθερίας.

«Όταν άρχισαν να έρχονται τουρίστες τη δεκαετία του ’80  πολλοί ήθελαν να επισκεφθούν το κοιμητήριο. Το 2013 τα οστά των λεπρών είχαν τοποθετηθεί σε ένα οστεοφυλάκιο δίπλα στο κοιμητήριο καλυμμένο από πλάκες σκυροδέματος», σημείωσε.

Το νησί ήταν ήσυχο και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο άνεμος και ο ήχος των κάποιων βενζινάκατων. Στην είσοδο του κοιμητηρίου μία μικρή πλάκα κάνει έκκλησει για το σεβασμό αυτών των ψυχών που τάφηκαν στη βραχώδη πλαγιά με θέα τη θάλασσα και των βουνών της Κρήτης, αναφέρει το BBC.

«Μπορεί να χρειάστηκαν δεκαετίες για να πει την ιστορία του, αλλά αυτοί που ποτέ δεν δραπέτευσαν από τη Σπιναλόγκα τελικά βρήκαν την ειρήνη…», καταλήγει το άρθρο.

http://www.protothema.gr

 
Η Σιβιτανίδειος των τεχνών και των επαγγελμάτων

Μια σχολή όπου τα παιδιά μαθαίνουν όλα τα τεχνικά επαγγέλματα Και ποιος δεν γνωρίζει τη Σιβιτανίδειο; Περνώντας με τον ηλεκτρικό από την Καλλιθέα το βλέμμα στρέφεται προς το επιβλητικό κτίριο πάντα γεμάτο από νεαρούς και νεαρές εκκολαπτόμενους τεχνίτες. 1938, παρουσίαση της Σχολής με αφορμή τη πρώτη δεκαετία λειτουργίας της:

«Ανάμεσα εις τα μορφωτικά ιδρύματα της Ελλάδος ξεχωριστήν όλως θέσιν κατέχει η Σιβιτανίδειος Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων που λειτουργεί εις την Καλλιθέαν. Εις την σχολήν αυτήν, που είνε και μοναδική εις το είδος της, συντελείται χωρίς διαφημιστικόν θόρυβον μία σπουδαιοτάτη εργασία, υψίστης κοινωνικής και εθνικής σημασίας, μία εργασία η οποία αξίζει να κινήση γενικώτερον το ενδιαφέρον του κοινού.

Ένα σωρό πτωχά και αμόρφωτα παιδιά, εκπαιδεύονται εις διαφόρους τέχνας, λαμβάνουν την απαιτουμένην μόεφωσιν και τεχνικήν κατάρτισιν και βγαίνουν από εκεί μέσα μετά πάροδον 3-4 ετών, ικανοί τεχνίται και καλοί πολίται, χρήσιμοι εις τους εαυτούς των και την κοινωνίαν. Προτού όμως εκθέσωμεν την συντελούμενην εις την Σιβιτανίδειον εργασίαν, την οποίαν αντελήφθημεν κατά την επίσκεψίν μας εις την σχολήν, πρέπει απαραιτήτως να πούμε μερικά πράγματα διά την ίδρυσίν της.

Την Σχολήν λοιπόν αυτήν ίδρυσαν οι Κύπριοι αδελφοί Λουϊζος και Βασίλειος Σιβιτανίδαι. Κυρίως όμως ιδρυτής είνε ο Βασίλειος, ο οποίος, αφου εκληρονόμησε τον αδελφόν του Λουϊζον, άφησε ολόκληρον την περιουσίαν του εις το Ελληνικόν Δημόσιον, ανερχομένην εις 80 περίπου εκατομμύρια δραχμών, υπό τον όρον να ιδρυθή και να λειτουργήση μία Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων, η οποία να φέρη τα ονόματα του αδελφού του και αυτού.

Πράγματι η σχολή ιδρύθη και άρχισε να λειτουργή από του 1929 εις τα Πετράλωνα, εις το κτίριον ακριβώς όπου σήμερον το εργοστάσιον μπισκότων Παπαδοπούλου. Από του 1932 η σχολή λειτουργεί εις το ιδικόν της κολοσσιαίον κτίριον, το οποίον ευρίσκεται εις την Καλλιθέαν, ακριβώς προ του σταθμού του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου.

Η Σιβιτανίδειος είνε δημοσία σχολή, τελεί δε υπό τον έλεγχον του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Εδώ γίνονται δεκτά προς φοίτησιν παιδιά ηλικίας από 13-18 ετών, τα οποία απαραιτήτως πρέπει να έχουν τελειώσει το Δημοτικόν Σχολείον. Οι μαθηταί δεν πληρώνουν δίδακτρα, πληρώνουν όμως ένα μικρόν μέρος από τα έξοδα τα οποία καταβάλλει η σχολή δια την εκπαίδευσίν των. Κατά μέσον όρον ένας μαθητής στοιχίζει εις την σχολήν 8000 δραχμάς ετησίως. Από το ποσόν αυτό ο μαθητής πληρώνει μόνον 2500 δραχμάς.

Κατ’ αρχήν όλοι οι μαθηταί φοιτούν επί ένα 6μηνον εις το προπαρασκευαστικόν τμήμα όπου διδάσκονται μαθηματικά, φυσικήν, ελεύθερον σχέδιον και άλλα. Από εκεί ανάλογα με τας επιδόσεις των, κατατάσσονται οι μαθηταί εις τα διάφορα τμήματα.
Σήμερον εις την Σιβιτανίδειον λειτουργούν τα εξής τμήματα:

Μεταλλοτεχνίας, Μηχανοτεχνίας και Μηχανοδηγών
Ηλεκτροτεχνίας
Οικοδομικόν
Ξυλουργικής και Επιπλοποιϊας
Γραφικών και Πλαστικών διακοσμητικών επαγγελμάτων

Η σχολή είνε εφωδιασμένη με όλα τα απαραίτητα μηχανήματα δια την εξάσκησιν των μαθητών.

Σήμερον εις την Σιβιτανίδειον φοιτούν 950 τακτικοί μαθηταί και 50 ελεύθεροι. Οι μαθηταί αυτοί πηγαίνουν το πρωί και φεύγουν το απόγευμα, διότι δυστυχώς δεν υπάρχει ακόμη εις την σχολήν οικοτροφείον.

Εις την σχολήν λειτουργεί προς το παρόν μόνον συσσίτιον, από του προσεχούς όμως Σεπτεμβρίου θα λειτουργή και οικοτροφείον το οποίον θα δύναται να περιλάβη 250 μαθητάς, κυρίως εκείνους οι οποίοι έρχονται από τας επαρχίας και είνε υποχρεωμένοι να διαμένουν εις διάφορα δωμάτια πλησίον της σχολής.

Οκτώ ώρας παραμένουν εις την σχολήν οι μαθηταί. Κατά το διάστημα αυτό, εκτός από τα μαθήματα και την πρακτικήν εξάσκησιν, οι μαθηταί έχουν και την ψυχαγωγίαν των, η οποία κυρίως είνε η μουσική. Εις την Σιβιτανίδειον υπάρχει ολόκληρον μουσικόν συγκρότημα το οποίον περιλαμβάνει χορωδίαν, μανδολινάταν και φιλαρμονικήν.

Δέκα έτη λειτουργίας συμπληρώνει εφέτος η Σιβιτανίδειος, Και τα αποτελέσματα της λαμπράς διδασκαλίας, η οποία γίνεται εκεί μέσα, εφάνησαν από τους αποφοίτους, οι οποίοι ανέλαβον εργασίας εις διάφορα εργοστάσια. Συντομώτατα, χάρις εις την μόρφωσιν και την αντίληψίν των, από απλοί τεχνίται προήχθησαν εις αρχιτεχνίτας.

Σήμερον οι απόφοιτοι της Σιβιτανιδείου είνε περιζήτητοι εις τας διαφόρους εργασίας, ουδείς δε εξ’ αυτών –και είνε χαρακτηριστικόν αυτό- παραμένει άνεργος και όλοι αμοίβονται καλύτερον πάντοτε από τους ελευθέρους τεχνίτας.

Όπως τέλος μας εδήλωσε ο Γενικός Διευθυντής κ. Ηλιάδης, η Σιβιτανίδειος μέχρι σήμερον δεν επιβαρύνει καθόλου το κράτος συντηρουμένη εκ των ιδίων της πόρων. Είνε δε οι πόροι της αυτοί τα δικαιώματα τα οποία εισπράττει από τους μαθητάς και τα έσοδα εκ της πωλήσεως των διαφόρων επίπλων και μηχανημάτων, τα οποία κατασκευάζονται από τους μαθητάς. Ακριβώς όμως διά να μην αναγκάζεται να εκτελή διαφόρους ξένας παραγγελίας, πράγμα που γίνεται εις βάρος της διδασκαλίας, απεφασίσθη υπό της κυβερνήσεως να ενισχυθή η σχολή δι’ ετησίας επιχορηγήσεως. Από του προσεχούς έτους η Σιβιτανίδειος, χάρις εις την κρατικήν μέριμναν θα δύναται να επιδοθή με μεγαλυτέραν άνεσιν εις το ωραίον έργον της».
(«Ο ΤΥΠΟΣ», 1938, Αθ. Σαράφης)

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
Διαβάστε κι άλλες ιστορίες για την Παλιά Αθήνα στην ιστοσελίδα www.paliaathina.com

Άνθρωποι-Φαντάσματα στο Ψυχιατρείο της Θεσσαλονίκης των Αρχών του 20ού Aιώνα

Συγκλονιστικές φωτογραφίες από την ιστορία 100 ετών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης – από το Άσυλο Φρενοβλαβών, στο σημερινό σύγχρονο Νοσοκομείο.

Στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, στην οδό Φιλικής Εταιρείας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, υπάρχουν ακόμη βιδωμένοι στο τέμπλο μεταλλικοί χαλκάδες. Μέχρι και τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κάτω από τις θρησκευτικές εικόνες αλυσόδεναν ψυχικά ασθενείς και τους υπέβαλαν σε εξορκισμούς, διότι κυριαρχούσε η σκοταδιστική άποψη ότι η ψυχική νόσος οφειλόταν σε δαιμόνια, τα οποία λύνονταν μόνο με τη θεία μεσολάβηση.

Από εκείνη την (ημερολογιακά) μακρινή-εποχή, ξεκινά την αφήγηση ο ψυχίατρος Δημήτρης Σεβρής, συντονιστής ομάδας εργαζομένων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (ΨΝΘ), οι οποίοι συγκέντρωσαν συγκλονιστικό αρχειακό υλικό για την ιστορία της ψυχιατρικής περίθαλψης στην πόλη, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων λειτουργίας του Νοσοκομείου. Μέσα από δεκάδες φωτογραφίες και άλλα ντοκουμέντα, η αφήγηση ξετυλίγεται μυθιστορηματικά και αποτυπώνει την τεράστια απόσταση που διανύθηκε τις επόμενες δεκαετίες – ως την ψυχιατρική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ’80 και το σημερινό ΨΝΘ, στην οδό Λαγκαδά.

This slideshow requires JavaScript.

Ο κ. Σεβρής, ένας μειλίχιος γιατρός που υπηρετεί επί 35 χρόνια στο ΨΝΘ, πιάνει το νήμα από την αρχή. «Η ιστορική μνήμη οδηγεί την αφήγηση στα πρώτα χρόνια μετά το 1900 και την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, όπου εγκαταλείπονταν οι ψυχικά ασθενείς και υποβάλλονταν σε εξορκισμούς», σημειώνει. «Οι συνθήκες ήταν τρομακτικές και περιγράφονται με χαρακτηριστικό τρόπο, έστω λογοτεχνικό, στο βιβλίο Ανατροπή του Νίκου Θέμελη». Διαβάζουμε στο σχετικό απόσπασμα: «Ήτανε οι τρελοί και οι σαλεμένοι, δεμένοι σε χαλκάδες, που ζούσαν έγκλειστοι μέσα στην εκκλησία μέχρι να γιατρευτούν από τον Άγιο Αντώνιο. Τον Άγιο των τρελών και των δαιμονισμένων […] Αλυσοδεμένοι κατάχαμα, στο πατημένο χώμα, στις πλάκες, μες στις ακαθαρσίες τους και στη βαριά τη μυρωδιά που απέπνεαν τα κετσεδένια στρώματα, τα ράκη που έκρυβαν τα σώματα των βασανισμένων. Οι τρελοί που ήλπιζαν πως με τις ικεσίες τους θα πείθανε ότι άδικα τους είχανε αλυσοδέσει για να τους ξεφορτωθούν».

Τα επόμενα χρόνια, τα πρώτα του προηγούμενοι αιώνα, λειτουργεί το περίφημο Άσυλο Φρενοβλαβών στο τέρμα της οδού Αφροδίτης, στην περιοχή του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, στη δυτική είσοδο της Θεσσαλονίκης», περιγράφει ο κ. Σεβρής. Στο μητρώο ασθενών διαβάζουμε σε μια από τις πρώτες καρτέλες: «Ειρήνη Π., 27 ετών, ημερομηνία εισαγωγής: 17 Σεπτεμβρίου 1917, διάγνωση: πρωτόγονος άνοια – κατατονική μορφή. Έξοδος: 22 Μαΐου 1932, έκβαση: Θάνατος, αιτία θανάτου: πνευμονία».

Στο αρχειακό υλικό περιλαμβάνεται κι ένα απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης, με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1917, στα οποίο αποτυπώνονται οι άθλιες συνθήκες στο Άσυλο Φρενοβλαβών: «Ο κ. δήμαρχος (σσ: Κωνσταντίνος Αγγελάκης) λέγει ότι επισκεφθείς μετ’ ιατρών των συμμαχικών στρατευμάτων το εν τη πόλει μας υφιστάμενον άσυλον των φρενοπαθών, εύρε τούτο εις αθλιεστάτην κατάστασιν και ησθάνθη εντροπήν διότι πόλις ως η Θεσσαλονίκη έχει φιλανθρωπικόν ίδρυμα του είδους τούτου εις τοιαύτην ευρισκόμενο κατάστασιν».

Η ιστορία μεταφέρεται τα επόμενα χρόνια στη δυτική Θεσσαλονίκη, στην περιοχή της Σταυρούπολης, που τότε ονομαζόταν Λεμπέτ και ήταν μια αχανής ύπαιθρος. Στην περιοχή υπήρχαν στρατώνες, αποθήκες και τολ των συμμαχικών δυνάμεων, που είχαν αποχωρήσει μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι, μετά το 1918 μεταφέρθηκαν σταδιακά στις παραπάνω εγκαταστάσεις οι πρώτοι ασθενείς, όχι πάντως με αξιόπιστα επιστημονικά κριτήρια. «Ήταν ένα μίγμα δυστυχισμένων ανθρώπων. Υπήρχαν επαίτες, άνθρωποι με νοητική στέρηση, πόρνες, περιθωριακά στοιχεία, ακόμη και πυροπαθείς της φωτιάς του ’17 και πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η μεταβατική περίοδος διήρκεσε ως το 1925, οπότε ιδρύθηκε το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης», περιγράφει ο κ. Σεβρής. Η αρχική του ονομασία ήταν Δημόσιο Ψυχιατρείο, θεσπίστηκαν για πρώτη φορά κανόνες λειτουργίας και οργανόγραμμα, ενώ ο αριθμός των ασθενών ανερχόταν στους 150.

Οι συνθήκες βελτιώθηκαν κάπως, όμως παρέμεναν ασυλικές και ιδρυματικές. Τη δεκαετία του ’60 ξεκίνησε η κατασκευή των κτιρίων και η δύναμη των κλινών αυξήθηκε στις 1.000. Το 1974 εκδόθηκε ο κανονισμός λειτουργίας των κρατικών ψυχιατρείων και τη δεκαετία του ’80 εφαρμόστηκε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, αλλάζοντας ριζικά τη φιλοσοφία της περίθαλψης των ψυχικά ασθενών. Μέχρι τότε, άνθρωποι με σοβαρή δυσλειτουργία ζούσαν είτε αβοήθητοι στην κοινότητα είτε ιδρυματοποιημένοι σε άσυλο. Λειτούργησαν νέες πτέρυγες στο ΨΝΘ και στο πλευρό των ασθενών βρέθηκαν εξειδικευμένοι επιστήμονες. Στον σημερινό καιρό των μνημονίων και της κρίσης στη δημόσια υγεία, υπάρχουν λειτουργικά προβλήματα, όμως το ΨΝΘ κρατιέται χάρη στην αφοσίωση των εργαζομένων του.

Το αφιέρωμα «Από το Λεμπέτ στο Ψυχιατρείο – 100 χρόνια ιστορία» παρουσιάστηκε σε μεγάλη εκδήλωση, το βράδυ της Τρίτης στη Θεσσαλονίκη. Στην οργανωτική επιτροπή, εκτός από τον κ. Σεβρή, συμμετείχε ο διοικητής του ΨΝΘ, Κωνσταντίνος Εμμανουηλίδης, καθώς επίσης οι: Ελένη Γλούφτση, Παναγιώτης Κερεφιάδης, Κωνσταντίνος Κόντος, Στεργιανή Χατζίδου, Εμμανουήλ Μπίτσης και Δημήτριος Καλούδης. Ο κ. Καλούδης, πρώην εργαζόμενος στο Νοσοκομείο, διέσωσε με σκληρή δουλειά και ταξινόμησε το μεγαλύτερο μέρος των φωτογραφιών που παρουσιάστηκαν. Στην εκδήλωση βραβεύτηκαν πρώην εργαζόμενοι του ΨΝΘ, καθώς και παλιότεροι νοσηλευόμενοι σε αυτό.

