Εορταστικό τραπέζι στην Κατοχή” Τι έτρωγαν οι Έλληνες στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής!

Την εποχή που εξαφανίστηκαν οι γάτες και οι σκύλοι. Τα γκουρμέ της Κατοχής Γαϊδουροκεφαλές φιλέτο, χόρτα γιαχνί και σαρδέλες για δώρο

Τέτοιο καιρό, πριν από 70 περίπου χρόνια, τον Απρίλη του 1941, οι Γερμανοί έμπαιναν στην Αθήνα (27 Απρίλη) και ξεκινούσε για την Ελλάδα η κατοχή. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, τα τρόφιμα εξαφανίζονται, η πείνα γίνεται μόνιμος σύντροφος του ελληνικού πληθυσμού με αποτέλεσμα περίπου 40.000 συμπατριώτες μας να χάσουν τη ζωή τους το χειμώνα του ΄41 – ΄42.

Γιατί τα θυμηθήκαμε όλα αυτά;

Τα φαγητά που έτρωγε ο κόσµος στη γερµανοκρατούµενη Αθήνα, οι «Συνταγές της… πείνας» (εκδόσεις Οξυγόνο 2011), είναι το αντικείµενο πρωτότυπης ιστορικής έρευνας της γνωστής ιστορικού Ελένης Νικολαΐδου*, που αναδεικνύει ανάγλυφα ιστορίες καθηµερινής τρέλας στην κατεχόµενη πόλη.

Στα χρόνια της Κατοχής, τα χόρτα ήταν στο επίκεντρο των συνταγών στα αλµυρά φαγητά και η σταφίδα στα γλυκά

«Παίρνετε τις ντοµάτες, αν τις βρείτε, τις λειώνετε, τις βράζετε και µετά ρίχνετε τις ελιές: 5 µε 6 ελιές για κάθε άτοµο της οικογένειας. Να µια νόστιµη σούπα που δεν την είχατε σκεφτεί πριν». Τέτοιου τύπου συµβουλές έδιναν καθηµερινά οι εφηµερίδες της Κατοχής, καθώς οι ελλείψεις προϊόντων, οι αστρονοµικές τιµές, η µαύρη αγορά έκαναν την επιβίωση δύσκολη και έφερναν την ασιτία προ των πυλών.

Αν σε κάποιον είχε περισσέψει από το µεσηµέρι ένα πιάτο φασολάκια γιαχνί, ο περίφηµος Νίκος Τσελεµεντές στη στήλη του σε εφηµερίδα πρότεινε: «Ψιλοκόψτε το περίσσευµα, ρίξτε το στην κατσαρόλα, ρίξτε και αρκετό νερό, βάλτε και µερικές ελιές και έτοιµη η σούπα». Στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνά της µε τίτλο «Οι συνταγές της… πείνας», η ιστορικός Ελένη Νικολαΐδου παρουσιάζει όλες τις λεπτοµέρειες της δύσκολης καθηµερινότητας του Αθηναίου στην Κατοχή µαζί µε περισσότερες από εβδοµήντα σελίδες µε τις συνταγές που χρησιµοποιούσαν τότε οι άνθρωποι για να στρώνουν ένα τραπέζι, έστω και εκ των ενόντων. Φασολάκια χωρίς φασόλια, µουσταλευριά χωρίς… µούστο, βλίτα ογκρατέν, βλιτοκεφτέδες, βιεννέζικο «νόκερλ» από πατάτες, λάχανο µε κάστανα, µελιτζάνεςµε πουρέ πατάτας, κολοκύθια γεµιστά µε τραχανά, σπανακοπίλαφο, σέσκουλα πουρέ, κυδωνόπαστο, µαρµελάδα πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη, τσάι πορτοκαλιού.

Τα χόρτα ήταν στο επίκεντρο των συνταγών στα αλµυρά και η σταφίδα στα γλυκά. Η σταφίδα άλλωστε, λόγω της µεγάλης θερµιδικής της αξίας, έσωσε κόσµο στην Κατοχή.

Επιπλέον, όλα αυτά είχαν όνοµα και µάλιστα ευφάνταστο: λέγονταν «πολεµικά εδέσµατα».

Μπορεί και να τα… ξαναχρειαστούµε, λέει µεταξύ σοβαρού και αστείου η συγγραφέας Ελένη Νικολαΐδου που, εκτός από το ότι συµβουλεύτηκε µια εκτενή βιβλιογραφία, αποδελτίωσε τρεις εφηµερίδες της εποχής: τα «Αθηναϊκά Νέα», την «Καθηµερινή» και τη «Βραδυνή». Ενώ ταυτόχρονα κατέγραψε και το βασικό χρονολόγιο της κατοχικής

Αθήνας µε τις διαδικασίες παράδοσης της πόλης, τις τρεις κυβερνήσεις (Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ράλλη) της περιόδου αυτής, τις πρώτες απεργίες των δηµοσίων υπαλλήλων, τις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες, τις µαζικές εκτελέσεις. Το αποτέλεσµα είναι εντυπωσιακό. Διαβάζοντας µαθαίνουµε λ.χ. ότι παγωτά και πάστες φτιάχνονταν από σταφιδίνη. Και ότι είδος µεγάλης κατανάλωσης ήταν η σταφιδόπαστα που φτιάχνεται από µαύρες σταφίδες και μοιάζει µε κέικ.

Διαβάζουµε ότι στα περισσότερα εξοχικά κέντρα οι πελάτες τότε προσέρχονταν µε τα φαγητά τους. Και ότι δεν ήταν λίγα τα εξοχικά κέντρα που νοίκιαζαν τα καθίσµατά τους µε µοναδική υποχρέωση του πελάτη να πάρει ένα ποτήρι κρύο νερό.

Στα Χαυτεία υπήρχαν ζαχαροπλαστεία που πωλούσαν γλυκίσµατα ακατάλληλα προς βρώση, κατασκευασµένα µε τσουένι (ρίζα κέθρου) και άλλες επιβλαβείς ουσίες. Το σαπούνι ήταν σπάνιο. Κάποιοι αετονύχηδες πωλούσαν νέο είδος σαπουνιού που, αν το χρησιµοποιούσες, κατέστρεφες τα ρούχα σου ή βρώµιζες το σώµα σου χειρότερα από πριν.

Οι γάµοι γίνονταν µε µαύρα κουφέτα! Επειδή τα κουφέτα ήταν πανάκριβα και δυσεύρετα, έφτιαχναν κουφέτα από καμένη ζάχαρη.

Ως νόστιµο χειµωνιάτικο φρούτο οι άνθρωποι κατανάλωναν κούµαρα. Τα κούµαρα έχουν γλυκιά γεύση, αλλά είναι γεµάτα µε σκληρούς σπόρους και πρέπει να τρώγονται σε µια συγκεκριµένη φάση ωρίµανσης, ενώ δεν αντέχουν σχεδόν καθόλου µετά τη συγκομιδή.

Οι τιµές των βιβλίων δεκαπλασιάστηκαν µέσα στους πρώτους µήνες του 1942. Κι επειδή από τους πρώτους ήδη µήνες της Κατοχής είχαν επιταχθεί τα αυτοκίνητα, η βενζίνη είχε έλλειψη και τα µέσα µεταφοράς σπάνιζαν, οι Αθηναίοι διένυαν τις περισσότερες αποστάσεις µε τα πόδια. Τα γαϊδούρια έγιναν της µόδας, αλλά ένα γαϊδουράκι κόστιζε όσο κόστιζε προπολεµικά µια µοτοσυκλέτα. Αργότερα τα έσφαζαν κι αυτά για το κρέας τους.

Σαρδέλες για δώρο

Στις γιορτές, οι Αθηναίοι συνέχιζαν να ανταλλάσσουν επισκέψεις, αλλά για δώρα έδιναν τρόφιµα. Τα καταστήµατα πλάσαραν στις βιτρίνες ως καλύτερα δώρα µεγάλες στολισµένες σακούλες που περιείχαν δύο κοµµάτια µαντολάτο, δύο κοµµάτια παστέλι, πενήντα φιστίκια, πενήντα αµύγδαλα κ.ο.κ. Οι βασιλόπιτες από χαρουπάλευρο και σταφίδες κόστιζαν µια περιουσία. Τα Χριστούγεννα του 1941 ένα µαγαζί πωλούσε για πρωτοχρονιάτικο δώρο παστές σαρδέλες. Ο καθένας πωλούσε ό,τι µπορούσε. Κατάστηµα που προπολεµικά πωλούσε µόνο ηλεκτρικά είδη τώρα δίπλα στην ηλεκτρική συσκευή είχε ένα µικρό, πανάκριβο γλυκό,50 δραχµές το κοµµάτι. Και τα γνωστά ανθοπωλεία της Βασιλίσσης Σοφίας στη Βουλή πουλούσαν επίσης µελιτζάνες, κολοκυθάκια και παντζάρια…

Γάτες και σκύλοι

Τον πρώτο χειµώνα της Κατοχής εξαφανίστηκαν από την Αθήνα γάτες και σκύλοι για ευνόητους λόγους. Η Αστυνοµία συνέλαβε κάποιον που προσπαθούσε να πουλήσει σκύλο ράτσας «λουλού» ως αρνάκι γάλακτος. Αλλος συνελήφθη να πουλάει κοκκινιστές γάτες στην κατσαρόλα, ενώ µια γάτα ήταν γδαρµένη και την πωλούσε για κουνέλι. Σε µια συνοικία της Αθήνας, τον Ασύρµατο, µια γυναίκα έσφαζε σκυλιά, τα µαγείρευε και τα πουλούσε ως φαγητό. Οταν πιάστηκε, είχε µαγειρέψει έναν σκύλο µε κολοκυθάκια. Το σκληρό κρέας είχε βάλει σε υποψίες έναν πελάτη που µασούσε το κρέας και δεν µπορούσε να το καταπιεί.

Σύμφωνα με την Ελένη Νικολαΐδου το Μάρτιο του 1942 συνελήφθη κάποιος που είχε µαζί του τρεις γαϊδουροκεφαλές και τις πήγαινε σε εστιατόριο. Ο εν λόγω πολίτης έσφαζε συστηµατικά γαϊδούρια και τα καλύτερα κοµµάτια των ζώων τα πωλούσε σε πολυκατοικίες του Κολωνακίου ως… µοσχαρίσια φιλέτα. Τα λιγότερο καλά τα πήγαινε σε άλλες συνοικίες. Στην Καισαριανή διέθεταν κατά σύστηµα το κοινό αλογίσιο κρέας, το οποίο γινόταν ανάρπαστο. Ο Τύπος, µάλιστα, δεν δίστασε να επιδοκιµάσει την πρακτική: «Σ’ όλον τον κόσµον τρώγεται τοάλογον. Και εφ’ όσον έχει επιστηµονικώς διαπιστωθεί ότι είναι κατάλληλον προς βρώσιν είναι ακατανόητον, µε τας σηµερινάς µάλιστα δυσχερείας, να το κρατάµε µακριά από τις κουζίνες µας»

Του Νίκου Ιωάννου – εκπαιδευτικού
http://newingreece.blogspot.gr

Άγιος Διονύσης στον Πειραιά Μια γειτονιά,σαν παλιό σινεμά

Στον Πειραιά, θα φτάσει κανείς είτε διά θαλάσσης (-επί των μεγάλων σιδερένιων πλοίων) είτε από τις πόλεις της ηπειρωτικής χώρας (-με τα επιμήκη τραίνα και τα συναφή μέσα μεταφοράς).

Εκεί όπου η πόλη και η θάλασσα θα συναντηθούν διακρίνεται το περίγραμμα του λιμανιού. Πάνω σε αυτήν την κυρτή γραμμή θα υψωθεί ένα κτιριακό μέτωπο, σαν άλλο ένα ανάχωμα από κυματοθραύστες. Γύρω από τα λιμάνια -αυτούς τους «μεταβατικούς» τόπους συνάντησης- θα συγκεντρωθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή πυκνότητα όλες οι απαραίτητες υπηρεσίες. Ψηλά κτίρια γραφείων, μεγάλα εργοστάσια, αποθήκες εμπορευμάτων, εκτάσεις που χρήζουν της εγγύτητας με το λιμάνι για τις φορτω-εκφορτώσεις των αγαθών, αλλά και εγκαταστάσεις που θα συντηρήσουν τόσο τα πλοία όσο και την πόλη-μηχανή, ώστε να λειτουργεί σχεδόν χωρίς παύση.

Πρόκειται για μια διαφορετική πόλη ή καλύτερα για μια διαφορετική κλίμακα πόλης. Ωστόσο, το ανθρώπινο μέτρο, εκείνο το οποίο, άλλωστε, κινεί τα επιμέρους κομμάτια αυτής της μηχανής δεν μπορεί να λείπει από το πολεοδομικό ζατρίκιο.

Αρκεί να κάνει κανείς ένα και μόνο βήμα πίσω από το λιμάνι, λίγο πριν τη στροφή, για να βρεθεί στη γειτονιά του Αγίου Διονυσίου. Πρόκειται για λίγους δρόμους και ένα οικοδομικό τετράγωνο στο εσωτερικό του οποίου αναπτύσσεται μια μικρή αγορά. Εκεί κατέληγε και ξεκινούσε το τραμ για το Πέραμα και τη Σαλαμίνα, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα βρίσκεται ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός του Πειραιά -ο σταθμός της ξενιτιάς προς τη Βόρεια Ευρώπη- με το πέτρινο κτίσμα που στέκει ακόμα από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Με μια πρώτη ανάγνωση, η κλίμακα αυτής της γειτονιάς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη πελώρια κλίμακα των πλοίων και των εργοστασίων. Προφανώς. Ωστόσο, με μια δεύτερη ανάγνωση, μπορεί να δει κανείς πως η κλίμακα αυτής της γειτονιάς μοιάζει με εκείνες τις μικρές διάσπαρτες πέτρες στις σωστά καμωμένες ξερολιθιές των νησιών. Είναι τα «κλειδιά» που συγκρατούν το πλέγμα της πόλης όπως οι αιμασιές συγκρατούν τα εδάφη από τη διάβρωση.

Με μια πρώτη ανάγνωση, η κλίμακα αυτής της γειτονιάς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη πελώρια κλίμακα των πλοίων και των εργοστασίων.

Με μια πρώτη ανάγνωση, η κλίμακα αυτής της γειτονιάς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη πελώρια κλίμακα των πλοίων και των εργοστασίων.

Το ανθρώπινο μέτρο, εκείνο το οποίο, άλλωστε, κινεί τα επιμέρους κομμάτια αυτής της μηχανής δεν μπορεί να λείπει από το πολεοδομικό ζατρίκιο.

Το ανθρώπινο μέτρο, εκείνο το οποίο, άλλωστε, κινεί τα επιμέρους κομμάτια αυτής της μηχανής δεν μπορεί να λείπει από το πολεοδομικό ζατρίκιο.

Σε αυτή την κλίμακα, οι ιδιοκτησίες δεν μπορεί να είναι παρά οι ελάχιστες δυνατές αναφορικά στα τετραγωνικά μέτρα. Τα ισόγεια λειτουργούν ως χώροι καταστημάτων και εργαστηρίων, ενώ όπως συνήθως συμβαίνει, στους ορόφους αναπτύσσονται οι κατοικίες και οι χώροι γραφείων των μικρών αυτών επιχειρήσεων. Μικρά εμπορικά καταστήματα πλάι σε μηχανουργεία και απαραίτητα ναυτιλιακά ανταλλακτικά και είδη αλιείας. Ό,τι είναι απαραίτητο.

Εδώ, η αρχιτεκτονική είναι λαϊκή. Η δομή και η κατασκευή είναι αντίστοιχη της χρήσης και της λειτουργίας αυτών των μικρών κτισμάτων. Το ένα ακουμπά στο άλλο δίχως κενά ή περιφράξεις, αλλά την ίδια στιγμή διαφοροποιείται με όποιο τρόπο μπορεί να εφεύρει. Έτσι, ακόμα και δύο ίδια κτίσματα (-συχνά θα τα πει κανείς δίδυμα) με ίδιους όγκους, ίδια ανοίγματα ακόμα και ίδιο τρόπο κατασκευής, θα προσπαθήσουν να διαφοροποιηθούν σε -αυτό που λέμε- στυλ (style). Το ένα θα φορέσει το νεοκλασσικισμό με περίτεχνες κιγκαλερίες και διακοσμητικές λεπτομέρειες, ενώ το άλλο θα μιμηθεί τον (τότε avant garde) μοντερνισμό με τα σύνθετα αρτιφισιέλ και τα λιτά, γεωμετρικά σχέδια των μεταλλικών στοιχείων.

Την ίδια στιγμή, λίγο πιο κάτω και πάνω από τα (σημερινά) κλειστά ρολά θα διατρέξει τη γωνιακή όψη ενός εργαστηρίου ένας φεγγίτης από φινιστρίνια πλοίων. Λίγο πιο πέρα οι ταμπλαδωτές πόρτες θα προσπαθήσουν να σηματοδοτήσουν την διαφορετικότητα των ιδιοκτησιών με έντονο χρώμα μπροστά από μωσαϊκά δάπεδα με τα αρχικά του ιδιοκτήτη.

Ακόμα και δύο ίδια κτίσματα (-συχνά θα τα πει κανείς δίδυμα) με ίδιους όγκους, ίδια ανοίγματα ακόμα και ίδιο τρόπο κατασκευής, θα προσπαθήσουν να διαφοροποιηθούν σε -αυτό που λέμε- στυλ (style).

Ακόμα και δύο ίδια κτίσματα (-συχνά θα τα πει κανείς δίδυμα) με ίδιους όγκους, ίδια ανοίγματα ακόμα και ίδιο τρόπο κατασκευής, θα προσπαθήσουν να διαφοροποιηθούν σε -αυτό που λέμε- στυλ (style).

Σήμερα, αυτή η γειτονιά μοιάζει περισσότερο με σκηνικό που θυμίζει παλιές ελληνικές ταινίες, όμως αν σταθεί κανείς για αρκετή ώρα σε αυτά τα σοκάκια ίσως μπορέσει να ακούσει τις συνομιλίες των εμπόρων με τους τεχνίτες και τους περαστικούς, όπως παλιά.

Ακόμη και οι μικροί εξώστες, θαρρείς πως συνομιλούν μεταξύ τους. Είναι τόσο κοντά ώστε οι γείτονες να μπορούν να πιάσουν κουβέντα και τόσο μακριά, ώστε μέσα σε αυτά τα στενά σοκάκια να περνά το φως και ο αέρας χωρίς δυσκολία.

Σε αυτήν τη μικρή κλίμακα, το όριο δημόσιου και ιδιωτικού χώρου δεν είναι ευδιάκριτο και σαφές όπως αλλού. Φτάνουν μία-δύο καρέκλες και ένα τραπέζι στο κατώφλι κάθε κτιρίου, ώστε να δημιουργείται ένα ιδιότυπο υπαίθριο καθιστικό. Με αυτόν τον τρόπο, εκτείνεται το ελάχιστο μέσα προς τα έξω και ταυτόχρονα προσκαλείται το έξω προς το εσωτερικό. Η καθημερινή ζωή βρίσκεται εκεί, σε αυτόν τον «ενδιάμεσο» χώρο.

Σε μια από τις τελευταίες επισκέψεις στον Άγιο Διονύσιο, μετανάστες που φιλοξενούνται στο λιμάνι, μαζί με τους ελάχιστους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους και χρήστες της περιοχής, σα να ξαναζωντάνεψαν αυτή τη μικρή εσωτερική αγορά. Είναι αλήθεια πως η ιστορία επαναλαμβάνεται, άλλωστε, το λιμάνι και οι ίδιοι αυτοί δρόμοι έχουν φιλοξενήσει σε παλιότερα χρόνια το κύμα των Μικρασιατών μετά την καταστροφή.

Στην γύρω περιοχή, αρκετά μεγάλα εργοστασιακά κελύφη έχουν επαναχρησιμοποιηθεί και βρίσκονται σε διαδικασία ανακατασκευής με καλαίσθητο τρόπο και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες χρήσεις. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς πως θα γινόταν να χωρέσει η σημερινή ζωή και οι σύγχρονες ανάγκες της ξανά σε αυτήν την μικρή και συνάμα τόσο γήινη και ανθρώπινη κλίμακα γειτονιάς, μέσα στην πόλη του Πειραιά.

Ακόμη και οι μικροί εξώστες, θαρρείς πως συνομιλούν μεταξύ τους. Είναι τόσο κοντά ώστε οι γείτονες να μπορούν να πιάσουν κουβέντα και τόσο μακριά, ώστε μέσα σε αυτά τα στενά σοκάκια να περνά το φως και ο αέρας χωρίς δυσκολία.

Ακόμη και οι μικροί εξώστες, θαρρείς πως συνομιλούν μεταξύ τους. Είναι τόσο κοντά ώστε οι γείτονες να μπορούν να πιάσουν κουβέντα και τόσο μακριά, ώστε μέσα σε αυτά τα στενά σοκάκια να περνά το φως και ο αέρας χωρίς δυσκολία.

Φτάνουν μία-δύο καρέκλες και ένα τραπέζι στο κατώφλι κάθε κτιρίου, ώστε να δημιουργείται ένα ιδιότυπο υπαίθριο καθιστικό.

Φτάνουν μία-δύο καρέκλες και ένα τραπέζι στο κατώφλι κάθε κτιρίου, ώστε να δημιουργείται ένα ιδιότυπο υπαίθριο καθιστικό.

Μετανάστες που φιλοξενούνται στο λιμάνι, μαζί με τους ελάχιστους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους και χρήστες της περιοχής, σα να ξαναζωντάνεψαν αυτή τη μικρή εσωτερική αγορά.

Μετανάστες που φιλοξενούνται στο λιμάνι, μαζί με τους ελάχιστους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους και χρήστες της περιοχής, σα να ξαναζωντάνεψαν αυτή τη μικρή εσωτερική αγορά.

 * Η Μάγδα Σγουρίδη είναι αρχιτέκτων.

πηγή:: www.lifo.gr

 

Μπακάλικα, εδώδιμα αποικιακά με τη σέσουλα και ο «μπακαλόγατος» της γειτονιάς

Η εργασιακή πρακτική στα παλαιά παντοπωλεία, δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή πρακτική στα σούπερ μάρκετ ή στα μίνι μάρκετ ή και τα σύγχρονα «μπακάλικα».

Κατ’ αρχήν, ήταν άλλη η μονάδα μετρήσεως: ήταν η οκά, τουρκικής προελεύσεως, που υποδιαιρούνταν σε 400 δράμια (μία οκά αντιστοιχούσε σε 1.280 γραμμάρια). Οι πελάτες ζητούσαν π.χ. 2 οκάδες πατάτες ή 150 δράμια φέτα.

10

Το ίδιο ίσχυε και για τα υγρά: 100 δράμια κρασί (το κατοσταράκι), 50 δράμια οινόπνευμα κ.ο.κ. (η οκά καταργήθηκε τον Απρίλιο του 1959 και τη θέση της πήρε το κιλό).

Οι επιγραφές στα περισσότερα παντοπωλεία περιείχαν, παράλληλα με τη λέξη «Παντοπωλείον», και τις λέξεις «Εδώδιμα και Αποικιακά».

17

Η λέξη «Εδώδιμα» (από τον τύπο έδομαι του ρήματος τρώγω) σήμαινε τα φαγώσιμα, και η λέξη «Αποικιακά» τα είδη που τότε έρχονταν από τις αποικίες των ευρωπαϊκών χωρών στην Ασία, Αφρική κ.ά., όπως π.χ. τα μπαχαρικά, το τσάι και άλλα παρεμφερή είδη.

14

Δεν υπήρχαν επίσης τυποποιημένα ή προσυσκευασμένα προϊόντα. Όλα ήταν χύμα, εκτός από ορισμένα φυτικά κυρίως προϊόντα σε κονσέρβες (κουτιά τις έλεγαν τότε), π.χ. διάφορες κομπόστες, ο τοματοπελτές, μπάμιες ή αρακάς ωμά, στο κουτί με νερό και αλάτι, οι σαρδέλες του κουτιού κλπ.

16

Τις ρέγγες μέσα στα ξύλινα κουτιά να «μοσχοβολάνε» και τις σαρδέλες μέσα στην σαλαμούρα… Τις πρώτες τις καψάλιζες και τις δεύτερες τις έπλενες κάτω από την βρύση για να φύγει το χοντρό αλάτι.

Τα όσπρια ήταν σε σακιά (τσουβάλια), το λάδι σε μεγάλα κυλινδρικά ντεπόζιτα με κάνουλα (ο πελάτης έφερνε το μπουκάλι από το σπίτι του), η ζάχαρη ή το ρύζι σε σακιά κ.ο.κ.

15

Χαρτί περιτυλίγματος στις αρχές ήταν η εφημερίδα… διάβαζες και τα μπαγιάτικα νέα.. προσφορά του καταστήματος και στην συνέχεια την φύλαγες για πολλές… χρήσεις. Στα σκουπίδια πέταγες ελάχιστα…όχι καθημερινά.

Πολλοί παντοπώλες μάλιστα έβγαζαν τα σακιά αυτά έξω από το μαγαζί τους και τα παρέτασσαν στο πεζοδρόμιο για να προσελκύουν τους πελάτες.
11

Ως όργανο σερβιρίσματος των προϊόντων χρησιμοποιούσαν τη σέσουλα, ένα είδος μεγάλης κλειστής κουτάλας με λαβή.

Ένας «θεσμός» που τηρούσαν τα μεγάλα παντοπωλεία ήταν το παιδί ή ο νεαρός που πήγαινε τα τρόφιμα τα σπίτια των πελατών (στην αργκό της εποχής «μπακαλόπαιδο» ή «μπακαλόγατος»).

Μια και την εποχή εκείνη ελάχιστα σπίτια είχαν τηλέφωνο, και σε περίπτωση που ο πελάτης δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να πάει ο ίδιος στο κατάστημα για να ψωνίσει, ο παντοπώλης έστελνε το παιδί στο σπίτι του, για να πάρει γραπτή την παραγγελία της ημέρας.

12

Κατόπιν συγκέντρωνε τα διάφορα είδη και τα έστελνε με το ίδιο παιδί στο σπίτι του πελάτη μέσα σε μια τεράστια ψάθινη σακούλα με τεράστιες επίσης λαβές, το «ζεμπίλι», που αποτελούσε και το σημειολογικό χαρακτηριστικό της όλης διαδικασίας, η οποία για ορισμένους πελάτες αποτελούσε καθημερινή πρακτική ή πάντως γινόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι νεαροί μετέφεραν το ζεμπίλι συνήθως με τα πόδια, μερικοί όμως από αυτούς χρησιμοποιούσαν ποδήλατο.

13

Σχετικά άρθρα: Τα Μπακάλικα – Του Νίκου Βαγενά

Η γενοκτονία των Αρμενίων

Η πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα, με τη συστηματική εξόντωση ενάμισυ εκατομμυρίου ανθρώπων από τις Οθωμανικές αρχές την τριετία 1915-1918. Υπήρξε ο προάγγελος του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Αρμένιοι, ένας πανάρχαιος χριστιανικός λαός της Εγγύς Ανατολής, μοιράζονταν μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην τσαρική Ρωσία ζούσαν κάτω από ένα σχετικά ανεκτικό καθεστώς (αν και δεν έλειπαν μαζικοί εκρωσισμοί), αλλά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υφίσταντο παντός είδους διωγμούς, όπως και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της αυτοκρατορίας (Έλληνες, Ασσύριοι κλπ).

Με την ανάδυση των εθνικισμών, ο Σουλτάνος τούς υποπτευόταν για αποσχιστικές τάσεις, ενώ και οι Ρώσοι, που εποφθαλμιούσαν εδάφη του «μεγάλου ασθενούς», υπέθαλπαν τις όποιες φιλοδοξίες τους. Έτσι, ο Αβδούλ Χαμίτ Β’ δεν δίστασε να προβεί σε άγριους διωγμούς εναντίον των Αρμενίων της επικράτειάς του, με αποκορύφωμα τις σφαγές στο Σασούν (1894), τις μαζικές εκτελέσεις της διετίας 1895-1896, που στοίχισαν τη ζωή σε 300.000 Αρμενίους.

Η επικράτηση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, παρά τις αρχικές ελπίδες που γέννησε, δεν άλλαξε την κατάσταση για τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Αντί για τον σεβασμό των συνθηκών και την πραγμάτωση των μεταρρυθμίσεων, όπως είχε υποσχεθεί, το νέο καθεστώς προέβη σε νέους διωγμούς των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα και την ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας.

Η συστηματική, όμως, εξόντωση των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο σουλτάνος και ο τσάρος βρέθηκαν σε διαφορετικά στρατόπεδα. Το σχέδιο του Υπουργού Εσωτερικών, Ταλαάτ Πασά, μπήκε σε εφαρμογή στις 24 Απριλίου του 1915, με τη σύλληψη 250 επιφανών Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι εκτελέστηκαν το ίδιο βράδυ. Η 24η Απριλίου έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης για την Αρμενική Γενοκτονία και τιμάται κάθε χρόνο από την Αρμενική διασπορά.

Αμέσως μετά άρχισαν ομαδικές σφαγές του αρμενικού λαού στην Ανατολική Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Ταλαάτ στις 28 Απριλίου 1915 προς τους νομάρχες των περιοχών αυτών: «Αποφασίσθηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισίν τους στις ερήμους και την εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου». Έως το 1918 πάνω από ενάμισυ εκατομμύριο Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους ή αναγκάστηκαν να εκπατριστούν.

Η γενοκτονία του 1915 παρέμεινε ατιμώρητη από τη διεθνή κοινότητα, παρότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, βρισκόταν στους ηττημένους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Αδόλφος Χίτλερ τη χρησιμοποίησε ως παράδειγμα για να δικαιολογήσει το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα. «Ποιος μιλάει σήμερα για τον αφανισμό των Αρμενίων;» διερωτήθηκε το 1939.

Η Αρμενική Γενοκτονία ήταν εν γνώσει των Γερμανών, συμμάχων των Οθωμανών στον Μεγάλο Πόλεμο, οι οποίοι όμως επέβαλαν καθεστώς λογοκρισίας στην πατρίδα τους. Ο μόνος πολιτικός που προσπάθησε μάταια να καταγγείλει την εξόντωση των Αρμενίων ήταν ο σοσιαλδημοκράτης Καρλ Λίμπκνεχτ, μετέπειτα ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, στις 11 Ιανουαρίου 1916. Η ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως ντοκουμέντα ότι οι Γερμανοί ενθάρρυναν τους Οθωμανούς στην εξόντωση των Αρμενίων, επειδή τους θεωρούσαν προσκείμενους στους Ρώσους.

Μόλις το 2015 η Γερμανία υπαναχώρησε από τη σταθερή μέχρι τώρα άρνησή της να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία» για την εξόντωση των Αρμενίων από τους Οθωμανούς Τούρκους, υποκύπτοντας στις πιέσεις βουλευτών.«Η σφαγή των Αρμενίων πριν από 100 χρόνια υπήρξε γενοκτονία, το κλασικό παράδειγμα εθνοκάθαρσης, μαζικής καταστροφής και απέλασης», δήλωσε ο πρόεδρος της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ, κατά την διάρκεια επιμνημόσυνης δέησης που έγινε σε ναό του Βερολίνου στις 23 Απριλίου.

Η Τουρκία, ως διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ποτέ δεν παραδέχτηκε τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μία επιχείρηση καταστολής κατά εκείνων των Αρμενίων, που είχαν συνεργαστεί με τις ρωσικές δυνάμεις εισβολής στην ανατολική Τουρκία και ότι οι νεκροί δεν ξεπερνούσαν τις 300.000. Η δήλωση συγγνώμης του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν προς τα εγγόνια των θυμάτων στις 23 Απριλίου του 2014, ίσως να είναι το προμήνυμα αλλαγής της στάσης της Άγκυρας.

Μέχρι το 2015, 25 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων (Αργεντινή, Βέλγιο, Καναδάς, Χιλή, Κύπρος, Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λίβανος, Ολλανδία, Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Ελβετία, Ουρουγουάη, Βατικανό, Βενεζουέλα, Αρμενία, Αυστρία, Βολιβία, Τσεχία, Συρία) και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) ,το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Κοινή Αγορά του Νότου (Mercosur). Τη Γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει, επίσης, οι 43 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ, τέσσερις περιοχές της Ισπανίας (Βασκωνία, Καταλονία, Βαλεαρίδες Νήσοι, Ναβάρα), η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρειος Ιρλανδία από τη Μεγάλη Βρετανία και δύο περιοχές της Αυστραλίας (Νέα Νότιος Ουαλία και Νότια Αυστραλία).

https://www.sansimera.gr

31 εξαιρετικά σπάνιες φωτογραφίες από την Ελλάδα του χτες

Τα χρόνια πέρασαν οι φωτογραφίες όμως είναι πάντα εδώ για να μας θυμίζουν τα γεγονότα και τις στιγμές. Σε αυτές τις 31 σπάνιες φωτογραφίες θα δούμε μια άλλη Ελλάδα πιο απλή, πιο όμορφη. Την Ελλάδα του χτες. Όλες οι φωτογραφίες είναι από την εξαιρετική σελίδα στo facebook «Μία φωτογραφία χίλιες λέξεις» που σας προτείνουμε να ακολουθήσετε.

Μίκης Θεοδωράκης και Γιώργος Ζαμπέτας στην Πλάκα το 1962. Ηταν η εποχή της συνεργασίας τους στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη “Η γειτονιά των αγγέλων”και στην θεατρική επιθεώρηση “Ομορφη πόλη”.

Οικογένεια σε προσφυγικό σπίτι στη Δραπετσώνα το 1951

Η γνωστή φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη στην άγνωστη έγχρωμη της έκδοση,το 1951

Η Τζένη Καρέζη στην Πλάκα

Το πολύτιμο απόκτημα, ένα ξύλινο αυτοκινητάκι. Κάπου στην Ελλάδα το 1948.

Στην Σκόπελο το 1958

Αθήνα,5 Ιουνίου 1969. Πλάκα,οδός Αδριανού. Θέα προς την Αρχαία Αγορά και τον ναό του Ηφαίστου.Τα σπίτια αυτά δεν υπάρχουν πλέον.Κατεδαφίστηκαν για τις ανάγκες των ανασκαφών.

Η Σοφία Λώρεν το 1957,όταν βρισκόταν στην Ελλάδα για τα γυρίσματα της ταινίας “Το παιδί και το δελφίνι”

Στην Σκύρο, γαμήλια φωτογραφία το 1928.