Οι 4 εποχές της Ομόνοιας  Οι σημαντικότερες στάσεις σε μια ιστορία 150 χρόνων

Ήταν μεσημέρι της 14ης Οκτωβρίου του 1862 όταν οι Αθηναίοι πανηγύριζαν την έξωση του βασιλιά στην τότε πλατεία Όθωνος που μετονομάστηκε σε πλατεία Ομονοίας. Από τότε και μέσα στα 150 χρόνια που ακολούθησαν η πλατεία που αποτέλεσε άλλοτε το κοσμοπολίτικο και συνάμα λαϊκό σημείο συνάντησης των Αθηναίων πέρασε από διάφορες εποχές ανακατασκευές και χρώματα για να καταλήξει στη σημερινή γκρίζα εικόνα της…

Τα πρώτα σχέδια που έγιναν των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, αποτύπωναν μια πλατεία ορθογώνια η οποία θα ονομαζόταν πλατεία Ανακτόρων. Ο χώρος άλλωστε προοριζόταν για την ανέγερση των Ανακτόρων αφού η θέα της Ακρόπολη ήταν ιδανική. Το σχέδιο όμως απορρίφθηκε από τον Λουδιβίκο, τον πατέρα του Όθωνα, λόγω της περιοχής η οποία γειτνίαζε με εργατικές συνοικίες και ήταν σε κοίλωμα κοντά στα έλη του Κηφισού. Την ιδέα της ανέγερσης των ανακτόρων ακολούθησε εκείνη του Ναού του Σωτήρος, προκειμένου το έθνος να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς το Θείο για την απελευθέρωση. Ο έρανος, όμως, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και το ποσό που συγκεντρώθηκε διατέθηκε για την ανέγερση του ναού της Μητροπόλεως.

Έτσι το 1834, τα σχέδια χρειάζεται να επανεξεταστούν και η αναθεώρησή τους ανατίθεται στον αρχιτέκτονα Λέο Φον Κλέντσε. Στην νέα της εκδοχή η πλατεία θα είχε κυκλικό σχήμα ενώ θα ήταν ομώνυμη του τότε βασιλειά Όθωνα. Και αυτό το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Εν τέλει η πλατεία κατασκευάζεται το 1846 με βασιλικό διάταγμα και παίρνει ορθογώνιο σχήμα. Η πλατεία Όθωνος, όπως ονομάστηκε προς τιμήν του βασιλιά, αποτελούσε το βορειότερο άκρο της πόλης και το τέρμα του εξοχικού περιπάτου των Αθηναίων της εποχής.

Το σημερινό της όνομα αποκτα το 1862 όταν γίνεται σύμβολο ενότητας των αντιμαχόμενων πολιτικών πλευρών μετά την εκθρόνιση του βασιλιά. Εκείνο το μεσημέρι της 14ης Οκτωβρίου, ο πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης, Δημήτριος Βούλγαρης, γνωστός και ως Τζουμπές, απευθύνεται μετά την δοξολογία στο συγκεντρωμένο πλήθος και λέει:

«Ας ορκισθώμεν επί της Πλατείας ταύτης, της λαβούσης ήδη το ωραίον της «Ομονοίας» όνομα, και ας είπη έκαστος εξ ημών: Ορκίζομαι πίστιν εις την πατρίδα και υπακοήν εις τας εθνικάς αποφάσεις».

Αυτή η ένδοξη και επαναστατική φράση σηματοδότησε την απαρχή της ιστορίας της Πλατείας Ομόνοιας η οποία γνώρισε από τότε διάφορες «εποχές», οράματα και υποσχέσεις…

Η πράσινη εποχή

Εκείνη την εποχή η Ομόνοια χαρακτηρίζεται από την αύρα μιας κοσμικής και μεσοαστικής Αθήνας σε συνδυασμό πάντα με τη νότα που της έδιναν οι εργατικές περιοχές που βρίσκονται κοντά της. Το 1877, η πλατεία φωτίζεται με λάμπες φωταερίου, δεντροφυτεύεται και στο κέντρο της κατασκευάζεται μια μαρμάρινη πολυγωνική εξέδρα μουσικής, όπου φιλοξενεί την μπάντα κάθε Κυριακή.

Τρία χρόνια αργότερα, γίνεται η αφετηρία του ιπποσιδηροδρόμου, ενώ το 1889, στο τέλος της Αθηνάς, οικοδομείται σε σχέδια του Ερνεστ Τσίλερ το ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος, σήμα κατατεθέν της περιοχής, η οποία σταδιακά μεταμορφώνεται σε σημείο αναφοράς της κοσμικής κίνησης της πόλης κι αρχίζει να ανταγωνίζεται την αίγλη της πλατείας Συντάγματος.

Στην αναβάθμιση αυτή βοηθούν και οι αφίξεις νέων καταστημάτων όπως το «Σολώνειο», το «Βυζάντιο», το «Ζούνης», το «Χαραμής», το «Ομόνοια» και φυσικά η γνωστή «Ήβη», όπου συγκεντρώνεται όλος ο «καλός κόσμος» της εποχής.
Οι ιδιοκτήτες των καφενείων της περιοχής προσπαθούν να προσελκύσουν όλο και περισσότερη πελατεία. Ανοίγους τις πόρτες τους στις κυρίες και δανείζονται στοιχεία από τα ζαχαροπλαστεία. Ελληνικές και ξένες, κυρίως γαλλικές εφημερίδες, καθώς και περιοδικά δημιουργούν άτυπα αναγνωστήρια, ενώ ορχήστρες φροντίζουν για τη μουσική υπόκρουση. Την εικόνα συμπληρώνουν τραγουδιστές και τραγουδίστριες του μελοδράματος.

Δίπλα στον τούρκικο καφέ που ψήνει ο ταμπής με δέκα λεπτά το φλιτζάνι, παρασκευάζεται και ο «Βιενναίος», ο ευρωπαϊκός καφές, με γάλα ή κρέμα, ο οποίος κοστίζει 40 λεπτά.Το νερό έρχεται από το Μαρούσι σε στάμνες και πληρώνεται ξεχωριστά, 5 λεπτά το ποτήρι. Πάστες, γλυκά φούρνου, παγωτά και ηδύποτα συμπληρώνουν τον κατάλογο.

Εκτός από τα καφενεία, λειτουργούν τα ζυθοπωλεία, οι ταβέρνες, τα ξενοδοχεία και φυσικά τα καφωδεία και τα καφέ σαντάντ. Τα τελευταία όμως σε συνδυασμό με την άφιξη των αμανετζίδικων στην περιοχή του Ψυρρή, είναι εκείνα που κάνουν την Ομόνοια να χάσει την μάχη για την πιο αριστοκρατική περιοχή δίνοντας το προβάδισμα στην πλατεία Συντάγματος. Στο τέλος αυτού αιώνα, το 1895 δημιουργείται ο σταθμός του τρένου Αθηνών-Πειραιώς.

Στον «Ρωμηό» του 1907 διαβάζουμε για εκείνη την εποχή:

«Ίτε πάντες εις της Ήβης το γνωστόν ζυθοπωλείον
Νικολή του Γιακουμάκη, τέλειον εκ των τελείων.
Ανοιχτόν μέχρι πρωίας στην Ομόνοιαν εκεί,
εντελής καθαριότης κι’ έξοχος μαγειρική,
μπύρα πρώτη Κλωναρίδη και ποικίλα φαγητά,
ο καλλίτερος ο κόσμος, πάντοτε σ’ αυτό φοιτά»

Η εποχή των Μουσών και η ιστορία της Καλλιόπης

Περνούν σχεδόν τριάντα χρόνια για να αλλάξει και πάλι όψη η πλατεία. Όταν το 1930, ολοκληρώνονται τα έργα για τον υπόγειο σιδηρόδρομο τα εγκαίνια του οποίου πραγματοποιεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος, εκτός από το κυκλικό σχήμα, η πλατεία αποκτά μια εικόνα λιγότερο πράσινη εικόνα και περισσότερο αστική.

Οι φοίνικες τα λουλούδια και τα ξύλινα παγκάκια δεν υπάρχουν πια. Στη θέση τους δεσπόζουν τα μαρμάρινα κυκλιδώματα που οδηγούν στον υπόγειο σιδηρόδρομο, ενώ στο κέντρο της, κατασκευάζονται περίπτερα για τους ανθοπώλες. Περιμετρικά τοποθετούνται οκτώ τσιμεντένιες Μούσες για να καλύψουν τους αεραγωγούς του τρένου που μένουν στην ιστορία ως οι «Μούσες της Ομόνοιας»… Πάνω από τα αγάλματα υψώνονταν ψηλοί τσιμεντένιοι κίονες, στην κορυφή των οποίων υπήρχαν καπνοδόχοι….

Βέβαια μιας και οι μούσες κατά τη μυθολογία ήταν εννέα, και η πλατεία για λόγους αισθητικής και συμμετρίας μπορούσε να φιλοξενήσει μόνο οκτώ, ο χώρος που τοποθετήθηκε η ένατη, η μούσα της επικής ποίησης Καλλιόπη, ήταν ακριοβώς δίπλα από τα δημόσια ουρητήρια. Εξαιτίας αυτού η «φτωχή Καλλιόπη» ταύτισε για πάντα το όνομά της με την τουαλέτα…

Οι Μούσες δεν ενθουσίασαν κανέναν, αντιθέτως χαρακτηρίστηκαν κακόγουστες αφού έκαναν την κυκλική πλατεία να μοιάζει με τούρτα με κεράκια. Έξι χρόνια μετά, όταν μία από αυτές κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, έπεσε με κίνδυνο να τραυματίσει τους περαστικούς, απομακρύνθηκαν από την πλατεία.

Παρόλα αυτά την εποχή των Μουσών το χρώμα της πλατείας δεν χάθηκε αφού τα λουλούδια των ανθοπωλών συνέχιζαν να στολίζουν την πλατεία μαζί με τα καφενεία, τις μπυραρίες και τα καμπαρέ που είχαν δημιουργηθεί περιμετρικά.