  Μια παρέα στην Μύκονο το 1958

Μία γλυκιά εικόνα από την Μάνη,την δεκαετία ’70

Σχολική τάξη στην Όλυμπο Καρπάθου το 1964

Στην Ήπειρο το 1965

Σαντορίνη, δεκαετία ’20

Βόλτα στους Αέρηδες, στην Πλάκα το 1978

Λίμνη των Ιωαννίνων 1950

Κρήτη, Άγιος Νικόλαος το 1920

Παιδιά από την Κλεισούρα Καστοριάς αρχές 20ου αιώνα

Στην σειρά τα τρόλεϊ στη Πατησίων, το 1979 Αθήνα 1963-4.

Ενα σουβλάκι κόστιζε 3 δραχμές.

Παιδιά έστησαν τον χορό δίπλα σε ανεμόμυλο στην Μύκονο το 1935.

Κάπου στην Ελλάδα το 1957

Χταπόδια στις καρέκλες, χταπόδια στις ταράτσες. Νάουσα Πάρου,1975

Κέρκυρα 1970, παραλία Ερμόνων

Μύκονος, 1950-1955

Γύρω γύρω όλοι στην Αθήνα του 1948

Επιστρέφοντας από το σχολείο,1948. Κάπου στην Ελλάδα.

Το κοριτσάκι με την κότα του κάπου στην Ελλάδα το 1946

Ναύπλιο, Μπούρτζι, το 1936

Ετοιμασίες για την ημέρα του Πάσχα στην Πάρο, 1965-1975

Στην μονή Αγ.Τριάδας στα Μετέωρα,1952

http://kirakatina.gr

Η ιστορία του Ισθμού της Κορίνθου

Ο Ισθμός της Κορίνθου υπήρξε ένα κατασκευαστικό όνειρο – πρόκληση που κράτησε 2.300 χρόνια. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η «Άφνειος Κόρινθος» αναδείχθηκε από την αρχαιότητα σε σπουδαίο ναυτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Η δυσκολία στη μεταφορά των εμπορευμάτων δια ξηράς ώθησε τον Τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο να κατασκευάσει τον περίφημο δίολκο, ένα πλακόστρωτο διάδρομο, «ντυμένο» με ξύλα, πάνω στον οποίο γλιστρούσαν τα πλοία της εποχής αλειμμένα με λίπος για να περάσουν τον Ισθμό από τη μια ακτή στην άλλη. Τα πανάκριβα τέλη (διόδια) που καταβάλλονταν στην Κόρινθο ήταν και το πιο σημαντικό έσοδο της πόλης.

Από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων προκύπτει ότι ο Περίανδρος ήταν ο πρώτος που σκέφθηκε και τη διάνοιξη του Ισθμού, γύρω στο 602 π.Χ. Γρήγορα, όμως, εγκατέλειψε το σχέδιο του, από το φόβο ότι θα προκαλούσε την οργή των Θεών, έπειτα από το χρησμό της Πυθίας που έλεγε: «Ισθμόν δε μη πυργούτε μήδ’ ορύσσετε. Ζευς γαρ έθηκε νήσον η κ’ εβούλετο». Το πιθανότερο είναι ότι ο χρησμός προκλήθηκε από τους ιερείς των διαφόρων ναών, που φοβήθηκαν ότι διανοίγοντας τον Ισθμό θα έχαναν τα πλούσια δώρα και αφιερώματα των εμπόρων, που δεν θα είχαν πια λόγο να μένουν στην Κόρινθο.

Ο βασικός, όμως, λόγος που ανάγκασε τον Περίανδρο να εγκαταλείψει το σχέδιό του δεν ήταν η θεϊκή οργή αυτή καθαυτή, αλλά οι τεράστιες τεχνικές δυσκολίες εκτέλεσης του έργου και τα οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που επιθυμούσε να διατηρήσει την προνομιούχο θέση της ως «κλειδούχος» του διαμετακομιστικού εμπορίου της Μεσογείου. Άλλωστε, η συνέχιση του «περάσματος» των πλοίων δια της «διόλκου» δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα στην Κόρινθο, διότι τα τότε πλοία ήταν μικρών διαστάσεων (τριήρεις) και η μυϊκή δύναμη των δούλων και των ζώων ήταν επαρκής για το σκοπό αυτό.

Από τη διάνοιξη της διώρυγας το 1886

Τρεις αιώνες αργότερα, το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επιχείρησε να θέσει σ’ εφαρμογή το ίδιο σχέδιο, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, όταν οι Αιγύπτιοι Μηχανικοί που έφερε γι’ αυτό το σκοπό τον διαβεβαίωσαν ότι η διαφορά της στάθμης του Κορινθιακού από τον Σαρωνικό ήταν τέτοια που με την τομή του Ισθμού τα νερά του Κορινθιακού που θα χύνονταν στον Σαρωνικό θα τον πλημμύριζαν, με συνέπεια την καταπόντιση της Αίγινας και των γειτονικών νησιών και ακτών.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 π.Χ. και ο Καλιγούλας το 37 π.Χ. έκαναν ανάλογα σχέδια, τα οποία όμως εγκαταλείφθηκαν για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους. Στα σχέδια αυτά βασίσθηκε ο Νέρωνας, όταν αποφάσισε το 66 μ.Χ. να πραγματοποιήσει το έργο. Οι εργασίες άρχισαν το 67 μ.Χ. και από τις δυο άκρες (Κορινθιακό – Σαρωνικό), και χρησιμοποιήθηκαν τότε χιλιάδες εργάτες. Την έναρξη των εργασιών έκανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας, στις 28 Νοεμβρίου, δίδοντας το πρώτο χτύπημα στη γη του Ισθμού με χρυσή αξίνα.

Οι εργασίες εκσκαφής είχαν προχωρήσει σε μήκος 3.300 μ., σταμάτησαν όμως, όταν ο Νέρωνας αναγκάστηκε να γυρίσει στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει την εξέγερση του στρατηγού Γάλβα. Τελικά, με το θάνατο του Νέρωνα -που συνέβη λίγο μετά την επιστροφή του- το έργο εγκαταλείφθηκε. Το πόσο σοβαρή και μελετημένη ήταν η προσπάθειά του αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι κατά την οριστική διάνοιξη της διώρυγας, στους νεότερους χρόνους, βρέθηκαν 26 δοκιμαστικά πηγάδια βάθους 10 μέτρων το καθένα και διάφοροι τάφροι της εποχής του.

Ο επόμενος που επιχείρησε να διανοίξει τη διώρυγα ήταν ο Ηρώδης ο Αττικός, αλλά οι προσπάθειες του σταμάτησαν σχεδόν αμέσως, όπως και αυτές των Βυζαντινών που ακολούθησαν. Αιώνες αργότερα, οι Ενετοί προσπάθησαν να διανοίξουν τον ισθμό ξεκινώντας, αυτή τη φορά, τις εκσκαφές από τον Κορινθιακό. Οι μεγάλες, όμως, δυσκολίες που συνάντησαν οδήγησαν και πάλι στη διακοπή των εργασιών.

Ο Ισθμός της Κορίνθου το 1907

Το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας βρήκε την Ελλάδα στο κατώφλι της βιομηχανικής εποχής. Οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές και ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, προβλέποντας τη μεγάλη σημασία που θα είχε γενικότερα για την ανάπτυξη της χώρας η κατασκευή της διώρυγας, ανέθεσε τη σχετική μελέτη σε ειδικό μηχανικό. Το κονδύλι, όμως, των 40 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων που κρίθηκε αναγκαίο σύμφωνα με τον προϋπολογισμό δαπάνης για την εκτέλεση του έργου, δεν μπορούσε να εξευρεθεί από τη διεθνή χρηματαγορά, πολύ περισσότερο δε να διατεθεί από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Έτσι, η προσπάθεια του κυβερνήτη εγκαταλείφθηκε.

Με τη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα, η τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε την υλοποίηση της πανάρχαιας ιδέας διόρυξης του Ισθμού. Η πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε αναγκαία από τη μελέτη των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλίας στη Μεσόγειο. Έτσι, άρχισε η προσπάθεια εξεύρεσης κεφαλαίων από τη διεθνή χρηματαγορά. Η δια του Ισθμού οδός παρείχε δυο σημαντικά πλεονεκτήματα στη διεθνή ναυτιλία και κατ’ επέκταση στο διεθνές εμπόριο: Ασφάλεια και Οικονομία. Η παράκαμψη των επικίνδυνων ακρωτηρίων Κάβο Μαλέα και Κάβο Ματαπά δεν θα μείωνε μόνο τους κινδύνους από ναυτικά ατυχήματα, αλλά και το κόστος μεταφοράς (ασφάλιστρα, καύσιμα, χρόνος).

Μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, η Κυβέρνηση Ζαΐμη έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και το Νοέμβριο του 1869 ψήφισε το νόμο της «περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα να παραχωρήσει σε εταιρεία ή ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμετάλλευσης της Διώρυγας. Το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο το 1881 στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ, μαζί με το προνόμιο εκμετάλλευσης της διώρυγας για 99 χρόνια.

Τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου

Οι εργασίες διάνοιξης ξεκίνησαν στις 23 Απριλίου 1882. Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Β. Gerfer, αρχιμηχανικό της διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία, και ελέγχθηκε από τον μηχανικό Daujats, αρχιμηχανικό της διώρυγας του Σουέζ. Για την τελική κατάληξη έγιναν μελέτες τριών χαράξεων. Ως η πιο σωστή και οικονομική, προκρίθηκε η χάραξη που είχε εφαρμόσει ο Νέρωνας. Υστερα, όμως, από 8 χρόνια, η εταιρεία αυτή διέκοψε τις εργασίες της -εξαιτίας της εξάντλησης όλων των κεφαλαίων της- και τελικά διαλύθηκε.

Τη συνέχιση του έργου ανέλαβε ελληνική εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» υπό τον Ανδρέα Συγγρό, που ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών στην εργοληπτική εταιρεία του Α. Μάτσα, η οποία και αποπεράτωσε το έργο. Αυτό το οικονομικό τόλμημα, αυτός ο τεχνικός άθλος, με τη χρησιμοποίηση 2.500 εργατών και των τελειότερων μηχανικών μέσων της εποχής, ολοκληρώθηκε μετά 11 χρόνια. Τα εγκαίνια έγιναν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια στις 25 Ιουλίου 1893, από το πρωθυπουργό Σωτήριο Σωτηρόπουλο.

Η διώρυγα κόβει σε ευθεία γραμμή τον Ισθμό της Κορίνθου σε μήκος 6.346 μ. Το πλάτος της στην επιφάνεια της θάλασσας είναι 24,6 μ. και στο βυθό της 21,3 μ., ενώ το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 7,50 έως 8 μ. Ο συνολικός όγκος των χωμάτων που εξορύχτηκαν για την κατασκευή της έφθασε τα 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η γεωλογική σύσταση των πρανών της Διώρυγας είναι ανομοιόμορφη, με ποικιλία γεωλογικής συστάσεως εδαφών. Μία ιδιομορφία, που κατά καιρούς είχε ως συνέπεια την κατάπτωση μεγάλων χωμάτινων όγκων και κατά συνέπεια το κλείσιμο του καναλιού. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της έως το 1940, η Διώρυγα παρέμεινε κλειστή για διάστημα τεσσάρων χρόνων. Μεγάλη διακοπή της λειτουργίας της έγινε και το 1944, όταν οι Γερμανοί, κατά την αποχώρησή τους, ανατίναξαν τα πρανή, προκαλώντας την κατάπτωση 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων. Οι εργασίες εκφράξεως διήρκεσαν πέντε χρόνια (1944-1949).

Σήμερα, η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί περί τα 12.000 πλοία ετησίως, όλων των εθνικοτήτων.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

Τα Πατήσια και το ιππήλατο τραμ

Αν ζούσατε γύρω στα 1880, για να πάτε από την Ομόνοια στα Πατήσια, θα παίρνατε το ιππήλατο τραμ (ένα βαγόνι τρένου, το οποίο έσερναν τρία άλογα), θα πληρώνατε μία δεκάρα της δραχμής (το μέσο εργατικό μεροκάματο ήταν, περίπου, 3 δραχμές) και θα χρειαζόσασταν, περίπου, 45΄ για να διανύσετε μία απόσταση 4,5 χιλιομέτρων (για να μη διαμαρτύρεστε ότι χάνετε την ώρα σας μέσα στην κίνηση. Τότε, θα τη χάνατε στην αργοπορία).
Τα ιππήλατα τραμ μπήκαν στη ζωή των Αθηναίων το 1882. Η κατασκευή τους ήταν ιδιαίτερα ελαφριά, διέθεταν 16-20 θέσεις και τα έσερναν τρία άλογα μικρά και νευρώδη, Μικρασιατικής προέλευσης. Τα άλογα των τραμ, ζούσαν από 3-5 χρόνια, αντί των 15, λόγω των κακουχιών.

Σαφέστατα, το ιππήλατο τραμ δεν ήταν μία ελληνική επινόηση, αλλά το πρώτο παγκόσμιο επίτευγμα της μαζικής μεταφοράς. Το πρώτο ιππήλατο τραμ παρουσιάστηκε το 1832, στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης.

Στην αρχή της οδού Πατησίων (ή, επισήμως, της 28ης Οκτωβρίου) θα αντικρίζατε τα πανέμορφα αρχοντικά σπίτια της Αθήνας. Οι πρώτοι πολεοδόμοι φιλοδοξούσαν να καταστήσουν την Πατησίων ως «τα Ηλύσια Πεδία των Αθηνών».

Στα αρχικά σχέδια το πλάτος της οδού είχε τριπλάσια διάσταση για να μοιάζει με Champs Elysees , αλλά, τελικά, περιορίστηκε, λόγω των ισχνών οικονομικών δυνατοτήτων. Παρέμεινε, πάντως, ο μεγαλύτερος, σε μήκος, δρόμος της πόλης.

Λίγο πιο κάτω (μετά τη διασταύρωση με τη λεωφ. Αλεξάνδρας), ίσως, να αγανακτούσατε (!;) στη θέα των πατσατζίδικων, όπως  και ο δημοσιογράφος Ειρηναίος Ασώπιος, 1825 -1905, (Αττικόν Ημερολόγιον, 1889) :

«Η λεωφόρος Πατησίων είναι τα Ηλύσια Πεδία των Αθηνών…ολίγα, όμως, βήματα περαιτέρω αναιδώς εκτίθενται εις πώλησιν σκόρδα, κρόμμυα και λάχανα. Ένθεν και ένθεν των Ηλυσίων Πεδίων πρατήρια ακροκωλίων διεθφών ή επί το ευληπτότερον πατσατζίδικα»

και ο Ασώπιος καταλήγει με την ανασφάλεια και το σύνδρομο κατωτερότητας που διέκριναν, τότε, τους περισσότερους Έλληνες: «είναι αφέλεια να πιστεύουμε ότι θα γίνουμε Ευρωπαίοι με αυτά τα χάλια»

Τα Άνω Πατήσια (αυτά, μόνο, προσδιόριζαν τότε ως Πατήσια) βρίσκονταν οι εξοχικές ταβέρνες της εποχής. Η περιοχή ήταν καταπράσινη, γι αυτό και μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ονομαζόταν «Παραδείσια».

Το όνομα Πατήσια, ίσως, οφείλεται στον Αρχαίο Δήμο των Αθηνών Βατής. Στην στοά του Αττάλου υπάρχει σε επιγραφή ο επιρρηματικός τύπος «Βατήσι».

Ο Δημ. Καμπούρογλου, όμως, υποστηρίζει ότι τα Πατήσια οφείλουν το όνομα τους στον Τούρκο γαιοκτήμονα Πατής – αγά, ο οποίος είχε πολλά κτήματα στην περιοχή.

Γιώργος Δαμιανός (περιοδικό exodos)

http://agiosgeorgiosprompona.blogspot.gr
Αέρηδες: Ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός!

Έχει δώσει το όνομά του σε μια ολόκληρη γειτονιά. Ψηλός – φτάνει τα 12μ. – και καμωμένος από πεντελικό μάρμαρο, δεσπόζει στην καρδιά του πρώτου εμπορικού κέντρου της Αθήνας, στη Ρωμαϊκή Αγορά, στην Πλάκα. Το όνομά του; Αέρηδες. Κι αν όλοι γνωρίζουν τον οκταγωνικό Πύργο κάτω από την Ακρόπολη, πόσοι ξέρουν πως θεωρείται ο αρχαιότερος μετεωρολογικός και ωρομετρικός σταθμός του κόσμου και πως έχει χαραγμένα τα μεγαλύτερα γνωστά ηλιακά ρολόγια της αρχαιότητας που έχουν βρεθεί σε κάθετους τοίχους; Μοναδικός στον κόσμο, ο Πύργος των Ανέμων ή Ωρολόγιο του Ανδρονίκου του Κυρρήστου – από το όνομα του κατασκευαστή του, αστρονόμου, που καταγόταν από τη μακεδονική Κύρρο – εκτιμάται ότι χτίστηκε το 47 π.Χ. για να εξυπηρετεί τους εμπόρους που ήθελαν να υπολογίσουν σε πόσο χρόνο θα έφταναν τα προϊόντα τους στην αγορά.

perierga.gr - Αέρηδες: Ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός!

Χαμένος σήμερα, στην κορυφή του στεκόταν ένας χάλκινος Τρίτωνας που περιστρεφόταν και έδειχνε με το ραβδί του ποιος από τους οκτώ ανέμους που απεικονίζονταν ανάγλυφα σε κάθε πλευρά του Πύργου φυσούσε εκείνη τη στιγμή. Ακόμη κι αν κάποιος δεν μπορούσε να διαβάσει τα ονόματά τους, τα οποία αναγράφονταν, αρκούσε να τους κοιτάξει για να εξακριβώσει την ταυτότητά τους. Δεν είναι τυχαίο που ο αρχαίος γλύπτης αποτύπωσε τον Βοριά ως γέροντα με ένα κοχύλι στο χέρι για να παραπέμψει στον ήχο που κάνει όταν φυσά στις σπηλιές της Αττικής. Ακολουθώντας τη φορά του ρολογιού, δίπλα βρίσκεται ο Καικίας (βορειοανατολικός άνεμος), ηλικιωμένος κι αυτός, που κρατά μια ασπίδα γεμάτη χαλάζι. Τον ακολουθεί ο Απηλιώτης – ανατολικός, έρχεται από τον ήλιο, όπως λέει και το όνομά του -, νέος με τα χέρια γεμάτα στάχυα και φρούτα, καθώς φέρνει βροχή πολύτιμη για τους γεωργούς.

perierga.gr - Αέρηδες: Ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός!

Επόμενος είναι ο αποπνικτικός Εύρος, ο νοτιοανατολικός άνεμος με τη μορφή γέροντα και ο μοναδικός που έχει άδεια χέρια. Με μια αναποδογυρισμένη υδρία ακολουθεί ο Νοτιάς, καθώς ο νέος αυτός άνδρας φέρνει πολλές βροχές. Τον διαδέχεται ο νοτιοδυτικός Λίβας, στιβαρός, κρατά στα χέρια του την πρύμνη ενός πλοίου, σημάδι ότι είναι καλοτάξιδος.

perierga.gr - Αέρηδες: Ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός!

Γυμνός και με τον μανδύα του γεμάτο ανοιξιάτικα λουλούδια εμφανίζεται ο δυτικός άνεμος Ζέφυρος, που είναι ευχάριστα ζεστός, για να κλείσει ο κύκλος με τον πιο αντιπαθητικό, τον βορειοδυτικό Σκίρωνα – όπως ο ληστής που σκότωσε ο Θησέας και είχε την έδρα του στη σημερινή Κακιά Σκάλα, επειδή πίστευαν ότι έπνεε από εκεί -, ντυμένο με βαριά ρούχα και ένα αγγείο αναποδογυρισμένο στο χέρι, καθώς ψυχρός τον χειμώνα και καυτός το καλοκαίρι αρρωσταίνει τους ανθρώπους.

perierga.gr - Αέρηδες: Ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός!

Κάτω από κάθε φτερωτό ανάγλυφο άνεμο υπήρχε κι ένα ξεχωριστό ηλιακό ρολόι. Ο χρόνος όμως δεν σταματούσε όταν έπεφτε η νύχτα ή όταν υπήρχε συννεφιά. Για τον λόγο αυτό οι δυο πόρτες του Πύργου ήταν πάντα ανοιχτές ώστε να έχουν όλοι πρόσβαση στο υδραυλικό ρολόι που υπήρχε στο εσωτερικό του, όπως μαρτυρούν οι τριών διαφορετικών κατηγοριών εγκοπές που έχουν εντοπιστεί στο δάπεδό του.

perierga.gr - Αέρηδες: Ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός!

Πότε ακριβώς σταμάτησε ο Πύργος να λειτουργεί ως ρολόι, δεν είναι γνωστό, αλλά οι ανασκαφές έδειξαν πως στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες είχε μετατραπεί σε εκκλησία (ή σε βαπτιστήριο γειτονικής εκκλησίας) και μετά σε μουσουλμανικό μοναστήρι (τεκέ) δερβίσηδων, οι οποίοι παρέμειναν στο κτίριο έως και το 1821, προστατεύοντας το μνημείο από τις λεηλασίες των ευρωπαίων αρχαιολατρών επισκεπτών. Τέλος, το 1843 έγινε χώρος φύλαξης αρχαιοτήτων, τα οποία το 1847 μεταφέρθηκαν στο νεότευκτο τότε Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

πηγή: meteoclub.gr

Η Παλιά Αθήνα – Μοναδικές Φωτογραφίες της Δεκαετίας 1900 και 1910

Πώς ήταν η  μεταολυμπιακή Αθήνα το 1900; Τι όψη είχε; Πώς ζούσαν οι 128.000 (μαζί με τα περίχωρα) κάτοικοί της; Ταξιδεύοντας στο χρόνο, στην τότε εποχή, βρίσκουμε μια μικρή αναπτυσσόμενη πόλη. Το εμπόριο είναι σε άνθιση όπως και οι βιοτεχνίες, μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα που δίνει δουλειά σε αρκετά από τα πάρα πολλά διαθέσιμα εργατικά χέρια. Σε ανάπτυξη βρίσκεται και η βιομηχανία που χρησιμοποιεί ως κινητήρια δύναμη τον ατμό.

Πολλοί εργάτες ζούσαν  μέσα σε χαμόσπιτα, καλύβες και παράγκες γύρω από το Γκαζοχώρι. Το ημερομίσθιο έφτανε τότε τα 50 έως 70 λεπτά για τον εργάτη και 1 έως 2 δραχμές για τον καλό τεχνίτη. Όσοι δεν έβρισκαν δουλειά, κατέληγαν ζητιάνοι στους δρόμους της πρωτεύουσας, ενώ τα ανήλικα παιδιά  καταντούσαν δουλάκια σε σπίτια ή μαγαζιά για ένα κομμάτι ψωμί. Συχνά έβλεπε κανείς  ηλικιωμένους να πεθαίνουν στο δρόμο είτε από ασιτία είτε από το ψύχος και κάποιοι άλλοι να κάνουν έρανο για να τούς θάψουν.

Το 1904 ο ατμοκίνητος  σιδηρόδρομος Αθηνών – Πειραιώς μετατρέπεται σε ηλεκτροκίνητο, με διπλές γραμμές και μείωση  στο 1/3 της χρονικής διαδρομής. Ο Δήμαρχος Αθήνας Σπύρος Μερκούρης, μιμούμενος τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, άρχισε το 1902 να ασφαλτοστρώνει δρόμους, με πρώτο την Αιόλου. Ακολούθησαν η Αθηνάς, η Ευριπίδου, η πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή Κοτζιά). Στα τέλη του 1905 ασφαλτοστρώθηκαν η Σταδίου η Πανεπιστημίου και η Πλατεία Συντάγματος. Το 1908 εγκαταστάθηκαν τα πρώτα τηλέφωνα της σουηδικής εταιρίας Ερριξον δυνάμεως 800 συνδρομητών, στο Ταχυδρομείο Αθηνών στην πλατεία Λουδοβίκου.

Το Αδριάνειο Υδραγωγείο  άρχισε να μην ικανοποιεί τις ανάγκες της Αθήνας, αφού ο πληθυσμός αυξανόταν συνεχώς. Το κέντρο της πόλεως υδρευόταν κανονικά αλλά οι συνοικίες έπαιρναν νερό μέρα παρά μέρα από πλανόδιους υδροπωλητές (ανάμεσα τους ο ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης) που μετέφεραν βαρέλια με νερό από καθαρές πηγές όπως, Μαρούσι, Καισαριανή, Αγία Ζώνη και την Μεγάλη Βρύση της Κυψέλης, κοντά στη σημερινή Φωκίωνος Νέγρη.

1900_peripou_athina

Οδός Πανεπιστημίου 1900
Οδός Πανεπιστημίου 1900
Η οδός Πατησίων (που οδηγούσε στο εξοχικό προάστιο "Πατήσια"), ήταν ο πιο δημοφιλής εξοχικός περίπατος των παλιών Αθηναίων
Η οδός Πατησίων (που οδηγούσε στο εξοχικό προάστιο «Πατήσια»), ήταν ο πιο δημοφιλής εξοχικός περίπατος των παλιών Αθηναίων
Πλατεία Κάνιγγος
Πλατεία Κάνιγγος
Η κάτω πλευρά της πλατείας Συντάγματος. Αριστερά, η αρχή της οδού Ερμού 1900
Η κάτω πλευρά της πλατείας Συντάγματος.
Αριστερά, η αρχή της οδού Ερμού 1900
Οδός 3ης Σεπτεμβρίου, όταν ακόμη την διέσχιζε το τραμ... 1903
Οδός 3ης Σεπτεμβρίου, όταν ακόμη την διέσχιζε το τραμ… 1903
Οδός Βασιλίσσης Σοφίας (στο ύψος της Βουλής) 1905
Οδός Βασιλίσσης Σοφίας (στο ύψος της Βουλής) 1905
Οδός Πατησίων 1910
Οδός Πατησίων 1910
Η οδός Συγγρού, που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά, ήταν ένας μακρύς και στενός χωματόδρομος 1910
Η οδός Συγγρού, που ένωνε την Αθήνα με τον Πειραιά, ήταν ένας μακρύς και στενός χωματόδρομος 1910
Πλατεία Συντάγματος (το κάτω μέρος) 1917
Πλατεία Συντάγματος (το κάτω μέρος) 1917
Αρχές 1900 – Βίλλα Μαργαρίτα – Γωνία Μεσογείων και Βασιλίσσης Σοφίας (Ιδιοκτησία Ευστ. Λάμψα)
1900 Athens
1906 – πιθανόν οδός Αθηνάς/Ερμού
Μωραΐτης κοτοπουλάς, πήρε τους δρόμους
Οι ανδρες έξω στις δουλειές (περί των έξω φροντίζειν…) και οι γυναίκες με τα παιδιά στο σπίτι (περί των έσω φροντίζειν…)
Εργάτες σε εργασίες ανασκαφής.
Πρόβατα βόσκουν στις παρυφές της Ακροπόλεως με θέα τον Παρθενώνα
perierga.gr - Παλιά καφενεία στην Αθήνα!
Zαχαροπλαστείο “Γιαννάκη” (οδός Πανεπιστημίου), 1900
perierga.gr - Παλιά καφενεία στην Αθήνα!
Κέντρο Villa Mon Caprice, στην Έπαυλη Θων, 28 Ιουνίου 1912
Το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το 1900
Η λεγόμενη και γραμμή 1 ή πράσινη γραμμή του μετρό της Αθήνας .
Λυκαβηττός 1910.
Πατριάρχου Ιωακείμ 1910.
Πλακιώτικο σπίτι .
Ακαδημία 1900 .
Ερμού 1910 .
Ψυχικό Πεντέλη 1910.
Στήλοι Ολυμπίου Διός .
Ομόνοια 1910 .
1900-1909.
1910-1919 .
Μια πόλη κάτω από την πόλη του Πειραιά

Μια… βόλτα στα «αθέατα» αρχαία μνημεία του Πειραιά φέρνει στο «φως» την ιστορική διαδρομή της πόλης. Κτίρια του ναυστάθμου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, κατοικίες και δεξαμενές υδροδότησης με ένα εντυπωσιακό υδραυλικό σύστημα είναι μερικά από τα σπουδαία ευρήματα, που σηματοδοτούν την «πορεία» του Πειραιά, από την ανάπτυξή του στα χρόνια του Θεμιστοκλή (479 π.Χ.) μέχρι την καταστροφή του από τον Σύλλα (86 π.Χ.) και την ερήμωση.

Η βόρεια είσοδος της περίφημης Σκευοθήκης του Φίλωνος, που διασώζεται δίπλα σε πολυκατοικία στην οδό Υψηλάντου

Σημείο καμπής υπήρξε ο ριζικός μετασχηματισμός της πόλης στα χρόνια του Περικλή (μεταξύ 461 π.Χ. και 429 π.Χ.), σε σχέδια του πατέρα της Πολεοδομίας, Ιππόδαμου του Μιλήσιου.

Με τη βοήθεια της προϊσταμένης της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δ. Αττικής, Πειραιώς και Νήσων, Στέλλας Χρυσουλάκη, και οδηγό την αρχαιολόγο Σταματίνα Δημάκη… περπατήσαμε κάτω από τη σημερινή πόλη, είδαμε και φωτογραφίσαμε αυτά τα μοναδικά μνημεία, που βρίσκονται στη φυσική θέση τους, προστατευμένα, αλλά -δυστυχώς- «αθέατα», σε υπόγεια πολυκατοικιών ή ειδικά διαμορφωμένους χώρους στο εσωτερικό κτιρίων.

Ωστόσο, σε συνδυασμό με μια σειρά αρχαιολογικούς χώρους του Πειραιά, που μοιάζουν σχεδόν εγκαταλελειμμένοι, όπως το οικόπεδο στη διασταύρωση των οδών Δ. Γούναρη και Ακτή Ποσειδώνος, με ευρήματα από την περίφημη Μακρά Στοά του εμπορικού λιμανιού, το οικόπεδο στην πλατεία Τερψιθέας, με ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο της ρωμαϊκής εποχής, θα μπορούσαν να διαμορφώσουν έναν σημαντικό πολιτιστικό πόλο έλξης επισκεπτών.

Η κατοικία

Χαρακτηριστικό δείγμα οικίας του Πειραιά της υστεροκλασικής-πρώιμης ελληνιστικής περιόδου (4ος αιώνας π.Χ.), στο υπόγειο πολυκατοικίας στην οδό Υψηλάντου

Στο υπόγειο πολυκατοικίας στην οδό Υψηλάντου 84-86, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Ελ. Βενιζέλου, υπάρχει δείγμα οικίας του Πειραιά της υστεροκλασικής – πρώιμης ελληνιστικής περιόδου (4ος αιώνας π.Χ.). Αυτό βρέθηκε στη διάρκεια των εργασιών ανέγερσης της πολυκατοικίας.

Το πειραϊκό σπίτι, όπως έχει περιγραφεί, είχε βασικό χαρακτηριστικό τη διάταξη των δωματίων στις δύο πλευρές της αυλής, στη βόρεια (με την πλάτη γυρισμένη στον βορρά) των χώρων κατοίκησης και στη νότια των χώρων παραγωγής.

Στην άκρη ή -σπανιότερα- στη μέση του νότιου εξωτερικού τοίχου βρίσκεται σε εσοχή, στο βάθος ενός στενού -πλάτους 1,50 μ.- διαδρόμου η εξώπορτα.

Συνήθως δίπλα της υπήρχαν αποθήκες (με είσοδο από την αυλή) ή ανοίγονταν οι πόρτες των μαγαζιών και των εργαστηρίων, που είχαν πρόσοψη στον δρόμο και ήταν απομονωμένα από την κύρια οικία.

Μια άνετη αυλή, συχνά στρωμένη με πέτρες ή λατύπη, ή σπανιότερα πλακόστρωτη, όπου ήταν οι δεξαμενές, αποτελούσε τον κοινόχρηστο χώρο της κατοικίας.

Στη βόρεια πλευρά της ανοίγονταν οι δύο βασικοί χώροι της, ο οίκος και ο ανδρών. Ο οίκος ήταν ένα ψηλό ευρύχωρο δωμάτιο, εμβαδού περίπου 30 τετραγωνικών μέτρων.

Ηταν το αντίστοιχο του σημερινού λίβινγκ ρουμ, ο τόπος συγκέντρωσης της οικογένειας γύρω από την εστία.

Πίσω ανοίγονταν συνήθως δύο βοηθητικά δωμάτια. Τα υπνοδωμάτια, που έπρεπε να βρίσκονταν στον όροφο, εξυπηρετούνταν με εσωτερική σκάλα.

Ο ανδρών, που βρισκόταν δίπλα στον οίκο, συνήθως στην εξωτερική γωνιά του σπιτιού, ήταν ο χώρος υποδοχής και κοινωνικών συναναστροφών του νοικοκύρη. (3)

Ο ναύσταθμος

Δείγμα του περίβολου του ναυστάθμου στο Μικρολίμανο. Διακρίνεται ξεκάθαρα η πυλίδα, η είσοδος και η έξοδος από τον χώρο

Αρχικά επίνειο της Αθήνας και βασικό λιμάνι της ήταν το Φάληρο. Ομως, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο Θεμιστοκλής, «άρχων των Αθηναίων εν έτει 481, συνέλαβε την μεγάλην ιδέαν του να κάμη ναυτικούς τους Αθηναίους, και τοιουτοτρόπως να τους καταστήση δυνατούς.

»Δια τούτο παρεκίνησεν αυτούς να περιτειχίσωσι τον Πειραιά και να τελειοποιήσωσι διά της τέχνης τους εκεί τρεις αυτοφυείς λιμένας. Η εργασία αύτη απεπερατώθη δύο έτη μετά την εν Πλαταιαίς μάχην, δηλαδή εν έτει 477».(1)

Στην οκταετή εξουσία του Θεμιστοκλή (479-471 π.Χ.) «ο Πειραιεύς ήρξατο από της ασημότητος και ερημίας, εις ην το πριν ευρίσκετο, να μετασχηματίζεται εις μέγα ναυτικόν εργοστάσιον, εις εντελέστατον ναυπηγείον».(2)

Την εποχή του Περικλέους (μεταξύ 461 π.Χ. και 429 π.Χ.) η πόλη μετασχηματίστηκε, με σχέδια του αρχιτέκτονα Ιππόδαμου του Μιλήσιου, με σαφή διάκριση του πολεμικού ναυστάθμου και του εμπορικού λιμανιού.