Μια εικόνα της Ομόνοιας της εποχής εκείνης δίνει και το τραγούδι «Ομόνοια Πλας» της δεκαετίας του ‘50 που  τραγουδά πρώτη σε μια θεατρική επιθεώρηση η Ρένα Βλαχοπούλου και στη συνέχεια η Σοφία Βέμπο:

«Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
καρέκλες με κόσμο γεμάτες
και ταξί που ψαρεύουν πελάτες
Κομψοί και ωραίοι, πολίσμαν τροχαίοι
πεντ’ έξι παλιές μπυραρίες
καυγαδάκια στις αφετηρίες
Καμπαρέ με jazz band και belles femmes
με ταμπέλες που λένε welcome
Τι ρυθμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και τα ανθοπωλεία σειρά στην πλατεία
τριάντα περίπτερα πλάι
κι από κάτω Μετρό που περνάει
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας…”


Η υγρή εποχή

Η μεγάλη αναδιάταξη της πλατείας πραγματοποιείται το 1960, όπου η φυσιογνωμία της αλλάζει κατά πολύ. Τα λουλούδια, τα περίπτερα, τα κιγκλιδώματα και οι πάγκοι των ανθοπωλών ξηλώνονται και οι πεζοί αποκλείονται εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή.

Η επιφάνεια της πλατείας μετατρέπεται σε τεχνητή λίμνη με συντριβάνια, ενώ υπογείως διαμορφώνεται μια δεύτερη, πολύ πιο αποπνικτική. Το κοσμικό παρελθόν της Ομόνοιας έχει ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του κέντρου που δίνει προτεραιότητα στο αυτοκίνητο, μετατρέποντας την περιοχή σε κυκλοφοριακό κόμβο αποκλείοντας την πρόσβαση στους πεζούς.

Γελοιογράφοι της εποχής σχολιάζουν καυστικά τη λίμνη, βάζοντας μέσα τη γοργόνα που ρωτά τον τροχονόμο αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Ο Μποστ σε μια γελοιογραφία του που φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του Ταχυδρόμου στις 25 Ιουλίου 1959, την περίοδο δηλαδή όπου γίνονταν τα μεγάλα έργα για την ανακατασκευή της πλατείας και την διάνοιξη της οδού Κοραή, γράφει χαρακτηριστικά :

«Να ιδώ του βάλτου τα χωργια από ψηλή ραχούλα-
να δω κε την ομονηα με τα νερά τα κρεια»

Μέσα σε μια δεκαετία τα συντριβάνια ανακατασκευάζονται σε διάφορες μορφές για να αντικατασταθούν εν τέλει από υδάτινους πίνακες. Οι πεζοί παραμένουν αποκλεισμένοι από την επιφάνεια της πλατείας και οι μόνοι που την επισκέπτονται κατά περιόδους είναι οι των ομάδων που καθιερώνουν τις βουτιές ύστερα από κάθε νίκη της ομάδας τους.

Η γκρι εποχή

Η τελευταία αλλαγή που σηματοδοτεί την απαρχή της Γκρι πλέον εποχής της πλατείας, ξεκινά με την εγκατάσταση του Γυάλινου Δρομέα που πήρε τη θέση του σιντριβανιού.

Τη δεκαετία του ’90, η Ομόνοια σκάβεται ξανά, αυτή τη φορά για τις ανάγκες του μετρό, ενώ αλλάζει και πάλι μορφή. Το υγρό στοιχείο δίνει τη θέση του στο στερεό, καθώς τοποθετείται επί της πλατείας όπου πρασινίζει μερικώς από το γκαζόν το έργο « Δρομέας» του Κώστα Βαρώτσου. Το άγαλμα αρχικά εντυπωσιάζει όμως λόγω των εργασιών του μετρό μεταφέρεται για λόγους ασφαλείας – για να μην κινδυνέψει από τους κραδασμούς.

Τελευταία προσπάθεια ανάπλασής είναι εκείνη που γίνεται πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες, η οποία αφήνει πίσω της έναν οδικό τσιμεντένιο κόμβο. Το 2001 τοποθετείται στο κέντρο της, το ύψους 15 μ. γλυπτό, Πεντάκυκλο, του Γιώργου Ζογγολόπουλου και το πράσινο αντικαθίσταται από πλάκες οι οποίες σήμερα είναι σκούρες από την βρωμιά και το καυσαέριο. Η πλατεία που κάποτε ήταν συνώνυμη με την ζωντάνια σήμερα μαραζώνει χωρίς νερό και χωρίς κίνηση κι επιλέγεται πια ως τόπος απόγνωσης υποψήφιων αυτόχειρων.

Η ατμόσφαιρα μυρίζει καυσαέριο κι απελπισία ναρκομανών, παράνομων κι απεγνωσμένων μεταναστών και άστεγων που πεθαίνουν στα γύρω σοκάκια ενώ είναι συνδεδεμένη με την έλλειψη ζωής. Τα ίχνη του ένδοξου παρελθόντος απουσιάζουν ενώ σχεδόν όλα τα ιστορικά καταστήματα της περιόδου ακμής της έχουν αντικατασταθεί από fast food ή τυροπιτάδικα, από καταστήματα πώλησης κινητών τηλεφώνων και σημεία αλλαγής συναλλάγματος.

Το τσιμεντένιο άνυδρο και γκρίζο πλέον σκηνικό της άλλοτε «κοκέτας» των επιθεωρήσεων δείχνει πως η λαϊκή, κοσμική κι επαναστάτρια πλατεία της Αθήνας πληρώνει την προηγούμενη λαμπρή εποχή της μέσα από μια παράξενη «καταδίκη» παραμένοντας εντελώς αποκομμένη από την άλλοτε ζωντανή ιστορία της

http://www.newsbeast.gr

Η έγχρωμη Ελλάδα του 1965

Την καθημερινή ζωή σε πόλεις και χωριά, όπως η Αθήνα, η Ρόδος, η Κρήτη, η Αράχωβα και η Λιβαδειά τη δεκαετία του 60, καταγράφει ο Αμερικανός ερασιτέχνης φωτογράφος Τσαρλς Κούσμαν. Η Ελλάδα του 1965 μέσα από τις φωτογραφίες του αποπνέει μια νοσταλγική διάθεση, αλλά επίσης αποκαλύπτει πως δεν έχουν αλλάξει και πολλά τα τελευταία 50 χρόνια… Ο Κούσμαν, εργαζόμενος της τότε Standard & Poor’s, ταξίδευε ανά τον κόσμο αξιολογώντας επιχειρήσεις. Ετσι ανακάλυψε και την αγάπη του για την φωτογραφία. Οι εικόνες του φανερώνουν έναν άνθρωπο με καλή φωτογραφική ματιά, αίσθηση της ιστορίας και της κοινωνικής δυναμικής κάθε τόπου και το σημαντικότερο, περιέργεια.

Κάρα στην προβλήτα του λιμανιού του Ηρακλείου.

Ηλιοβασίλεμα στο λιμάνι του Πειραιά.

Κούνιες για τους μικρούς, μπιλιάρδο για τους μεγάλους σε παιδική χαρά – λούνα παρκ στη Λιβαδειά.

Μεγάλη Παρασκευή στο κέντρο της Αθήνας και κόσμος ψάχνει για το κατάλληλο πασχαλινό δώρο.

Το γραφικό λιμανάκι του Ηρακλείου.

Τροχονόμος στην οδό Ηρώδου του Αττικού, στο ύψος του Μεγάρου και των τότε Ανακτόρων, σημερινού Προεδρικού Μεγάρου.

Σφουγγάρια προς πώληση σε στενό της Μυκόνου.

Η αγαπημένη λατέρνα «ντυμένη» με κορδέλες και διαφημίσεις της εποχής, στην περιοχή του Λυκαβηττού.

Πρωινός καφές στην πλατεία Συντάγματος.

Εχοντας ψωνίσει φρέσκα ψάρια στο Ηράκλειο, ένας Κρητικός με βράκα και μαντήλι στο κεφάλι ποζάρει στον φακό του Κούσμαν.

Η μουσουλμανική συνοικία της Ρόδου.

Η ζωή στην οδό Αδριανού, στο Μοναστηράκι, τη δεκαετία του 60.

Η ρομαντική βιτρίνα του καταστήματος «Cinderella» (Σταχτοπούτα), στο κέντρο της Αθήνας.

Τα «κοινωνικά δίκτυα» της εποχής… Γυναίκες όλων των ηλικιών και παιδιά σχολιάζουν, διασκεδάζουν και παρατηρούν σε ένα σοκάκι της Ρόδου.

Το ζαχαροπλαστείο «Η Κυψέλη» στο Ηράκλειο της Κρήτης και οι θαμώνες του.

Η πλατεία Συντάγματος μπροστά από τα γνωστά ξενοδοχεία, γεμάτη με τραπεζάκια.

Η πολύχρωμη και παιχνιδιάρικη πρόσοψη μίας ταβέρνας στην οδό Βάκχου της Πλάκας, με διακοσμητικές κούκλες στα μπαλκόνια, τοιχογραφίες και ένα κλουβί πουλιού με ταμπέλα «Νανά Μούσχουρη».

Πριν κατακλυστεί από σκιέρ και εκδρομείς, στους δρόμους της Αράχωβας κυκλοφορούσαν πρόβατα και γαϊδουράκια.

Ενας σφουγγαράς προσπαθεί να πουλήσει την πραμάτεια του σε περαστικούς στην οδό Αιόλου.

Ανοιξη στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Μία παράξενη διακόσμηση σε μαγαζί στην Αθηνάς… καλάθια με αυγά κρεμασμένα από παντού.

Πηγή: .protagon.gr

Οταν στην Αθήνα υπήρχαν χίλιες τηλεοράσεις: Το χρονικό της ελληνικής tv

Ηταν 26 Ιανουαρίου του 1926 όταν ο Σκωτσέζος εφευρέτης, Τζον Λόγκι Μπερτ (1888 – 1946) παρουσίασε σε μια σουίτα του Σόχο σε μερικά μέλη του Βασιλικού Ινστιτούτου μια ολοκαίνουργια εφεύρεση: Την πρώτη συσκευή τηλεόρασης με το όνομα Televisor. «Με πρωτόγονα μέσα και προλαβαίνοντας πολλούς άλλους επιστήμονες, τεκμηρίωσε ότι ήταν εφικτό αυτό που θεωρούνταν τότε αδύνατον», σημείωναν οι TIMES την άλλη μέρα.

Ο Σκώτος μηχανικός έμεινε ο πρώτος στην ιστορία που κατόρθωσε να αναμεταδόσει εικόνες από ένα σημείο σε άλλο, όπως κάνει η σημερινή τηλεόραση, της οποίας θεωρείται ο εφευρέτης. Κάπως έτσι έγινε δυνατή τεχνικά η μετάδοση τηλεοπτικής εικόνας στο Λονδίνο. Η Televisor εξελίχθηκε από τον ίδιο το επόμενο διάστημα. Θα χρειαζόντουσαν άλλα τρία χρόνια για να γίνει το 1929 η πρώτη πειραματική εκπομπή του BBC. Το σύστημα του ίδιου βεβαίως δεν θα παραμείνει ως έχει. Θα αντικατασταθεί από άλλο τεχνολογικά πιο αναπτυγμένο. Κι, όμως, θα περάσουν δυο δεκαετίες μέχρι οι τηλεοράσεις να βρεθούν στα σαλόνια.

Το 1946 λειτουργούν 12 τηλεοπτικοί σταθμοί στις ΗΠΑ

Το 1940, τη χρονιά που ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, οι τακτικές τηλεοπτικές εκπομπές διακόπηκαν. Οι τηλεοπτικές μεταδόσεις ξανάρχισαν μετά τον πόλεμο αλλά πολύ λιγότερες σε αριθμό. Το 1946 δώδεκα εμπορικοί τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούσαν στις ΗΠΑ και οι πωλήσεις τηλεοπτικών συσκευών ανέβηκαν κατακόρυφα. Στις 25 Ιουνίου του 1951, το αμερικανικό κανάλι CBS μετέδωσε την πρώτη έγχρωμη εκπομπή. Σχεδόν κανείς όμως δεν μπορούσε να τη δει έγχρωμα μιας και …όλοι διέθεταν ασπρόμαυρες συσκευές.

Ο Μάνος Ιατρίδης, προϊστάμενος Δημοσίων Σχέσεων της ΔΕΗ και εμπνευστής του εγχειρήματος του πειραματικού τηλεοπτικού σταθμού, ένα λεπτό πριν από την έναρξη της πρώτης εκπομπής στις 4 Σεπτεμβρίου 1960.

Στην Ελλάδα η τηλεόραση φθάνει απελπιστικά καθυστερημένα

Η Ελλάδα ήταν μία από τις τελευταίες ευρωπαϊκές χώρες που απέκτησε τηλεόραση. Η επίσημη έναρξη της Ελληνικής κρατικής τηλεόρασης έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1966. Βέβαια, στα 40 χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ των δυο σταθμών του 1926 και 1966, ιδιαίτερα μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ήδη ωριμάσει αυτό που ονομάστηκε «τηλεοπτική επανάσταση».

Ηρωϊκοί πρωτοπόροι

Χρειάστηκαν ηρωϊκοί πρωτοπόροι για να φθάσει το μέσο στην Ελλάδα. Για ποιούς λόγους; Τόσο οικονομικούς, όσο και πολιτικούς αν και λείπουν οι ειδικές και συστηματικές μελέτες. Η μεταπολεμική ανέχεια και η πρόθεση της πολιτικής εξουσίας να ελέγξει το μέσο, όπως έγινε τρεις δεκαετίες νωρίτερα και με το ραδιόφωνο, έπαιξαν, πάντως, σημαντικό ρόλο στην αργοπορημένη εμφάνισης της τηλεόρασης στη χώρα μας. Στην πορεία, ωστόσο, μια από τις παρενέργειες της καθυστέρησης ήταν οι εσπευσμένες και αποσπασματικές αποφάσεις της Πολιτείας. Από τις πρώτες υποδομές, ως τη λειτουργία εθνικού δικτύου και από το καθεστώς της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, ως το νομικό πλαίσιο συνολικά για τα οπτικοακουστικά μέσα.

Η Ελένη Κυπραίου στην πρώτη μετάδοση της ελληνικής τηλεόρασης

Ε. Κυπραίου: «Απόψε το δοκιμαστικό μας πρόγραμμα… Θ΄ αρχίσουμε με μια ταινία επικαίρων…»

Η επίσημη έναρξη της Ελληνικής κρατικής τηλεόρασης έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1966, ασπρόμαυρη στην αρχή και με μικρή εμβέλεια, με πρώτη παρουσιάστρια την Ελένη Κυπραίου και συντονιστή το δημοσιογράφο Γεώργιο Κάρτερ . Τότε «βγήκε στον αέρα» το ΕΙΡ και εμφανίστηκε στην οθόνη η παρουσιάστρια να λέει: « Καλησπέρα σας. Από σήμερα το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας καθιερώνει… Κάθε βράδυ, από τις 6 και μισή μέχρι τις 8 και μισή περίπου, θα μεταδίδουμε… Απόψε το δοκιμαστικό μας πρόγραμμα… Θ΄ αρχίσουμε με μια ταινία επικαίρων…»

Το πρώτο στούντιο

1966: Μόνο 1.000 τηλεοράσεις σ’ όλη την Αθήνα!

Οι τηλεοράσεις δε, που υπήρχαν στην Αθήνα εκείνη την εποχή δεν ήταν πάνω από 1000. Η έγχρωμη μετάδοση στην Ελληνική τηλεόραση γίνεται το 1979. Μια δεκαετία αργότερα, προς το τέλος του 1989, εμφανίζονται στις τηλεοπτικές συχνότητες τα δύο πρώτα ιδιωτικά κανάλια, το Mega Channel και ο Antenna TV. Το σύστημα των καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας παγιώθηκε γύρω από τα τρία δημόσια δίκτυα και από τα ιδιωτικά με το Mega και τον ANT1 να είναι τα μεγαλύτερα μαζί με τα Star, Alpha, Alter, ΣΚΑΪ, αλλά και τα αρκετά μικρότερης επιρροής και τοπικής εμβέλειας ΑΡΤ, 902, Μακεδονία TV, High, Kontra κα, καθώς και πολλές δεκάδες περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Με την πάροδο των ετών προστέθηκε και ο Alpha. Στις 15 Οκτωβρίου 1994 άρχισε να εκπέμπει το πρώτο συνδρομητικό δίκτυο, το Filmnet, σε συχνότητες που νοίκιαζε από την ΕΡΤ, με πρόγραμμα που επικεντρώνονταν στις ταινίες πρώτης προβολής και τα αθλητικά. Το 1997 η ΕΡΤ 2 μετεξελίσσεται σε ΝΕΤ με ενημερωτικό κυρίως προφίλ και η ΕΤ1 σε ψυχαγωγικό κανάλι ενώ πλέον από κρατική αποκαλείται δημόσια τηλεόραση. Προς το τέλος της δεκαετίας έγιναν κινήσεις και για ψηφιακή δορυφορική πλατφόρμα: Στις 16 Νοεμβρίου 1999 άρχισε να εκπέμπει η Nova, ενώ στις 29 Οκτωβρίου 2001 άρχισε να εκπέμπει η επίσης Alpha Digital Services που χρεοκόπησε ένα χρόνο αργότερα. Σήμερα σε λειτουργία παραμένει η Nova και ο OTE TV. Δορυφορικά προγράμματα για τους απόδημους εξέπεμπαν κατά καιρούς η ΕΡΤ, το Mega, ο ANT1 και το Alter. Από το 2006 άρχισαν οι προετοιμασίες για την μετάβαση στην επίγεια ψηφιακή τηλεόραση.

Η κρίση και το πλήγμα στην ιδιωτική και τη δημόσια τηλεόραση

Η κακή οικονομική κατάσταση των περισσότερων καναλιών άρχισε να γίνεται εμφανής μετά το 2008 και περισσότερο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κλείσιμο του Alter Channel. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που το κοινό ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο κλεισίματος του Mega. Ο προϋπολογισμός των καναλιών περιορίστηκε δραματικά, όπως και τα έσοδα από τη διαφήμιση, και συρρικνώθηκε το εγχώριο ψυχαγωγικό και ενημερωτικό πρόγραμμα υπέρ ξένων σειρών. Συχνό είναι ακόμη το φαινόμενο των επαναλήψεων και της σύμπτωσης του περιεχομένου από το ένα κανάλι στο άλλο. Μεταξύ των …. σίριαλ που χαρακτηρίζουν αυτή την περίοδο είναι το κλείσιμο και επαναλειτουργία ΕΡΤ και οι τηλεοπτικές άδειες που δόθηκαν πρόσφατα.