Ο ναύσταθμος περιελάμβανε διαφόρων ειδών κτίρια, τους νεωσοίκους -τα υπόστεγα των τριήρων-, τις σκευοθήκες, που χρησίμευαν για τη φύλαξη του κινητού εξοπλισμού τους, και τα ναυπηγεία για την κατασκευή και επισκευή πλοίων.

Τα ναυπηγεία (νεώρια) θεωρείται ότι ήταν παράγκες, που έχουν καταστραφεί.

Αντίθετα, σώζονται δείγματα των νεωσοίκων και η βόρεια είσοδος της περίφημης Σκευοθήκης του Φίλωνος.

Οι νεώσοικοι κατασκευάζονταν σταδιακά και εξελίσσονταν ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των πλοίων που θα φιλοξενούσαν.

Στα χρόνια του Λυκούργου (338 π.Χ.-326 π.Χ.) υπήρχαν συνολικά 372 διπλοί νεώσοικοι, κατασκευασμένοι περιμετρικά των τριών πολεμικών λιμανιών, στη Ζέα, τη Μουνιχία (Μικρολίμανο) και την Κάνθαρο (στη σημερινή Ακτή Ξαβερίου, στον επιβατικό σταθμό κρουαζιέρας).

Επιχειρησιακό κέντρο του ναυστάθμου ήταν η Ζέα, όπου υπήρχαν συνολικά 196 νεώσοικοι. Στην Κάνθαρο υπήρχαν 94 νεώσοικοι και στη Μουνιχία μόλις 82, γεγονός που οδηγεί στην εκτίμηση ότι ήταν το μικρότερο από τα τρία πολεμικά λιμάνια.

Χαρακτηριστικά δείγματα των θαυμαστών νεωσοίκων διασώζονται τόσο στη Ζέα όσο και στο Μικρολίμανο.

Νεώσοικος στη Ζέα, όπου «ξεχειμώνιαζαν» οι τριήρεις. Το συγκεκριμένο εύρημα βρίσκεται κάτω από το προαύλιο σχολείου, στη διασταύρωση της Ακτής Μουτσοπούλου με την οδό Συραγγείου. Η Ζέα ήταν το επιχειρησιακό κέντρο του Ναυστάθμου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας

Στη Ζέα βρίσκονται σε δύο χώρους, στο υπόγειο πολυκατοικίας, στη γωνία της Ακτής Μουτσοπούλου με την οδό Σηραγγείου 1-3, και σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, κάτω από το προαύλιο του παρακείμενου σχολείου.

Ο κάθε νεώσοικος ήταν στεγασμένος και υπήρχε ένας επικλινής «διάδρομος», μήκους 43-44 μέτρων ή και παραπάνω, κατασκευασμένος από πειραϊκό λίθο, που έφτανε μέχρι τη θάλασσα.

Σ’ αυτόν υπήρχε ξύλινη εσχάρα στρωμένη με κάποιο λιπαντικό, συνήθως λίπος, ώστε να κυλάει ευκολότερα η τριήρης και να μπαίνει στον νεώσοικο, όπου «ξεχειμώνιαζε».

Σε κάθε νεώσοικο έμπαιναν συνήθως δύο πλοία, με την πλώρη προς τη θάλασσα, για να μπορούν να εξέλθουν γρήγορα. Το μήκος των νεωσοίκων διέφερε ανάλογα με τα πλοία, καθώς έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το μήκος των σκαφών για να μη μένουν μέσα στο νερό.

Επίσης, δείγματα νεωσοίκου υπάρχουν στο Μικρολίμανο, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο υπόγειο κατοικίας στην οδό Ναυάρχου Βότση 15Α.

Οι νεώσοικοι στο Μικρολίμανο είχαν διαφοροποιήσεις απ’ αυτούς της Ζέας και βρίσκονται ακόμα υπό εξέταση από τους αρχαιολόγους.

Πάντως, φαίνεται, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία2, ότι μια διαφοροποίηση που υπήρχε αφορούσε τη γωνία κλίσης του «διαδρόμου» πάνω στον οποίο υπήρχαν οι «ράγες» για την ανέλκυση των πλοίων.

Λίγο πιο μακριά, πίσω από τα καταστήματα του Μικρολίμανου, στην οδό Σαγγαρίου, υπάρχει σε δημόσια θέα, αλλά χωρίς ενημερωτική ένδειξη, τμήμα του περίβολου του ναυστάθμου και μια πυλίδα, η είσοδος και έξοδος του ναυστάθμου.

Να σημειωθεί ότι γύρω από κάθε ναύσταθμο υπήρχε ένα πέτρινο τείχος, που απομόνωνε τους νεωσοίκους από την πόλη, καθώς η είσοδος δεν ήταν ελεύθερη σ’ αυτή τη στρατιωτική ζώνη για την προστασία των πολεμικών τριήρων.

Η Σκευοθήκη του Φίλωνος

«Η Σκευοθήκη του Φίλωνος υπήρξε ένα από τα πιο θαυμαστά κτίρια του πειραϊκού ναυστάθμου. Η τεράστια (μήκους 138 μέτρων) αποθήκη για τα κρεμαστά σκεύη (πανιά, σκοινιά, κάβους κ.λπ.) των τριήρων, που πήρε το όνομά της από τον αρχιτέκτονα Φίλωνα, άρχισε να χτίζεται το 347-6 π.Χ. και ολοκληρώθηκε μόλις το 323-2 π.Χ. Καταστράφηκε το 86 π.Χ. από τον Σύλλα».

Αυτά διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, σε ενημερωτική πινακίδα, στο μοναδικό σωζόμενο τμήμα της Σκευοθήκης, που βρίσκεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, δίπλα στο κτίριο της οδού Υψηλάντου 170 και φτάνει μέχρι την παράλληλη οδό Κουντουριώτου, απ’ όπου επίσης είναι ορατό.

Από άλλη πηγή (2) μαθαίνουμε ότι η καθυστέρηση στην κατασκευή της οφειλόταν σε διακοπή των εργασιών λόγω του πολέμου εναντίον του Φιλίππου της Μακεδονίας και πως έργο του Φίλωνα ήταν και ο δωδεκάστυλος πρόναος στον Ναό της Δήμητρας στην Ελευσίνα.

Από μια επιγραφή, που βρέθηκε το 1882 στην πλατεία Κανάρη, στο Πασαλιμάνι, έγινε γνωστή η περιγραφή του κτιρίου, που είχε έναν κεντρικό διάδρομο και δύο σειρές αποθηκών-πατάρια στα πλάγια.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα σκεύη κάθε τριήρους, που τα παρελάμβαναν και τα παρέδιδαν ειδικοί επιμελητές, ήταν πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους (σχοινιά, πανιά, μαγειρικά σκεύη, ναυτικά και πολεμικά είδη κ.ά.).

Γι’ αυτό έπρεπε να ταξινομούνται και να αποθηκεύονται με μεγάλη τάξη, ώστε σε περίπτωση πολέμου να παραδίδονται γρήγορα στον τριήραρχο για να ετοιμάζεται το πλοίο.

Οπως εξήγησε η κ. Δημάκη, η κατασκευή έγινε με αυτόν τον τρόπο ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση στον χώρο της Σκευοθήκης στους Αθηναίους πολίτες, χάριν της διαφάνειας της διάθεσης των χρημάτων που δίνονταν για τον εξοπλισμό των πολεμικών πλοίων.

Το μέρος της Σκευοθήκης που διασώζεται, και αποκαλύφθηκε στη διάρκεια εκσκαφής για την ανέγερση της πολυκατοικίας (1988-89), είναι η βόρεια είσοδός της με τη διπλή θύρα και τις απαρχές των κιονοστοιχιών του κεντρικού διαδρόμου.

Αθέατες αρχαιότητες

Οι δεξαμενές της πόλης

Η δεξαμενή υδροδότησης στο υπόγειο του κτιρίου της ΧΟΝ, στην οδό Περικλέους 11

Ο αρχαίος Πειραιάς διέθετε ένα πολύ καλά μελετημένο σύστημα ύδρευσης, με το οποίο αξιοποιούνταν κάθε σταγόνα διαθέσιμου νερού.

«Στον Πειραιά, επειδή δεν υπήρχε υδροφόρος ορίζοντας, αξιοποιούνταν κάθε σταγόνα νερού. Το βρόχινο νερό συγκεντρωνόταν σε δεξαμενές, καθάριζε και αντλούνταν από φρεάτια.

Η ύδρευση του Πειραιά δεν βασιζόταν σε δημόσιες κρήνες» εξηγεί η κ. Δημάκη.

Κάθε σπίτι είχε τη δεξαμενή του ή περισσότερες από μία.

Στον Πειραιά έχουν εντοπιστεί περισσότερες από 400 κατασκευές ύδρευσης (δεξαμενές, πηγάδια, αγωγοί). Απ’ αυτό μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι:

1. Υπήρχε σημαντικός αριθμός κατοικιών στην πόλη και ανάλογος αριθμός κατοίκων.

2. Υπήρχε μεγάλη οργάνωση και καθαριότητα. Σε αυτό συνηγορεί ότι η πόλη διέθετε και αξιόλογο αποχετευτικό δίκτυο.

Σημαντικά στοιχεία για την ύδρευση και την αποχέτευση βρέθηκαν κατά την ανασκαφή στο οικόπεδο της πλατείας Τερψιθέας, όπου έχει βρεθεί ένα οικοδομικό τετράγωνο κατοικίας.

Ομως, μια δεξαμενή σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση και σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο υπόγειο του διώροφου κτιρίου της Χριστιανικής Οργάνωσης Νέων (ΧΟΝ), στην οδό Περικλέους 11, κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.

Το αρχικό διώροφο ήταν πετρόχτιστο και χρονολογείται από το 1780.

Το 1982 αγοράστηκε από τη ΧΟΝ και το 1999 λόγω των ζημιών από τον σεισμό χρειάστηκε να κατεδαφιστεί και ανεγέρθηκε εξαρχής διατηρώντας χαρακτηριστικά του αρχικού.

Στη διάρκεια των εργασιών μετακινήθηκε μια μεγάλη πλάκα και αποκάλυψε το στόμιο της δεξαμενής.

Η δεξαμενή υδροδότησης. Με το μεταλλικό κιγκλίδωμα ο συλλεκτήρας και το τούνελ που διοχέτευε το νερό στο πηγάδι

Στη συνέχεια με έξοδα της ΧΟΝ και σε συνεργασία με την Αρχαιολογική Υπηρεσία συντηρήθηκε και έγινε ειδική διαμόρφωση, ώστε να διασωθεί η δεξαμενή, η οποία χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ.

Το στόμιο της δεξαμενής βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου και προστατεύεται από ειδική κατασκευή με ενισχυμένο τζάμι, ώστε να είναι ορατή ολόκληρη η δεξαμενή.

Από το δεύτερο υπόγειο εισερχόμαστε στο εσωτερικό της.

Ο πυθμένας της απέχει από το πεζοδρόμιο 10,40 μέτρα. Υπολογίζεται ότι χωράει 125 κυβικά μέτρα νερού.

Στο κέντρο της δεξαμενής υπάρχει ένας συλλεκτήρας των στερεών σωματιδίων και της άμμου για τον καθαρισμό του νερού.

Ακολούθως, το καθαρό νερό διοχετευόταν μέσα από ένα «κανάλι» σε παρακείμενο πηγάδι, απ’ όπου αντλούνταν.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στο τοίχωμα της δεξαμενής φαίνεται η ειδική επίστρωση που γινόταν για να είναι στεγανή.

Ετσι, ακόμα και σήμερα εάν ρίξουμε μέσα νερό παραμένει εκεί χωρίς να απορροφάται.

Πηγές:
(1) Ενρ. Ουλερίχος (Heinrich Nicolaus Ulrichs), «Οι λιμένες και τα Μακρά Τείχη των Αθηνών», Αθήναι 1843
(2) Ηλίας Ιω. Αγγελόπουλος, νομομηχανικός, «Περί Πειραιώς και των λιμένων αυτού», Αθήναι 1898, Ψηφιακή βιβλιοθήκη ΑΠΘ
(3) Εφημερίδα «Εθνος», φ. 11 Φεβρουαρίου 2001, ρεπορτάζ για τα ευρήματα στην πλατεία Τερψιθέας.

 

πηγή

Ο αραμπατζής Μπαϊκούτσης, ο σιδηρόδρομος και ένας όρμος

Τι σχέση θα μπορούσε άραγε να υπάρξει μεταξύ των βαρκάρηδων του λιμανιού και των «αραμπατζήδων», των οδηγών δηλαδή ιπποκίνητων αμαξών; Κοινό στοιχείο και των δύο είναι ότι εκτελούσαν μεταφορές, οι πρώτοι θαλάσσιες, οι δεύτεροι στεριανές. Και οι δύο αποτελούσαν πολυπληθείς επαγγελματικές τάξεις του Πειραιά, που εξαφανίστηκαν από την πρόοδο και την εξέλιξη. Οι πρώτοι γιατί το λιμάνι εκβαθύνθηκε και δεν υπήρχε η ανάγκη να μεταφέρουν με τις βάρκες τους, από και προς τα πλοία επιβάτες και εμπορεύματα, καθώς η εξέλιξη είχε επιτρέψει το πλεύρισμά τους. Οι δεύτεροι οι «αραμπατζήδες» λόγω του σιδηροδρόμου!

Ο Σιδηρόδρομος Αθηνών Πειραιώς (ο σημερινός «Ηλεκτρικός») όπως είναι γνωστό ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1869. Παρότι η κατασκευή του είχε προταθεί πολλά χρόνια πριν, η εκκίνηση του έργου καθυστερούσε, καθώς μεταξύ των πολλών προβλημάτων που ανέβαλαν διαρκώς την εκκίνηση κατασκευής, θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η αντίδραση των «αραμπατζήδων».

“Αραμπατζήδες” αποκαλούσαν τους ιδιοκτήτες των «αραμπάδων», των ιπποκίνητων τετράτροχων αμαξών, που είχαν αναλάβει τη μετακίνηση των εμπορευμάτων από τον Πειραιά στην Αθήνα και αντίστροφα. Εκτός από τους αραμπάδες σημαντικό μεταφορικό έργο είχαν και οι άμαξες τύπου «βιζαβί», οι άμαξες δηλαδή στις οποίες οι επιβάτες κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο (πρόσωπο με πρόσωπο), σύστημα που χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά τη σχεδίαση του εσωτερικού των βαγονιών των σιδηροδρόμων, που μέχρι σήμερα συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα καθίσματα τύπου «βιζαβί» που κληροδότησαν οι ιπποκίνητες άμαξες. Με τα χρόνια όλοι οι αμαξάδες ανεξάρτητα με τον τύπο της άμαξας που διέθεταν, αποκαλούνταν «αραμπατζήδες» ανεξάρτητα με το αν οδηγούσαν δίτροχη ή τετράτροχη άμαξα, ανεξάρτητα με το αν μετέφεραν ανθρώπους ή εμπορεύματα.

Άμαξες στην Πλατεία Καραϊσκάκη

Οι «αραμπατζήδες» λοιπόν, είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν στην καταψήφιση της Κυβέρνησης εκείνης, που θα εκκινούσε τα έργα κατασκευής του σιδηροδρόμου. Οι Κυβερνήσεις βεβαίως που την εποχή εκείνη τα μετρούσαν όλα, λάμβαναν υπόψη τους και τις αντιδράσεις των «αραμπατζήδων». Το πέρασμα όμως στη σύγχρονη εποχή δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει και έτσι έστω και με καθυστέρηση, που δεν οφείλεται φυσικά στους «αραμπατζήδες», αλλά στον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους, ο σιδηρόδρομος λειτούργησε με το πρώτο δρομολόγιο Θησείο – Πειραιάς.

Η εταιρεία σιδηροδρόμου λίγο καιρό πριν, είχε τοποθετήσει δύο υπαλλήλους της στο φυλάκιο του «Δημοτικού Φόρου» της οδού Πειραιώς. Επρόκειτο για φυλάκιο του Δήμου οι υπάλληλοι του οποίου εισέπρατταν τα λεγόμενα «Διαπύλια Τέλη». Δημοτικά δηλαδή δικαιώματα, κάτι σαν δημοτικό φόρο, για εμπορεύματα που εισέρχονταν στην περιφέρεια του Δήμου. Τα «Διαπύλια τέλη» αποτελούσαν τότε σοβαρό έσοδο για τους Δήμους. Σε ένα τέτοιο φυλάκιο λοιπόν οι υπάλληλοι της σιδηροδρομικής εταιρείας καταμετρούσαν τον αριθμό των ανθρώπων που ανέβαιναν ή κατέβαιναν την οδό Πειραιώς, εντός ενός 24ώρου, ώστε να υπολογίσει περίπου τον αριθμό εκείνων που θα μετέφερε ο σιδηρόδρομος. Τον αριθμό καταμέτρησης στη συνέχεια τον υπολόγιζαν στο διπλάσιο και στο τριπλάσιο καθώς πίστευαν ότι η ύπαρξη σιδηροδρόμου θα κάνει το ταξίδι ευκολότερο, αυξάνοντας τον αριθμό των επιβατών.