Η πολύπαθη ελληνική τηλεόραση συνεχίζει την περιπετειώδη διαδρομή της…

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μπροστά στον τηλεοπτικό σταθμό της ΔΕΘ

ΠΗΓΕΣ: sansimera, αρχείο ΕΡΤ, fractal. eoellas

17 φωτογραφίες από την Αθήνα όπως ήταν

Οι γειτονιές και τα προάστια της Αθήνας μας προσκαλούν σε ένα ταξίδι στον χρόνο μέσα από 17 νοσταλγικές φωτογραφίες αλλοτινών εποχών.
17 φωτογραφίες από την Αθήνα… όπως ήταν

Παρέες παραθερίζουν στο… δάσος της Γλυφάδας. Σκοπευτές από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται στο Σκοπευτήριο της Καισαιριανής. Γυναίκες απλώνουν τις μπουγάδες τους στα παραπήγματα της Κοκκινιάς και μαθήτριες με τις ποδιές τους ετοιμάζονται για το σχολείο στον Βοτανικό. 

Πριν από λίγο καιρό, σας ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο μέσα από 21 στιγμιότυπα της Αθήνας του παρελθόντος. Σήμερα, σας έχουμε περισσότερες σκηνές από αλλοτινές εποχές της πόλης, μέσα από σκηνές όπως οι παραπάνω, στα προάστια της Αθήνας, από το λιμάνι ως την Καισαριανή και από τα δυτικά προάστια μέχρι την Κηφισιά. «Προσδεθείτε» και απολαύστε:


Μια βόλτα στη Νέα Ιωνία το μακρινό 1924.


Το 1974, οι ελληνικές ταινίες συνέχιζαν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού. Εδώ, ο Σωτήρης Μουστάκας ενώπιον του λαού της Νέας Φιλαδέλφειας, στα γυρίσματα της ταινίας «Ένας νομοταγής πολίτης», στη συμβολή των οδών Δεκελείας και Πίνδου.


Η λατέρνα ηχεί μπροστά από το ζυθεστιατόριο της Νέας Χαλκηδόνας.


Το δέλτα του Φαλήρου, με τον κόμβο που οδηγούσε προς Νέο και Παλαιό Φάληρο, το μακρινό 1960. Σήμερα, στη θέση του βρίσκεται το ολοκαίνουριο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου.


Ο ΗΣΑΠ έφτασε στην Κηφισιά στις αρχές του 20ου αιώνα. Και εκεί, στην πλατεία κοντά στο σταθμό, ο κόσμος άραζε στα τραπεζάκια του καφενέ.


Έτσι έμοιαζε η ακτή του Νέου Φαλήρου το μακρινό 1883. Πόσο ήσυχο μοιάζει..!


Το τραμ που περνά, η προκυμαία, τα λουτρά και η Καστέλλα, φωτογραφημένα από το ξενοδοχείο Ακταίον στον Πειραιά. Βρισκόμαστε στο 1930.


Εκεί που σήμερα εκτείνεται το Γκολφ της Γλυφάδας, κάποτε υπήρχε δάσος και φιλοξενούσε παραθεριστές, όπως αυτοί εδώ το 1920


Δύο δεκαετίες αργότερα (το 1939), τα πράγματα είναι ακόμα ήσυχα στη ριβιέρα. Εδώ, βλέπετε ένα γλυφαδιώτικο καφενεδάκι…


…και εδώ, μία λιγότερο ήσυχη Κυριακή του καλοκαιρινού του 1960 στη Βουλιαγμένη. Η Ακτή «Αστέρας» φαίνεται εδώ από την οδό Απόλλωνος.


Στο Σκοπευτήριο της Καισαιριανής, την δεκαετία του 1920, κόσμος από πολλές χώρες συγκεντρωνόταν για σκοπευτικούς αγώνες.


Η γειτονιά του Βύρωνα γύρω από την πλατεία Βαρουτίδη ζει οικοδομικό αναβρασμό το 1969.


Ένα σπάνιο ντοκουμέντο από την καθημερινότητα στα παραπήγματα της μεταπολεμικής Καισαριανής, το 1945.


…και στην γειτονιά της Εθνικής Αντιστάσεως με τις μπουγάδες και τις σκαλωσιές, τον χειμώνα του ’61.


Μαθήτριες περπατούν για το σχολείο στην οδό Λένορμαν, στον Κολωνό, το μακρινό 1946.


Οι οικογένειες στρώνουν πασχαλιάτικα τραπέζια στα πεζοδρόμια του Βοτανικού (1966).


Οι κοπέλες με τις κοτσίδες και τα αυστηρά φουστάνια, τα αγοράκια με τις τιράντες και τα ψηλοκάβαλα παντελονάκια και όλες οι οικογένειες της Κοκκινιάς κάνουν τον περίπατό τους (1949).

*Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από την εξαιρετική σελίδα «Η Αθήνα μέσα στο χρόνο» που συγκεντρώνει σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα.

http://www.in2life.gr
Άγιος Γεώργιος, το νησί του διαβόλου: H Σπιναλόγκα του Πειραιά

Η Σπιναλόγκα του Πειραιά, το μικρό νησάκι του Αγίου Γεωργίου, βρίσκεται μια ανάσα από το Πέραμα και τη Σαλαμίνα. Πάνω του διακρίνονται μια σειρά από οικήματα, εμφανώς κάποια πολύ παλαιά, ακόμα και μισογκρεμισμένα, και άλλα σχετικά πιο καινούργια. Είναι ό,τι έχει απομείνει για να θυμίζει το κολαστήριο του Αργοσαρωνικού.

Οι ομοιότητες των δύο μικρών νησιών, της Σπιναλόγκα και του Αγίου Γεωργίου, είναι πολλές: μεγάλη ιστορία, κοντά στις ακτές, αλλά ταυτόχρονα απομονωμένα, ενώ και τα δύο λειτούργησαν ως χώροι απομόνωσης ασθενών ή ύποπτων για διάφορες μολυσματικές ασθένειες, με βάση τους δικαιολογημένους ή όχι φόβους των παλαιών εποχών.

Οι διαφορές τους, επίσης σημαντικές: από τη Σπιναλόγκα λίγοι κατάφερναν να φύγουν θεραπευμένοι από τη φοβερή ασθένεια της λέπρας, ενώ από τον Αγιο Γεώργιο όλοι έφευγαν έπειτα από ολιγοήμερη παραμονή, η οποία όμως για τους οικονομικά ασθενέστερους ήταν μια σκληρή δοκιμασία…

 
Το λοιμοκαθαρτήριο
 
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εικάζεται ότι στη σημερινή μορφή της ανοικοδομήθηκε επί Φραγκοκρατίας
 

Στον Αγιο Γεώργιο, το γραφικό νησάκι στον όρμο των Παλουκίων, το λοιμοκαθαρτήριο υπολογίζεται ότι άρχισε να λειτουργεί κανονικά το 1865 ή λίγο νωρίτερα. Η περιγραφή που έκανε τον Οκτώβριο του 1884 ο Γερμανός βυζαντινολόγος K. Krumbacher αποτυπώνει παραστατικά την κατάσταση:

«Κατά μήκος της ακτής είναι χτισμένος μεγάλος αριθμός σπιτιών για την καραντίνα. Πρόκειται για τετράγωνες κατασκευές από άγριες πελεκητές πέτρες, λίγο ασβεστωμένες και με κεραμοσκεπές.

Κάθε σπίτι αποτελείται από δύο ευρύτερα δωμάτια εφοδιασμένα με μερικά κρεβάτια εκστρατείας και ένα νιπτήρα. Η στεγανότητα της οροφής δεν είναι καθόλου ικανοποιητική.
 Σε ένα από τα σπιτάκια έχει εγκαταστήσει ο πανδοχέας του νησιού της καραντίνας την κουζίνα και μια τραπεζαρία, όπου συγκεντρωνόμαστε τις κοινές ώρες του φαγητού. Μερικά βήματα κάτω από το οίκημα του επισιτισμού βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.
Οι επιβάτες που είχαν προτιμήσει να περάσουν την καραντίνα πάνω στο πλοίο μάς επισκέπτονταν καμιά φορά και εύρισκον φυσικά την παραμονή στο πλοίο καλύτερη και πιο άνετη» (πηγή: Α. Βιρβίλης, «Το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου Σαλαμίνας», περιοδικό Φιλοτέλεια, Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

Η πλάκα, που υπάρχει στο προαύλιο της εκκλησίας: «Χολέρας καθαρτήριον την σην νήσον προσήνεγκας τη Ελλάδι, Τροπαιοφόρε. (= Για χολέρας καθαρτήριο προσέφερες τη νήσο σου στην Ελλάδα, Τροπαιοφόρε). Ευγνωμονούντες προσάγομεν σοι την ανακαίνισιν της εκκλησίας, την αποβάθραν και τας οδούς. Μηνί Σεπτεμβρίω ΑΩΞΕ (=1865)».