Ωστόσο ο κόσμος με την έναρξη λειτουργίας του σιδηροδρόμου αυξήθηκε αλλά όχι στους αριθμούς εκείνους που η εταιρεία είχε υπολογίσει. Το ταξίδι με τον ατμοκίνητο σιδηρόδρομο εξυπηρετούσε τις «ανάγκες» του κόσμου. Και ως «ανάγκες» λογίζονταν μόνο οι υποχρεώσεις που απαιτούσαν επιτακτικά την κάθοδο στον Πειραιά για κάποια εργασία ή για ένα ταξίδι. Η μεταφορά δεν αποτελούσε μια στιγμή της καθημερινότητας όπως συμβαίνει σήμερα με τον «Ηλεκτρικό» ή το «Μετρό» και πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει ανάγκη, για χάρη ας πούμε αναψυχής.

Τα υπόλοιπα νομίζω είναι περίπου γνωστά. Η εταιρεία στην προσπάθειά της να προσελκύσει τον κόσμο να ταξιδεύει με τον σιδηρόδρομο ακόμα και για χάρη αναψυχής, προχώρησε στην αξιοποίηση του Φαλήρου, το οποίο χάρη στην απόφαση αυτή γνώρισε ραγδαία εξέλιξη.

Άμαξες μπροστά από το Τελωνείο Πειραιώς

Από τον καιρό που εμφανίστηκε ο σιδηρόδρομος οι «Αραμπατζήδες» καταστράφηκαν καθώς έχασαν το κύριο εισόδημά τους που προερχόταν από το δρομολόγιο Πειραιώς Αθηνών. Τους έμεναν μόνο άλλα δρομολόγια τοπικού χαρακτήρα, εξυπηρέτησης κόσμου σε δρομολόγια που ο σιδηρόδρομος δεν πήγαινε. Όμως οι «αραμπατζήδες» ήταν πολλοί ως προς τον αριθμό, και ξέμειναν με τοπικά δρομολόγια τα οποία ήταν λιγοστά και δεν επαρκούσαν για να εξασφαλίσουν σε όλους ένα αξιοπρεπές εισόδημα.

Μάλιστα οι «αραμπατζήδες» των Αθηνών αρνούνταν τον πρώτο καιρό να μεταφέρουν κόσμο από το Σύνταγμα ή την Ομόνοια προς το Θησείο, όπου ξεκινούσε ο σιδηρόδρομος. Πολύς κόσμος αναγκαζόταν να κάνει τη διαδρομή αυτή με τα πόδια. Στον Πειραιά τα πράγματα για τους «αραμπατζήδες» ήταν κάπως καλύτερα καθώς υπήρχε το λιμάνι που τους έδινε εργασία. Ειδικά στο Τελωνείο έναντι του Αγίου Νικολάου, γνώριμη η εικόνα με τους δεκάδες αραμπάδες να αναμένουν δρομολόγιο κουβαλώντας τα εκτελωνισμένα εμπορεύματα. Αλλά και στο δεύτερο σημείο που συγκεντρώνονταν οι άμαξες του Πειραιά, στην καλούμενη Πλατεία Αμαξών η μετέπειτα Πλατεία Ρήγα Φεραίου, συναντούσες άμαξες πολλά χρόνια μετά.

Σεπτέμβριος 1964, Πειραιάς, αμαξάς στην οδό Ναυαρίνου.

Οι «αραμπατζήδες» λοιπόν αποτέλεσαν τη δεύτερη σε μέγεθος επαγγελματική τάξη μεταφορών, μετά τους βαρκάρηδες, που εξαφανίστηκε χάρη της εξέλιξης. Η πρώτη επαγγελματική τάξη ήταν όπως ήδη αναφέραμε οι βαρκάρηδες η εξαφάνιση των οποίων σήμανε τα πλεύρισμα των πλοίων. Οι βαρκάρηδες βεβαίως είχαν καλύτερη τύχη καθώς έλαβαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις αρχές της δεκαετίας του ’30, σημαντικές αποζημιώσεις ενώ αργότερα οι εναπομείναντες (περίπου εκατό εργαζόμενοι) συνέστησαν σωματείο με την επωνυμία «Αρχαία Τριήρης» και εργάζονταν για λογαριασμό του Ο.Λ.Π. λαμβάνοντας ορισμένα φορτοεκφορτωτικά δικαιώματα.

Αντίθετα οι στεριανοί συνάδελφοί τους πάλεψαν για πολλά χρόνια ενάντια στην τεχνολογική πρόοδο χωρίς κανείς να λάβει ουσιαστικό μέτρο για αυτούς. Οι περισσότεροι άλλαξαν γρήγορα επάγγελμα ή καλύτερα αν θέλετε ασκούσαν παράλληλα κι άλλο επάγγελμα διαβλέποντας το δυσοίωνο μέλλον τους. Ανάμεσά τους και ο αραμπατζής Κώστας Μπαϊκούτσης ο οποίος παράλληλα με το κύριο επάγγελμά του, είχε φτιάξει κι ένα πρόχειρο καφενέ-ταβερνείο, στην ερημική τότε Πειραϊκή σε όρμο που έμελλε να λάβει το όνομά του, από τη για πολλά χρόνια μοναδική παρουσία του, μέχρι που έφτασε μέχρι σήμερα να μείνει γνωστός ως όρμος του Μπαϊκούτση ή όρμος Μπαϊκούτση.

Πίνακας του ζωγράφου Ανδρέα Κρυστάλλη με τίτλο “Πειραϊκή”

Ο Κώστας Μπαϊκούτσης δεν ήταν ο μοναδικός αραμπατζής που είχε σχέσεις με την έρημη Πειραϊκή και τους όρμους της. Ο Άγγελος Κοσμής στο έργο του «Περασμένα κι αλησμόνητα» αναφέρει ακόμα έναν, τον αμαξηλάτη Ιωάννη Χαντζάρα τον πατέρα του ποιητή Νίκου Χαντζάρα, που με τη βοήθεια του γιου του κατέβαζαν το άλογο στην Πειραϊκή για να το πλύνουν στη θάλασσα.

Ο Κώστας Μπαϊκούτσης λοιπόν αναζητώντας το δικό του μέλλον επέλεξε τον ερημικό όρμο ο οποίος στη συνέχεια έλαβε και το όνομά του. Μετέπειτα βεβαίως απόκτησε και άλλες ονομασίες όπως όρμος του Αγίου Νικολάου από το σύνδεσμο των εκεί αλιέων, των οποίων τις βάρκες έπαιρναν τα άγρια από το σορόκο κύματα και τις έσπαζαν πάνω στα βράχια. Ακόμα «Σταυρός» από το μνημείο του αφανούς ναύτου που ανεγέρθηκε εκεί επί επταετίας προς τιμή των Ελλήνων ναυτικών που χάθηκαν στις θάλασσες όλου του κόσμου είτε σε περιόδους πολέμου είτε σε περιόδους ειρήνης, ή όρμος της Αφροδίτης όπως επικράτησε τα τελευταία χρόνια.

Ο αραμπατζής που εξαιτίας του σιδηροδρόμου και της εξέλιξης γίνεται καφετζής, στέκεται αιτία απόδοσης τοπωνυμίου σε έναν όρμο της Πειραϊκής. Η ιστορία, όπως διαρκώς επαναλαμβάνω, μοιάζει με ένα γαϊτανάκι, κάθε κορδέλα του οποίου είναι και μια ιστορία του τόπου. Οι ιστορίες πολλές και διαφορετικές που καμιά φορά περιπλέκονται μεταξύ τους, περιστρεφόμενες όμως πάντα γύρω από τον ίδιο άξονα, που είναι η ιστορία της πόλης.

Ο όρμος του Μπαϊκούτση

http://pireorama.blogspot.gr

Η Πλατεία Αμερικής,πρώην Αγάμων, πρώην Ανθεστηρίων…

Αφορμή για την επίσκεψη στη γειτονιά η ταινία Πλατεία Αμερικής που βγήκε πρόσφατα στους κινηματογράφους, η οποία με φόντο την πολυπολιτισμική και πολύβουη πλατεία Αμερικής πραγματεύεται κάποια επίκαιρα ζητήματα στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, όπως η ξενοφοβία, η μετανάστευση, αλλά και η ελπίδα.

Όπως έχει πει και ο σκηνοθέτης της ταινίας Γιάννης Σακαρίδης, εξηγώντας τους λόγους που επέλεξε να τοποθετήσει την ιστορία του στην περιοχή, η πλατεία Αμερικής έχει εξελιχθεί σε μια σύγχρονη Καζαμπλάνκα, όπου συρρέουν χιλιάδες πρόσφυγες για να βρουν πλαστά χαρτιά ή έναν «οδηγό» που θα οργανώσει το παράνομο ταξίδι τους προς τη Γη της Επαγγελίας. Το πώς φθάσαμε ως εδώ έχει επίσης ενδιαφέρον.

Το αρχικό όνομα της πλατείας που βρίσκεται στο μέσον της οδού Πατησίων, 2 χιλιόμετρα από την Ομόνοια και 2,5 από το τέρμα της οδού στα Άνω Πατήσια, ήταν «Ανθεστηρίων», καθώς, ως εξοχή της τότε Αθήνας, υπήρξε τόπος εορτασμού της Πρωτομαγιάς.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, επικράτησε να ονομάζεται «πλατεία Αγάμων» λόγω μιας παρέας αμετανόητων εργένηδων που σύχναζαν σε ένα συγκεκριμένο καφενείο της περιοχής κοντά στο σημείο όπου έκανε τέρμα ο ιπποτροχιόδρομος, το πρώτο μέσο μαζικής μεταφοράς της πρωτεύουσας.

Όπως γράφει ο Κ. Μπίρης στο βιβλίο Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών, το 1877 ένα μέλος της παρέας «αποσκίρτησε» και παντρεύτηκε, όμως μετάνιωσε σχεδόν αμέσως και το επόμενο πρωί φόρτωσε τη γυναίκα του με τα πράγματά της σε ένα κάρο και την έστειλε πίσω στους γονείς της.

Αυτό έγινε αμέσως πρώτο θέμα στην «Εφημερίδα των Κυριών», την οποία έβγαζε η Καλλιρρόη Παρρέν και η οποία είχε προτείνει ήδη να ψηφιστεί ένας νόμος που να φορολογεί όλους τους άγαμους άνδρες από τριάντα χρονών και πάνω, επειδή υπήρχαν πολλές ανύπαντρες γυναίκες που ήθελαν να κάνουν οικογένεια και δεν έβρισκαν γαμπρούς.

Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι το όνομά της το πήρε επειδή υπήρξε τόπος συνάντησης ανύπαντρων ζευγαριών. Όπως και να ‘χει, το 1927, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η πλατεία μετονομάστηκε σε «Αμερικής» προς τιμήν του φιλελληνικού κινήματος των ΗΠΑ κατά την Επανάσταση του 1821.

Το αριστοκρατικό παρελθόν της περιοχής γύρω από την πλατεία Αμερικής είναι ακόμα εμφανές σε πολλά σημεία και δηλώνεται από τον νεογοτθικό πύργο της Θήρας, την κατοικία της αντιστασιακής Λέλας Καραγιάννη, το μέγαρο Σέυλον κ.ά.

Έναν δρόμο δίπλα από την πλατεία, στη Λέλας Καραγιάννη, κοντά στη συμβολή με την Πατησίων, βρίσκουμε το 41ο Λύκειο Αθηνών, ένα σχολείο με μεγάλη ιστορία, καθώς στον χώρο του, έως και το 1982, στεγαζόταν το εμβληματικό «Αθηναϊκό Λύκειο» του Α. Τυχόπουλου, με έτος ίδρυσης το μακρινό 1934. Όλη η περιοχή, άλλωστε, ήταν φημισμένη για τα ιδιωτικά ιδρύματά της, κυρίως μέσης εκπαίδευσης.

Όπως έχει γράψει ο Λέανδρος Σλάβης στην εφημερίδα «Η Πατησίων ζει», δύο παράγοντες φαίνεται ότι συνέβαλαν σ’ αυτή την εκπαιδευτική άνθηση της περιοχής: «Ο πρώτος, τις προπολεμικές δεκαετίες του 20ού αιώνα, ήταν (όπως και σήμερα) η αναζήτηση εξοχικού περιβάλλοντος σε μικρή απόσταση από τις αστικές συνοικίες της πόλης. Ο δεύτερος, κυρίως τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η εγκατάσταση σε πολλές από τις συνοικίες που διασχίζει ο δρόμος των τότε ανερχόμενων αστικών τάξεων».

Στην πλατεία Αμερικής υπήρχαν και πολλοί κινηματογράφοι.

Κόσμημα της πλατείας το διατηρητέο Άττικα, που, όπως καταγγέλλουν κάτοικοι, αποχαρακτηρίστηκε εν μια νυκτί για να ανεγερθεί στη θέση του συγκρότημα πολυτελών κατοικιών. Το σχέδιο όμως εγκαταλείφθηκε και στη θέση του κινηματογράφου που κατεδαφίστηκε στη γειτονιά «κληροδοτήθηκε» ένα βάραθρο που επηρέασε τη στατικότητα των κτιρίων σε όλο το οικοδομικό τετράγωνο (Αμερικής, Σπάρτης, Μοσχονησίων, Μηθύμνης).

Για την Πατησίων

✔ Στα χρόνια του βασιλέως Όθωνος η Πατησίων αποτέλεσε το κεντρικό σημείο ψυχαγωγίας για τις κυρίες και τους νέους όλων των κοινωνικών τάξεων, αλλά και τους ξένους προσκεκλημένους που κατέφευγαν σ’ αυτήν και στο Πεδίον του Άρεως για περίπατο τις Κυριακές και τις αργίες. Η στρατιωτική μπάντα παιάνιζε σύγχρονους μουσικούς ρυθμούς και έτερπε τους επισκέπτες, πάνω σε μια πολυγωνική εξέδρα.

✔ Στα χρόνια μετά την Κατοχή το τμήμα του δρόμου από την αρχή του στην οδό Πανεπιστημίου έως την οδό Αγίου Μελετίου από Πατησίων μετονομάστηκε σε οδό 28ης Οκτωβρίου, προς τιμήν της νεότερης εθνικής επετείου του ελληνικού κράτους. Η ονομασία αυτή όμως δεν επικράτησε, ούτε στον προφορικό ούτε στον γραπτό λόγο και η ονομασία «Πατησίων» είναι ο κοινός τρόπος αναφοράς στην οδό.

πηγή: www.lifo.gr
Μια συνοπτική ιστορική αναδρομή Η ληστεία στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα

Από την εποχή του Καποδίστρια ως τα τέλη του 19ου αιώνα – Οι αιτίες για την έξαρση του φαινομένου της ληστείας – Οι προσπάθειες για την αντιμετώπισή της – Ληστείες που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τη διεθνή κοινή γνώμη

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, ήταν η ληστεία. Ήδη από την εποχή του Καποδίστρια, άρχισε η δράση ορισμένων ληστών, η οποία τα επόμενα χρόνια πήρε μεγάλες διαστάσεις, φτάνοντας μάλιστα και σε σημείο να δημιουργήσει στην Ελλάδα ,προβλήματα στις σχέσεις της με άλλες χώρες. Με το φαινόμενο αυτό, θα ασχοληθούμε σήμερα σε αδρές γραμμές και σύντομα θα επανέλθουμε με εκτενέστερο, λεπτομερέστερο και αναλυτικότερο άρθρο.

ΠΡΙΝ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ

Οι ορεινοί όγκοι του ελλαδικού χώρου, ευνόησαν το φαινόμενο της ληστείας από τους αρχαίους και τους βυζαντινούς χρόνους. Στην τουρκοκρατία όμως, υπήρξε έξαρση, κυρίως λόγω της μετακίνησης πληθυσμών σε δύσβατους ορεινούς τόπους, όπου οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά συχνά κατέφευγαν στις αρπαγές εφοδίων από διερχόμενα καραβάνια ή από επιδρομές σε πιο εύφορους τόπους.

Από τους ορεινούς αυτούς οικισμούς, προήλθαν οι κλέφτες, οι «ληστές» κατά τα τουρκικά κείμενα, οι οποίοι ειδικά τον 18ο αιώνα αποτέλεσαν την έκφραση ενός έντονου φιλελευθερισμού και τους πυρήνες των στρατιωτικών σωμάτων αντίστασης εναντίον των Τούρκων.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ – ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ

Από την εποχή του Καποδίστρια ήδη, παρουσιάστηκαν τα πρώτα κρούσματα ληστείας, όμως αντιμετωπίστηκαν με σχετική επιτυχία. Με τον ερχομό του Όθωνα και τη διακυβέρνηση της χώρας, ως την ενηλικίωσή του, από την Αντιβασιλεία, το πρόβλημα επανήλθε δριμύτερο.

Τον Μάρτιο του 1833, διαλύθηκαν τα άτακτα στρατεύματα της Επανάστασης και μόνον δύο χιλιάδες από τους άνδρες τους μπορούσαν να ενταχθούν στο νεοσύστατο Τάγμα των ακροβολιστών (ελαφρύ πεζικό). Έτσι «σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν», κάνουν την εμφάνισή τους. Άλλοι μιλούν για 5.000, άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό τους στους 13.000.