Ωστόσο, η ιστορία του νησιού, που η επιφάνειά του είναι μόλις 0,200 τ.χλμ. και που ενώθηκε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με επιχωμάτωση με τη Σαλαμίνα, χάνεται στα βάθη των χρόνων.

Το γεγονός είναι ότι η ερμηνεία ορισμένων γραπτών πηγών οδηγούσε στην εκτίμηση ότι βρισκόταν εκεί ο αρχαίος τάφος της Κίρκης. Αυτό οδήγησε στο νησί τον μεγάλο αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν, που έφυγε άπρακτος, αν και πιθανολογείται ότι πάνω στο ταφικό αυτό μνημείο, στην ανατολική άκρη του νησιού, ανοικοδομήθηκε η αρχική παλαιοχριστιανική εκκλησία.

Η νεότερη εκκλησία, που υπάρχει μέχρι σήμερα, χρονολογείται με βάση τον ρυθμό της επί Φραγκοκρατίας (πηγή: Π. Βελτανισιάν «Μικρή συμβολή στην ιστορία της νήσου του Αγίου Γεωργίου», από το περιοδικό «Επικοινωνία» – τ. 3 Ιούλιος 2001).

Η πρώτη μεγάλη ανακαίνιση της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και η διαμόρφωση του χώρου γίνονται τον Σεπτέμβριο του 1865 (ΑΩΞΕ), όταν ιδρύεται, με Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 38/9 Αυγούστου 1865) υγειονομικό φυλάκιο. Ωστόσο, η ανάγκη για τη δημιουργία ενός λοιμοκαθαρτηρίου είχε ανακύψει, από πολύ νωρίτερα, στον Πειραιά.

Αρχικά ως προσωρινό λοιμοκαθαρτήριο χρησιμοποιούνταν ένα πλοίο ονόματι «Εύχαρις». Στη συνέχεια θα δημιουργηθεί ένα άλλο στις αποθήκες διαμετακόμισης, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο επιβατικός σταθμός του ΟΛΠ.

Ο πρώτος δήμαρχος της πόλης, Κυριάκος Α. Σερφιώτης (1835-1841), σε έγγραφό του με ημερομηνία Ιουλίου 1836 και αριθμό πρωτοκόλλου 429 γράφει, μεταξύ άλλων, προς τη Διοίκηση Αττικής (πηγή: Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά, Φάκελος 1836 Α, υποφ. 4, τεκμ. 2):

«Επειδή παρατηρείται ότι το ήδη ευρισκόμενον στον λιμένα της πρωτευούσης λοιμοκαθαρτήριον είναι πάντα ατακτοποίητον και επειδή εις τούτο το πλοίο δεν δύναται να κρατηθή η αξιοπρέπεια της υπηρεσίας και προφύλαξις της υγείας του πολίτου ένεκα των εκ διαφόρων μερών της Τουρκίας προερχόμενων πλοίων όπερ επικρατεί η νόσος πανώλης φέροντας και διάφορους επιβάτας, οι οποίοι και θα μείνουν μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο και συνίσταται η ίδρυσις λοιμοκαθαρτηρίου εις την περιοχήν διαμετακομίσεως».

Ο δούκας της Αυστρίας
 
Μια από τις δύο πιο παλιές αποβάθρες του νησιού
 

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, πληροφορούμαστε ότι η επικείμενη άφιξη στον Πειραιά του αρχιδούκα της Αυστρίας γίνεται αφορμή να διαμορφωθεί ένας χώρος για λοιμοκαθαρτήριο και μάλιστα με ρητή εντολή να διακοσμηθεί με τις οδηγίες του θαλαμοποιού του τότε βασιλιά Οθωνα…

Συγκεκριμένα, στις 12 Αυγούστου 1837, η «Επί των Εσωτερικών Γραμματεία της Επικρατείας» με έγγραφό της προς τον δημοτικό αρχιτέκτονα κ. Λοράντζο (πηγή: Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά, Φάκελος 1837/29, τεκ. 5) ζητούσε «να σχηματισθούν εις το ισόγειον της εν Πειραιεί μικράς αποθήκης της διαμετακομίσεως, θάλαμοι τινες εις τους οποίους θα κάνη την κάθαρσίν του ο περιφερόμενος αρχιδούξ της Αυστρίας. Το έργον πρέπει να τελειώση το πολύ πριν το τέλος του ενεστώτος μηνός και θέλει εκτελεσθή με ημερομισθίους οικοδόμους ή με εργολαβίαν κατά τεμάχιον υπό την διεύθυνσίν σας (…)».

Ακόμα, ζητούσαν από τον αρχιτέκτονα του δήμου να συνεννοηθεί «μετά του βασιλικού θαλαμοποιού (όνομα δυσανάγνωστο) προς την εσωτερικήν διάταξιν και διακόσμησιν της οικοδομής».

Το έργο ολοκληρώνεται και στις 29 Νοεμβρίου 1837 εκδίδεται δηλοποίηση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 45/31-12-1837), στην οποία αναφέρεται ότι το λοιμοκαθαρτήριο Πειραιώς που έχει κατασκευαστεί «και δύνανται να εκκαθαρισθώσιν εν αυτώ άνθρωποι χωρίς κίνδυνον» ξεκινάει να λειτουργεί.

Τον Ιούνιο του 1839 ο τότε δήμαρχος Πειραιά, Κυριάκος Σερφιώτης, ξεκινάει αλληλογραφία με διάφορες υπηρεσίες (πηγή: Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά) και αφού αρχικά διαπιστώνει ότι στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις «δεν γίνεται πραγματική εκκαθάριση» (έγγραφο 26/6/1839, αρ. 484) προτείνει (28/6/1839, αρ. 534) να ανεγερθεί λοιμοκαθαρτήριο στην Ψυττάλεια.

Στην Ψυττάλεια δεν λειτούργησε λοιμοκαθαρτήριο. Ομως, θεωρείται πολύ πιθανό να χρησιμοποιήθηκε μαζί με τον κόλπο της Σαλαμίνας ως τόπος αγκυροβολίας πλοίων που έμπαιναν σε καραντίνα.

Αυτή η εκδοχή ενισχύεται από το γεγονός ότι με Βασιλικό Διάταγμα του 1847 κατασκευάζεται στο Αμπελάκι οίκημα για τη διαμονή υπαλλήλων που εξυπηρετούν τα προσορμισμένα πλοία ώστε να μη μετακινούνται καθημερινά υπάλληλοι του Υγειονομείου Πειραιά.

Τελικά, η αύξηση της ακτοπλοϊκής κίνησης του Πειραιά οδηγεί το 1865 -ίσως και μερικά χρόνια νωρίτερα- στη δημιουργία οργανωμένου λοιμοκαθαρτηρίου στο νησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Ομως, όλα δείχνουν ότι η λειτουργία του είχε πολλά προβλήματα, κυρίως λόγω της αισχροκερδούς συμπεριφοράς ορισμένων ατόμων και μάλιστα -όπως καταγγέλθηκε το 1911 από τον Λε Κορμπιζιέ- με την «κάλυψη» βουλευτή της εποχής.

Μαρτυρίες

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1873, η εφημερίδα «Μέλλον» δημοσιεύει επιστολή αναγνώστη ο οποίος αναφέρει ότι «εις πάντα τα καλώς οργανωμένα λοιμοκαθαρτήρια γίνεται πρόνοια και διά την εν αυτοίς ταχυδρομική υπηρεσία χάριν της αλληλογραφίας των καθαριζομένων. Ενταύθα δε ούτε εις γραμματοκομιστής υπήρχεν» (πηγή: Α. Βιρβίλης, ό.π.). Παρακάτω ο ίδιος θα περιγράψει ότι για να στείλουν ένα γράμμα έδιναν «αδρά αμοιβή» σε λεμβούχους, οι οποίοι, ωστόσο, πολλές φορές παραμελούσαν τις επιστολές…

Ακόμα, περιγράφει ότι τα δωμάτια που τους διέθεσαν ήταν εντελώς άδεια, χωρίς έπιπλα, σκεύη, ούτε καν κρεβάτι. Μόνο προς το βράδυ έφεραν κάποια «άθλια» κλινοστρώματα και σκεύη, τα οποία ενοικιάζοντο. Τα κλινοστρώματα προς 3 δραχμές την ημέρα και αναλόγως τα άλλα σκεύη.

Αποκορύφωμα της κατάστασης ήταν η έλλειψη φαρμάκων, τα πανάκριβα τρόφιμα, που μπορούσαν να αγοράσουν μόνο εύποροι, ενώ οι πιο φτωχοί αναγκάζονταν να τρώνε στο «άθλιο παραμαγειρείο», μια ξύλινη κατασκευή, που μόνο για ανθρώπους δεν ήταν…

Ιδια παρέμεινε η κατάσταση και τα επόμενα χρόνια. Στην εφημερίδα «Αιών» στο φύλλο της 7ης Ιουλίου 1885 διαβάζουμε ότι «οικτράν παριστώσι ημίν την κατάστασιν του λοιμοκαθαρτηρίου του Αγίου Γεωργίου. Τα πάντα απολύτως ελλείπουσιν αυτόθεν, εκτός των τεσσάρων τοίχων», σημειώνοντας ότι για δύο ημέρες δεν έφτασε η ατμάκατος με την τροφοδοσία, με αποτέλεσμα ο γιατρός, οι φύλακες και η φρουρά να μείνουν χωρίς τροφή και νερό. Λίγες ημέρες αργότερα διαβάζουμε στην ίδια εφημερίδα ότι εστάλησαν στρώματα, φαγητό και υπήρξε μέριμνα για καθαρό νερό.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αιών», από 13 Ιουνίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1884 «καθαρίστηκαν» στο λοιμοκαθαρτήριο Αγίου Γεωργίου 10 ιστιοφόρα, 25 ατμόπλοια, καθώς και 1.036 επιβάτες επί των πλοίων και 203 στο λοιμοκαθαρτήριο.