Η γη, βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια των τσιφλικάδων και των μοναστηριών. Τα οθωμανικά κτήματα εθνικοποιήθηκαν, το κράτος αντικατέστησε τους Τούρκους φεουδάρχες στις ιδιοκτησίες τους, που παρέμειναν όμως χέρσες και ακαλλιέργητες. Ο Βαβαρός Τιρς, έκανε μία σωστή (και σοφή) πρόταση, για δίκαιη διανομή των εθνικών κτημάτων στους ακτήμονες, ωστόσο δεν εισακούστηκε. Οι εξαθλιωμένοι αγρότες, βρίσκουν συχνά διέξοδο στην ένταξή τους σε ληστρικές συμμορίες.

Ένας άλλος παράγοντας, ήταν η, σχεδόν ελεύθερη, μετάβαση Ελλήνων ληστών στα οθωμανικά εδάφη, όπου μάλιστα οι Τούρκοι αξιωματούχοι δεν τους ενοχλούσαν καθόλου. Γνωρίζοντας άριστα, μονοπάτια και περάσματα ήταν πολύ εύκολο να ξεφύγουν από τους διώκτες τους και να περάσουν… σαν κύριοι «στο τουρκικό».

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ

Η ίδρυση της Χωροφυλακής το 1833, στην οποία εντάχθηκαν αρκετοί παλαίμαχοι αγωνιστές του ’21, ήταν το πρώτο μέτρο για την αντιμετώπιση των ληστών.

Πρώτος διοικητής της, ήταν ο Γάλλος φιλέλληνας Φρανσουά Γκραγιάρ, από το 1833 ως το 1835.

Το 1838, ιδρύθηκαν στο Μεσολόγγι και τη Λαμία στρατοδικεία για την εκδίκαση υποθέσεων ληστείας. Με διάταγμα του ίδιου χρόνου, οι συγγενείς των ληστών εκτοπίζονταν, μέτρο που δεν απέδωσε, ενώ αργότερα οι ληστές επικηρύσσονταν με σημαντικά για την εποχή ποσά (3.000 δρχ. ήταν η αμοιβή για τους… αρχιλήσταρχους).

Καθώς ήδη από τον χειμώνα του 1834 και την άνοιξη του 1835, συμμορίες ληστών δρούσαν ανενόχλητα, κυρίως στις παραμεθόριες περιοχές, ανατέθηκε στον φιλέλληνα αξιωματικό Γκόρντον (Thomas Gordon), η αντιμετώπισή τους. Η αποστολή στον Γκόρντον, ανατέθηκε από τον καγκελάριο Άρμανσμπεργκ, μετά από υπόδειξη του νέου Βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα Λάιονς (sir Edmunt Lions). Τα στρατεύματα που χρησιμοποιήθηκαν, ήταν αρχικά, κυρίως, βαβαρικά που αποδείχτηκαν όμως ακατάλληλα για την αποστολή αυτή, καθώς οι Βαβαροί δεν άντεχαν τις εξαντλητικές πορείες στα βουνά.

Συμμετείχαν επίσης, πρώην άτακτοι μισθοφόροι Ρουμελιωτών καπεταναίων, κυρίως γιατί γνώριζαν τα κρησφύγετα και την τακτική των ληστών. Τα αποτελέσματα και αυτής της προσπάθειας, ήταν πενιχρά.

Το 1836 ιδρύθηκε η Οροφυλακή, με σκοπό, κυρίως, τη φρούρηση των συνόρων, η οποία όμως το 1854 καταργήθηκε.

Στο μεταξύ, από το 1840 περίπου και μετά, οι ληστές άρχισαν να αποκτούν και πολιτικά κίνητρα στη δράση τους. Συχνά υποκινούνταν από την αντιπολίτευση στον Όθωνα. Το 1844, η Αθήνα και τα περίχωρά της, ήταν στο έλεος ληστών, ενώ στην εξέγερση του 1847-1848, εναντίον των αυταρχικών μεθόδων των οθωνικών κυβερνήσεων, οι οργανωτές και πρωταγωνιστές της είχαν «οπαδούς και συντρόφους πολλούς ληστές», ενώ και η κυβέρνηση, χρησιμοποιούσε…άλλους ληστές για να τους αντιμετωπίσει!

Α ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α’

Και μετά την έξωση του Όθωνα (1862) και την άνοδο στον θρόνο του Γεωργίου Α’, η κατάσταση δεν άλλαξε. Έτσι, το 1863, κατά τη διάρκεια των αντιθέσεων των κομμάτων των «Πεδινών» (με επικεφαλής τον Δ. Βούλγαρη) και των «Ορεινών» (με ηγέτες τους Κ. Κανάρη – Δ. Γρίβα), ο λήσταρχος Κυριάκης (ή Κυριάκου), αναστάτωνε την Αττική με τη δράση του. Σε συνεννόηση με τους «Πεδινούς» με τη συμμορία του, κατέλαβαν τη Μονή Ασωμάτων-Πετράκη.

Η ληστεία της Χαλκίδας(1855), θύμα της οποίας ήταν ο βουλευτής Ν.Βουδούρης, εξόργισε την κοινή γνώμη. Έγραφε χαρακτηριστικά , μεταξύ άλλων, η εφημερίδα «Αθηνά» στις 3 Δεκεμβρίου 1855 : «Ότι βαδίζομεν όμως εις την γενικήν της κοινωνίας μας παράλυσιν, κατά τούτο νομίζομεν ότι ουδείς αμφιβάλλει».

Ο Υπουργός Στρατιωτικών Πάνος Κορωναίος (από τους «Ορεινούς»), προσπάθησε να εξουδετερώσει τους ληστές. Αυτοί όμως συνεργάστηκαν με την αντιπολίτευση και σε ένοπλες συγκρούσεις που κράτησαν τρεις μέρες (Ιούνιος 1863), σκοτώθηκε ο Αριστείδης Κανάρης, γιος του θρυλικού Ψαριανού μπουρλοτιέρη.

Αποκορύφωμα βέβαια της δράσης των ληστών στη χώρα μας, ήταν η περιβόητη «ληστεία του Δήλεσι» (Μάρτιος 1870), η οποία όχι μόνο καταρράκωσε διεθνώς το κύρος της χώρας μας, αλλά την υποχρέωσε να πληρώσει ως αποζημίωση, αρκετά εκατομμύρια δραχμές.

Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ

Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών, ήταν να «τσαλακωθεί» στο εξωτερικό το κύρος της χώρας μας, η οποία στον ευρωπαϊκό τύπο χαρακτηριζόταν «φωλεά ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων» και «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Σε επίσημα έγγραφα, αναφέρεται ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα».

Μεγάλη αίσθηση, προκάλεσε και το μυθιστόρημα του Εντμόν Αμπού «Ο Βασιλεύς των Ορέων», που εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1875 και παρουσιάζει το πρόβλημα της ληστοκρατίας στη χώρα μας μετά την Επανάσταση του 1821.

Σε μερικές από τις ληστείες που συγκλόνισαν τη χώρα μας αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη, καθώς και σε μία άγνωστη αποστολή ληστών, μετά από συμφωνία με την κυβέρνηση (!), το 1867-1868 στην επαναστατημένη Κρήτη, για να πολεμήσουν στο πλευρό των Κρητικών τους Τούρκους, θα αναφερθούμε διεξοδικά σε άρθρο μας στο protothema.gr

ΠΗΓΕΣ: ΕΓΚ/ΔΕΙΑ «ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ» εκδ. 2007
ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ «Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (19ος αι.) – Περί λύχνων αφάς», εκδ. ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005
ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ, «Η ΛΗΣΤΟΚΡΑΤΙΑ» (1960)

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα…

Αναμνήσεις, νοσταλγία και γεύση από τα παλιά. Ένα φωτογραφικό ταξίδι στο χτες της Αθήνας μέσα από 21 έγχρωμες φωτογραφίες που συγκινούν. Όλες οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από την εξαιρετική σελίδα του Facebook «Παλιές φωτογραφίες της Ελλάδας«

1. Η Πλατεία Συντάγματος όπως φαίνεται από τη μεριά της Βουλής γύρω στο 1963 με 1968 

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 2. Καλλιμάρμαρο γύρω στο 1963 με 196821 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 3. Οδός Πανδρόσου, Μοναστηράκι 1967

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 4. Ακρόπολη, 1961

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 5. Η Μελίνα Μερκούρη σε Καφέ της Αθήνας το 1961

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

6. Οδός Ηφαίστου Μοναστηράκι – 1968

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 7. Η θέα από το Λυκαβηττό, προς Περιστέρι και Πετρούπολη, που έμοιαζαν με ξεχωριστά χωριά – Δεκαετία του 1960
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 8. Η Καραγιώργη Σερβίας και στο βάθος η Βουλή 1964

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 9. Λεωφ. Αμαλίας, Σύνταγμα. Απρίλιος 1965
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 10. Οδός Σωκράτους δεκαετία 70.Γυάλισμα υποδημάτων και λαχεία.Το φαρμακείο του Γερολυμάτου υπάρχει ακόμα.
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 11. Ομόνοια – Δεκέμβριος του 1960
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 12. Πανεπιστημίου, πιθανότατα γύρω στο 1959 με αρχές 1960

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

13. Πλατεία Κάνιγγος 1968
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 14. Πλατεία Κλαυθμώνος τη δεκαετία του ’60.
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 15. Πλατεία Μοναστηρακίου 1969
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 16. Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας – Δεκαετία του 1960
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 17. Μιχαλακοπούλου – Δεκαετία 1960

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

18. Πλατεία-Ομονοίας-1963-1968
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 19. Στην οδό Αθηνάς το 1966

21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 20. Τα ξύλινα βαγόνια του Ηλεκτρικού της γραμμής Κηφισιά – Πειραιάς – Αρχές δεκαετίας του 1970
21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 21. Πλατεία Ομονοίας21 αριστουργηματικές έγχρωμες φωτογραφίες από την παλιά Αθήνα...

 

Το Σινεάκ και το Ρεξ των παιδικών μας χρόνων

Το Σινεάκ είναι τρυφερή ανάμνηση των παιδικών χρόνων πολλών σημερινών γιαγιάδων και παππούδων που στην αίθουσά του είδαν κωμωδίες, καρτούν, μορφωτικές ταινίες, ντοκιμαντέρ, ελληνικά και παγκόσμια επίκαιρα. Όλα αυτά μαζί σ’ ένα πρόγραμμα που διαρκούσε δύο με τρεις ώρες και όποιος ήθελε μπορούσε ελεύθερα να καθίσει να το ξαναδεί. Δεν έδινε «ραντεβού τον Σεπτέμβρη» γιατί είχε ειδικά μηχανήματα ψύξης που του επέτρεπαν να λειτουργεί και το καλοκαίρι.

1946. Η ελονοσία θέριζε πριν και μετά τον πόλεμο. Θεραπευόταν με κινίνο από τη νοθεία του οποίου πλούτισαν διάφοροι ασυνείδητοι έμποροι και πολιτικοί. 1964. Ο θάνατος του βασιλιά Παύλου αναμενόταν από μέρα σε μέρα και κράτησε σε αγωνία τις εφημερίδες και τον κόσμο. Η κηδεία του με την παρουσία όλων των επισήμων και διάφορων γαλαζοαίματων που ήρθαν για να παραστούν ήταν ένα μεγαλειώδες θέαμα, το οποίο κάλυπταν τα κινηματογραφικά επίκαιρα, αφού το 1964 δεν υπήρχε τηλεόραση.

Σινεάκ υπήρχαν σε διάφορες πόλεις του κόσμου: Άμστερνταμ, Χάγη, Ρότερνταμ, Βρυξέλες, Ρίο ντε Τζανέιρο, Παρίσι. Άλλωστε οφείλει το όνομά του στις γαλλικές λέξεις Cinéma Actualités.

Το δικό μας Σινεάκ βρισκόταν στο υπόγειο του Σικιαρίδειου Μεγάρου Θεαμάτων. Στο ισόγειο βρισκόταν ο κινηματογράφος Ρεξ και στον πρώτο όροφο το θέατρο Κοτοπούλη.

1950. Η Πανεπιστημίου κατάφωτη και ζωντανή. Αριστερά από το μεγαλόπρεπο Ρεξ το Τιτάνια και δεξιά το θέατρο Ιντεάλ.

Το Σικιαρίδειο μέγαρο χτίστηκε το 1937 και ήταν ένα στολίδι της Πανεπιστημίου, μεγαλόπρεπο και κάτι πρωτόγνωρο για την ελληνική πρωτεύουσα. Εκτός από το θέατρο και τους δύο κινηματογράφους, διέθετε μπαρ, αίθουσες συναυλιών και άλλα κέντρα ψυχαγωγίας –συνολικής χωρητικότητας 4.000 ατόμων. Είχε κρυφούς φωτισμούς, τέσσερα μεγάλα ασανσέρ, αθόρυβο δάπεδο, φαρδιούς διαδρόμους, άνετα και κομψά καθίσματα, καλό εξαερισμό και οπωσδήποτε η ηχομόνωσή του ήταν θαυμάσια, αφού οι ήχοι της μιας αίθουσας δεν μεταφέρονταν στην άλλη.

Η αίθουσα χορού που βρισκόταν στο υπόγειο μεταβλήθηκε σε κινηματογραφική αίθουσα για παιδιά. Η δικτατορία του Μεταξά επιδοτούσε την προβολή επίκαιρων και παιδικών έργων.

Οι προβολές του Σινεάκ είχαν μεγάλη επιτυχία. Το πρόγραμμα είχε εναλλαγές και ήταν χορταστικό σε διάρκεια. Στη δεκαετία του ’70 η τηλεόραση αποτέλεσε την κύρια αιτία της παρακμής του.

Το 1983, προτού προφτάσει μια ξένη εταιρεία να το πάρει και να το μετατρέψει σε πολυκατάστημα, με διάταγμα του Τρίτση το Σικιαρίδειο κηρύχτηκε διατηρητέο μαζί με άλλα δέκα εννέα κτίρια της Πανεπιστημίου. Επί Μελίνας περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο.

Σήμερα στην αίθουσα του παλιού Σινεάκ στεγάζεται η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.

Μάθετε τις ενδιαφέρουσες ιστορίες και τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές και πολυσύχναστες πλατείες στο κέντρο της Αθήνας.

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Ποιοι οδύρονταν στην πλατεία Κλαυθμώνος και γιατί είναι περίεργο που τιμάμε τον Κοτζιά; Πώς ήταν το Μοναστηράκι πριν δύο αιώνες και ποιες ιστορικές στιγμές «φιλοξενήθηκαν» στο Σύνταγμα, την Ομόνοια και την πλατεία Αβησσυνίας; Ψάχνουμε τα «μυστικά» επτά εκ των πιο γνωστών και πολυσύχναστων πλατειών της Αθήνας που είχαν… τη δική τους ιστορία.

Πλατεία Συντάγματος

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Η πλατεία διαμορφώθηκε σε αυτό το σημείο της Αθήνας όταν αποφασίστηκε πως εδώ θα έχτιζε ο Όθων τα ανάκτορά του. Την σημερινή της ονομασία όμως την έλαβε λίγο αργότερα, το 1843, όταν ο Μακρυγιάννης οργάνωσε το κίνημα της Γ’ Σεπτεμβρίου για την απαίτηση συντάγματος από τον Βασιλιά. Στρατός και απλοί πολίτες κινήθηκαν εκείνη τη μέρα προς το παλάτι, και ο Όθων αναγκάστηκε μετά από μια περιπετειώδη νύχτα να αποδεχθεί τα αιτήματά τους. Φυσικά, η πλατεία και τα κτίριά της έγιναν το σκηνικό δεκάδων ακόμη ιστορικών στιγμών του ελληνικού κράτους.

Πλατεία Ομόνοιας
Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.

Ο πρώτος αστικός «περίπατος» που σχεδιάστηκε οδικά στην Αθήνα ήταν αυτός που συνέδεε το Μοναστηράκι με την πλατεία η οποία έμελλε αργότερα να ονομαστεί Ομόνοια – καθώς αυτό ήταν ένα από τα υποψήφια σημεία για την ανέγερση των ανακτόρων του Όθωνα. Αρχικό της όνομα, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ήταν πλατεία Ανακτόρων (1846). Δύο δεκαετίες μετά, όμως, αφού συγκεντρώθηκαν εκεί οι αρχηγοί των αντίπαλων πολιτικών ομάδων της χώρας μετά την Έξωση του Όθωνα, δίνοντας τα χέρια και ταυτόχρονα τέλος στις ταραχές που είχαν ξεσπάσει το 1862 στην πρωτεύουσα, η πλατεία ονομάστηκε Ομονοίας – από τον «όρκο ομονοίας» δηλαδή που δόθηκε εκεί. Έκτοτε, η πολύπαθη πλατεία υπέστη πολλές αναπλάσεις και «υποβιβασμούς», αλλά οι ιστορίες και τα σημαντικά κτίρια της πλατείας παραμένουν ακόμα ζωντανά.