Ήταν έτοιμοι να το πουλήσουν
 
Ενα από τα παλαιά κτίσματα του νησιού, χτισμένα από πέτρα. Αγνωστη η χρήση του συγκεκριμένου
 

Στο σφυρί προετοιμάζονταν να βγάλουν, το 2013, την ιστορική νησίδα του Αγίου Γεωργίου στο πλαίσιο του αλήστου μνήμης προγράμματος πώλησης των… πάντων από την τότε κυβέρνηση. Ετσι, στις 19 Νοεμβρίου 2013 η Διυπουργική Επιτροπή Αναδιαρθρώσεων & Αποκρατικοποιήσεων έπαιρνε απόφαση, η οποία δημοσιεύτηκε στις 28/11 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 3025/2013) να παραχωρηθούν στο ΤΑΙΠΕΔ προς πώληση μια σειρά από ακίνητα. Ανάμεσα σ’ αυτά αναφερόταν και το εξής:

Στο στενό Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας έκταση γης 1.498 τετραγωνικών μέτρων (1,4 στρέμματος).

Αυτό δεν ήταν άλλο από τη νησίδα Αγίου Γεωργίου. Τι και εάν έχει τόσο μεγάλη ιστορία, έχει κηρυχθεί Αρχαιολογικός Χώρος (ΦΕΚ Β’ 302/ 1982), έχει περιέλθει στο Πολεμικό Ναυτικό και είναι χαρακτηρισμένο ως «Ναυτικό Οχυρό»; Η ταμπέλα «πωλείται» ήταν έτοιμη…

Ωστόσο, με την αλλαγή των αυτοδιοικητικών αρχών άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τη διάσωση της ιστορικής νησίδας. Τόσο η Περιφέρεια Αττικής διά του αντιπεριφερειάρχη Νήσων Παναγιώτη Χατζηπέρου όσο και η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Σαλαμίνας κινήθηκαν δραστήρια προς αυτήν την κατεύθυνση.

Πραγματικά, τον Οκτώβρη του 2015 υπήρξαν τα πρώτα θετικά σημάδια ότι το ΤΑΙΠΕΔ εξαιρεί από την πώληση τη νησίδα του Αγίου Γεωργίου, και ο κ. Χατζηπέρος γνωστοποίησε τις προθέσεις του, αρχικά προς το Πολεμικό Ναυτικό, για διεκδίκηση τμήματος της νησίδας, με στόχο:

Να δημιουργηθεί Θεματικό Πάρκο για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Σε αυτό το πρόγραμμα αναμένεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να αξιοποιηθούν και υπάρχοντα κτίσματα στη «Σπιναλόγκα» του Πειραιά.

Ο Συγγρός στο νησί
 

Τα δημοσιεύματα στον Τύπο της εποχής ήταν πολλά και αποκαλυπτικά. Αξιοσημείωτη είναι και η μαρτυρία του πλούσιου τραπεζίτη Ανδρέα Συγγρού στα Απομνημονεύματά του, όπου αναφέρεται στην παραμονή του στο νησί από τις 31 Δεκεμβρίου 1871 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1872, ερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη (πηγή: Α. Βιρβίλης, ό.π.).

Πριν φτάσει ο Συγγρός, έγραψε σε έναν φίλο του στην Αθήνα ώστε κατά την ενδεκαήμερη κάθαρση να μην ταλαιπωρηθεί.

«Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας. Αμέσως ανεχώρησα διά Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Ανθρωποι και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμεν την κάθαρσιν».

Και μπορεί ο Συγγρός με την άνεση του χρήματος να είχε όλες αυτές τις ανέσεις, να έβγαινε για κυνήγι στο νησί και να δεχόταν και επισκέψεις. Ωστόσο, δεν ήταν για όλους ίδια η κατάσταση.

Η μαρτυρία του Λε Κορμπιζιέ
Έμποροι ψυχών
 
Charles-Édouard Jeanneret-Gris

Ωστόσο, τα προβλήματα και η εκμετάλλευση των επιβατών φαίνεται ότι δεν είχαν τέλος. Η εφημερίδα «Ακρόπολις» σε δημοσίευμά της στις 17 Ιουλίου 1903 γράφει για «πρωτοφανές σκάνδαλον εν λοιμοκαθαρτηρίω» και αποκαλύπτει ότι «το λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου υδρεύεται από τα ατμόπλοια που εκτελούν εκεί κάθαρσιν. Τούτο συνέβη επανειλημμένως προ τινών ημερών».

Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 12 Ιουλίου 1903, έγραφε σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμα ότι «οι επιβάται ονομάζουν τερατώδεις τας τιμάς με τα οποίας έχουν διατιμήσει τα τρόφιμά των οι εκεί τροφοδόται οι οποίοι εννοούν να εκμεταλλευτούν την περίστασιν για να κάμουν εντός ολίγου μια περιουσίαν».

Τον Σεπτέμβρη του 1911 η μαρτυρία του Γαλλοελβετού αρχιτέκτονα Charles-Édouard Jeanneret-Gris, γνωστότερου ως Λε Κορμπιζιέ, είναι καταπέλτης:

«Σε ένα μικρό μόλο όπου μας οδηγούν οι βαρκάρηδες στέκει ένας κύριος με άσπρο κασκέτο, δουλοπρεπής με τους πλούσιους, σκαιός και άξεστος με τους ταλαίπωρους: ένας υπάλληλος, ένας γραφειοκράτης! Συρματοπλέγματα χωρίζουν τα παραπήγματα… Η καραντίνα!

Βρωμερή καραντίνα σε ένα έρημο νησί στο μέγεθος μιας μεγάλης πλατείας. Καραντίνα ηλίθια, ενάντια σε όλους τους νόμους της λογικής: εστία χολέρας. Εδώ, υπάλληλοι, εκεί, λωποδύτες και ανέντιμοι. Ονειδος για την ελληνική κυβέρνηση που καθιέρωσε αυτόν τον θεσμό.

Μας κράτησαν εκεί τέσσερις μέρες βάζοντάς μας να πλαγιάζουμε με άγνωστους, μες στα ζωύφια και τις σαρανταποδαρούσες, κάτω από έναν πύρινο ουρανό, δίχως ένα δένδρο σε εκείνο το νησί του διαβόλου. Ενα εστιατόριο με πομπώδη τίτλο τόπος κατεργιάς, όπου εκείνοι που το πατρονάρουν -ένας βουλευτής καθώς φαίνεται επιτρέπουν να πουλιέται το νερό σαράντα λεπτά το λίτρο, και σε υποχρεώνουν να τρως βρωμιές σε εξοργιστικές τιμές» (πηγή: Α. Βιρβίλης, ό.π.).

Από τον Δεκέμβριο του 1918 μέχρι τον Απρίλιο του 1919, με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε εκ περιτροπής περιορισμός περίπου 6.500 ανδρών που είχαν αιχμαλωτιστεί από Γερμανούς και είχαν μεταφερθεί στο Γκόρλιτς της Γερμανίας.

Το 1924 ανακαινίστηκε πλήρως και δέχτηκε για κάθαρση, τόσο κατά την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης όσο και κατά την υποδοχή απελευθερωθέντων αιχμαλώτων, πάνω από 100.000 άτομα.

Το 1939-40 ανεγέρθησαν νέα κτίρια και έγινε ανακαίνιση, ενώ κατά τη γερμανική κατοχή χρησιμοποιήθηκε ως Ναυαρχείο, αλλά με την αποχώρηση των Γερμανών λεηλατήθηκε.

Ενα διαφορετικό οίκημα. Είναι το πιο σύγχρονο απ’ όλα. Κατασκευάστηκε από τους Γερμανούς στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καθώς χρησιμοποίησαν το νησί ως Ναυαρχείο. Το συγκεκριμένο κτίριο, με οριοθετημένους, σε «σκαλοπάτια» τους κήπους, πιθανόν ήταν το Διοικητήριο. Δεξιά: Το εσωτερικό ενός από τα οικήματα της καραντίνας.

Μετά την απελευθέρωση, το φθινόπωρο του 1947, έγινε η τελευταία κάθαρση: 620 επιβατών πλοίων και 42 ατόμων που έφτασαν αεροπορικώς από την Αίγυπτο όπου είχε ξεσπάσει επιδημία χολέρας.

Τα επόμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως ψυχιατρείο και το 1967 παραχωρήθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό.

Συντάκτης: Σταύρος Μαλαγκονιάρης

Φωτογραφία:Βασίλης Μαθιουδάκης
Πηγή: efsyn.gr
Χρησιμοποιούμε cookie για την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων, την παροχή λειτουργιών κοινωνικών μέσων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. More Info | Close