Πλατεία Κλαυθμώνος

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Πλατεία Αισχύλου, Πλατεία Νομισματοκοπείου, Πλατεία 25ης Μαρτίου, Πλατεία Δημοκρατίας και Πλατεία Εθνικής Συμφιλίωσης είναι κάποια από τα ονόματα που δόθηκαν στην πλατεία, η οποία αποτέλεσε και το πρώτο πάρκο της πόλης, διαμορφωμένο από την βασίλισσα Αμαλία που διέμενε σε παρακείμενο κτίριο (σημερινό Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών) μέχρι να χτιστεί το Παλάτι του Συντάγματος. Το σημερινό όνομά της, όμως, η πλατεία, το οφείλει στους… μαζικούς κλαυθμούς και οδυρμούς (όπως έγραφε ο Τύπος του 19ου αιώνα) των απολυμένων του δημοσίου. Εκείνοι συγκεντρώνονταν στα καφενεία γύρω από το Υπουργείο Εσωτερικών που βρισκόταν στην πλατεία και «έκλαιγαν» για την μη μονιμοποίησή τους, κάτι που έδωσε στους δημοσιογράφους την έμπνευση για τα «βαφτίσια».

Πλατεία Κοτζιά

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Αν η πλατεία Κλαυθμώνος άλλαξε πολλά ονόματα μέχρι να καταλήξει στο σημερινό… τι να πει και η πλατεία Κοτζιά; Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, πλατεία Λουδοβίκου, Κανόνια, Πλατεία Γυμνασίων, Πλατεία Νέου Θεάτρου, Πλατεία Δημοτικού Θεάτρου, Πλατεία Ταχυδρομείου, Πλατεία Εθνικής Τραπέζης, Πλατεία Δημαρχείου είναι κάποια από τα παλαιότερα ονόματά της, εμπνευσμένα κυρίως από τα ιστορικά κτίρια που ανεγέρθηκαν σε αυτή ανά τις εποχές. Μάλιστα, αρχικό σχέδιο για την συγκεκριμένη τοποθεσία ήταν να γίνει μεγάλο πάρκο, στη μέση του περιπάτου Ακρόπολη-Ομόνοια, με το όνομα Κήπος του Λαού. Αυτό που ίσως δεν ξέρατε είναι τα έργα και οι ημέρες του Κοτζιά, που της έδωσε το σημερινό όνομα. Ο Κώστας Κοτζιάς ήταν ο δήμαρχος της Αθήνας από το 1934 ως το 1936 και εκείνος που αποφάσισε να κατεδαφιστεί το Δημοτικό Θέατρο της πλατείας, από τα πιο μεγαλοπρεπή και όμορφα της Ευρώπης, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, σχεδιασμένο από τον Ερνέστο Τσίλλερ. Ήταν μόνο η αρχή για τις κατεδαφίσεις και άλλων σπουδαίων νεοκλασικών της Αθήνας.

Πλατεία Εξαρχείων

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Μόνο μάντρες και χωματόδρομοι υπήρχαν στην περιοχή των Εξαρχείων πριν μπει στο σχέδιο πόλης την δεκαετία του 1860. Η περιοχή τότε ονομαζόταν Πυθαράδικα, εξαιτίας των εμπόρων πυθαριών που δραστηριοποιούνταν στην γειτονιά κάτω από τον λόφο του Στρέφη, ενώ το σημερινό τους όνομα το οφείλουν στον Έξαρχο, έναν επιχειρηματία που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή της οδού Θεμιστοκλέους και άφησε το στίγμα του. Όταν στα πέριξ χτίστηκαν οι εγκαταστάσεις διαφόρων πανεπιστημιακών σχολών, η πλατεία Εξαρχείων έγινε στέκι των φοιτητών, που από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα ήταν ιδιότητα συνυφασμένη με αντικαθεστωτική δράση. Κάπως έτσι πήρε η πλατεία τον μποέμ χαρακτήρα της, αφού πέρα από τους φοιτητές, εγκαταστάθηκαν τριγύρω τυπογραφεία και βιβλιοπωλεία, ενώ εδώ επέλεξαν τις επόμενες δεκαετίες να μείνουν μόνιμα προσωπικότητες των τεχνών όπως οι Κουν, Γύζης, Βέμπο, Παξινού, Γερμανός, Άσιμος, Γώγου. Οι περισσότεροι από αυτούς μάλιστα διέμεναν στην «Μπλε Πολυκατοικία» της πλατείας, μία από τις πρώτες –και πιο ενδιαφέρουσες αρχιτεκτονικά- πολυκατοικίες των Αθηνών. Ο περιθωριακός χαρακτήρας της πλατείας τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρθεί σε μεγάλο βαθμό χάρη στις προσπάθειες των κατοίκων της περιοχής, που παραμένει ακόμη και σήμερα η πρώτη επιλογή των μποέμ της πόλης.

Πλατεία Αβησσυνίας

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Στην καρδιά του Μοναστηρακίου, η πλατεία Αβησσυνίας, γνωστή και ως Γιουσουρούμ της Αθήνας, σφύζει από ζωή χάρη στα café και τα παλαιοπωλεία της. Πού οφείλονται όμως τα δύο ονόματά της; Η πλατεία διαμορφώθηκε σε αυτό το σημείο την δεκαετία του 1860, και στην περιοχή τότε διέμεναν αρκετοί Αιθίοπες – που τότε ονομαζόταν Αβησσύνιοι. Αυτή είναι η πρώτη εκδοχή για το όνομα της πλατείας. Η δεύτερη κάνει λόγο για την ανθρωπιστική βοήθεια του Αιθίοπα (Αβησσύνιου) αντιβασιλέα που μοιράστηκε στους πρόσφυγες της πλατείας μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Όσο για το γιουσουρούμ, έλαβε το όνομά του από τον εβραίο Ηλία Γιεσουρούμ, πρόεδρο των παλαιοπωλών στα τέλη του 19ου αιώνα, που διέμενε στην πλατεία. Στα εβραϊκά, το όνομά του σημαίνει «άνθρωπος του θεού», ενώ «βάφτισε» μόνιμα και ολόκληρο το παζάρι παλαιοπωλών που στήνεται στην πλατεία από το 1910 μέχρι σήμερα.

Πλατεία Μοναστηρακίου

Οι πλατείες της Αθήνας και η ιστορία τους: Τα γεγονότα που «βάφτισαν» επτά από τις πιο γνωστές πλατείες της Αθήνας.
Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (ή Παντάνασσα ή Μοναστήριον) είναι η βασιλική που «βάφτισε» την πλατεία. Ο ναός λειτουργούσε ως μοναστήρι επί Τουρκοκρατίας, την ίδια δηλαδή περίοδο που ανεγέρθηκε δίπλα το τζαμί από τον τούρκο βοεβόδα το 1759. Λέγεται μάλιστα πως ως θεμέλιο χρησιμοποιήθηκε μια ανατιναγμένη κολώνα του Ναού του Ολυμπίου Διός, γι’ αυτό και ο λαός απέδωσε στην «κατάρα του Δία» τον λιμό που ξέσπασε τότε στην πόλη. Η τοποθεσία του τζαμιού ονομαζόταν τότε «Σιντριβάνι», χάρη στο σιντριβάνι που τροφοδοτούσε ο Ηριδανός (ο ποταμός που σήμερα θα δείτε να κυλά, κοιτάζοντας από τις γυάλινες «καταπακτές» στο πλακόστρωτο της πλατείας. Όλη η «ζωή» της περιοχής λάμβανε χώρα γύρω από την αρχαία βιβλιοθήκη του Αδριανού, όπου απλώνονταν πάγκοι με λαχανικά και φρούτα. Στα τέλη του 19ου αιώνα χτίστηκε ο σταθμός του Ηλεκτρικού, συνδέοντας την πλατεία με τον Πειραιά, ενώ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα έφτασαν και οι πρώτοι κεμπαμπτζήδες από την Αρμενία (με μπροστάρη τον Σάββα), που εγκαινίασαν την αδυναμία των Αθηναίων στα τυλιχτά εδέσματα. Στην περιοχή της οδού Ηφαίστου υπήρχαν πολλά τσαγκάρικα, ενώ στις ίδιες κατασκευές που μετρούν ενάμιση αιώνα ζωής εγκαταστάθηκαν και τα σημερινά παλαιοπωλεία, δισκάδικα και souvenir shops της υπαίθριας αγοράς.

Αυτό είναι το πιο παλιό και ιστορικό γαλακτοπωλείο της Αθήνας

Λειτουργεί από το 1915 στο ίδιο ακριβώς σημείο μέχρι σήμερα Αν βρεις κάποιον παλιό Αθηναίο και τον ρωτήσεις ποιο είναι το παλιότερο γαλακτοπωλείο της Αθήνας σίγουρα θα σου το υποδείξει, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν είσαι τυχερός θα έχει να σου αφηγηθεί και κάποια ιστορία από τότε που σύχναζε σε αυτό. Μάλιστα, για να είσαι σίγουρος ότι πέτυχες τον σωστό άνθρωπο ρώτα κάποιον από τους κατοίκους της Νεάπολης, στα Εξάρχεια.

Εξωτερική άποψη του ζαχαροπλαστείου αφού μετονομάσθηκε σε “Αφοί Ασημακόπουλοι” Αρώματα φρέσκου βουτύρου γαργαλάνε την μύτη μας οδηγώντας μας στον αριθμό 82 της Χαριλάου Τρικούπη στο κέντρο της Αθήνας. Βρισκόμαστε έξω από το θρυλικό ζαχαροπλαστείο Αφοί Ασημακόπουλοι, το οποίο «ιδρύθηκε το 1915 με την επωνυμία Νεάπολις στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρίσκεται μέχρι και σήμερα», όπως μας αποκαλύπτει ο κύριος Θανάσης Ασημακόπουλος, τρίτη γενιά ιδιοκτητών του ζαχαροπλαστείου.

Κι όμως, ο Ασημακόπουλος που είναι πολύ πιθανό να ξέρεις για τα θρυλικά του γαλακτομπούρεκα ή τα ρυζόγαλα, για πάρα πολλά χρόνια μεσουρανούσε ως γαλακτοπωλείο αποκλειστικά. Για την ακρίβεια έτσι ξεκίνησε κι έτσι καθιερώθηκε.

Ο κύριος Βασίλειος Ασημακόπουλος (αριστερά) από τη δεύτερη γενιά ιδιοκτητών του παραδοσιακού γαλακτοπωλείου. Επισκεφτήκαμε λοιπόν, το πρώην Νεάπολις, για να μάθουμε όλα όσα θα μας χαρίσουν νοσταλγικές πληροφορίες από τον ίδιο τον κύριο Ασημακόπουλο, σε ένα ταξίδι γεμάτο γεύσεις και αρώματα. Από δεξιά: Βασίλειος Ασημακόπουλος (2η γενιά ιδιοκτητών), Θανάσης Ασημακόπουλος (3η γενιά ιδιοκτητών), αγαπημένος υπάλληλος του γαλακτοπωλείου Να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, πως ταυτόχρονα με την συζήτηση μας μαζί του, το μάτι μας δεν χορταίνει να χαζεύει τα λαχταριστά καλούδια στους πάγκους, τις βιτρίνες και τα ψυγεία του ζαχαροπλαστείου, που ομολογουμένως βάζουν σε πειρασμό ακόμη και των πιο «πολέμιο» των γλυκών.

Ο κύριος Βασίλειος Ασημακόπουλος πάντα επί τω έργω πίσω από τον πάγκο του γαλακτοπωλείου Γυρνώντας πίσω στο χρόνο, λοιπόν, εκεί κάπου στο 1915 κι έπειτα προσπαθούμε να κάνουμε εικόνα όλα όσα μας αφηγείται ο κύριος Ασημακόπουλος. «Στα τρία μαρμάρινα τραπεζάκια του σέρβιρε γιαούρτι, κρέμα και ρυζόγαλο, βούτυρο με μέλι και ζεστό πρόβειο γάλα σε ποτήρι στους κατοίκους της Νεάπολης, του πρώτου προαστίου της Αθήνας. Τα ίδια, προϊόντα, μάλιστα γίνονταν και διανομή στα σπίτια των Αθηναίων». Ποια ήταν (και είναι μέχρι σήμερα μάλιστα), ωστόσο, η φιλοσοφία της λειτουργίας του, η οποία το έκανε τόσο ξεχωριστό στις επιλογές του κοινου; Ο κύριος Ασημακόπουλος μας αποκαλύπτει πως «από την πρώτη μέρα λειτουργίας καθημερινά προμηθευόμαστε το γάλα, πρόβειο και αγελαδινό, απευθείας από εκλεκτούς κτηνοτρόφους της Αττικής.

Για να συμπληρώσει λίγο αργότερα, κάτι που πραγματικά εκπλήσσει ευχάριστα καθώς πληροφορούμαστε πως «χρησιμοποιούμε αγνό φρέσκο βούτυρο ιδίας παρασκευής και αποκλειστικής χρήσης στη ζαχαροπλαστική το οποίο απογειώνει τη γεύση των προϊόντων μας». Στα συνώνυμα με το γαλακτοπωλείο προϊόντα συγκαταλέγονταν το πρόβειο γιαούρτι στο ταψί, το οποίο προσφερόταν χύμα, οι κρέμες και τα ρυζόγαλα (σημείο αναφοράς του ζαχαροπλαστείου ακόμη και τώρα). Εντύπωση μας προκαλεί, μάλιστα, η πληροφορία ότι μέχρι και σήμερα όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα του ζαχαροπλαστείου καθώς και άλλες συνταγές που προστέθηκαν με το πέρασμα των χρόνων παρασκευάζονται με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο.

Από τις πιο αξιοσημείωτες πληροφορίες που εκμαιεύουμε από τον κύριο Θανάση είναι το ότι «το τσουρέκι, τα κουλουράκια, η βασιλόπιτα, τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες, το γαλακτομπούρεκο, τα παγωτά κρέμα, καϊμάκι και παρφέ παρασκευάζονται μέχρι σήμερα με τις ίδιες ακριβώς συνταγές οι οποίες έχουν ως μονάδα μέτρησής τους την οκά»! Με το πέρασμα των χρόνων, ωστόσο, αλλάζουν και οι ανάγκες, γι’ αυτό και το 1950 αρχίζει η πορεία προς την ζαχαροπλαστική, παράλληλα με την παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων. «Στην αρχή οι πελάτες μας αντιμετώπισαν αυτή την αλλαγή με δυσπιστία, δοκιμάζοντας τα νέα μας προϊόντα με περιέργεια.

Σιγά, σιγά, ωστόσο, άρχισαν να γίνονται φανατικοί οπαδοί των γλυκισμάτων μας». Από τότε στις βιτρίνες του βρίσκουμε τις περίφημες πάστες σεράνο, νουγκατίνα, αμυγδάλου, σοκολατίνα με γλάσο και την τρούφα, το θρυλικό γαλακτομπούρεκο, το αφράτο τσουρέκι, τα διάσημα κουλουράκια πάστα φλώρα, τα σπιτικά παγωτά κ.α. Από την δεκαετία του ’70 με σταθερά βήματα και άριστη πρώτη ύλη αρχίζει να πραγματοποιείται η στροφή και προς την σοκολατοποιία «για να φτάσουμε στο σήμερα όπου διαθέτουμε τη μεγαλύτερη ποικιλία στην Αθήνα σε σοκολατάκια, κεράσματα, πάστες και τούρτες σοκολάτα και φυσικά τις περίφημες πασχαλινές σοκολατένιες δημιουργίες μας».

Ακόμη μια χρονιά σταθμός για το ζαχαροπλαστείο Αφοί Ασημακόπουλοι το 1980 «όταν η τρίτη γενιά, πλέον, ιδιοκτητών κατασκευάζει και εξοπλίζει ένα από τα πιο σύγχρονα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής και γαλακτοκομίας στην Αθήνα». Όπως ο ίδιος, μάλιστα, συμπληρώνει «τα τελευταία 35 χρόνια που στα ηνία της επιχείρησης βρίσκεται η τρίτη γενιά το ζαχαροπλαστείο μας άνοιξε τους ορίζοντες του και προς τη γαλλική ζαχαροπλαστική παντρεύοντας την με την παραδοσιακή». Όσο για την τέταρτη γενιά που συνυπάρχει αρμονικά τα τελευταία χρόνια; «Αυτή εισάγει νέες τάσεις της ζαχαροπλαστικής στην ήδη μεγάλη γκάμα γλυκών μας, όπως οι sugar free δημιουργίες».

Έχοντας κλείσει αισίως τα 100 χρόνια λειτουργίας –το 2015 γιορτάστηκε η χρυσή επέτειος του ενός αιώνα λειτουργίας– το ζαχαροπλαστείο Αφοί Ασημακόπουλοι βρίσκεται εκεί για να μας θυμίζει πάντα τα παλιά καλά χρόνια της Αθήνας. Με έναν αέρα νοσταλγικό για τους παλαιότερους, θα ξυπνά μνήμες παρελθοντικές που δύσκολα μπορούν να διαγραφούν από την μνήμη και να ξεχαστούν. Εμείς οι νεότεροι δεν έχουμε παρά να ακούμε προσεκτικά τέτοιες εξιστορήσεις και να δημιουργούμε ρομαντικές εικόνες στο μυαλό μας, από μια εποχή που (δυστυχώς) έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Πηγή: www.greekguide.com

1950 – 1970 Τα χρόνια που άλλαξαν το τραγούδι

Οι βασανισμένοι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν αναζητούσαν το τραγούδι μόνο για να διασκεδάσουν, να ψυχαγωγηθούν, να εκτονωθούν, να μερέψουν, να «αποδράσουν», να λησμονήσουν, να ονειρευτούν, μα κυρίως για να λυτρωθούν. Η δικτατορία ανέκοψε την πρόοδο του ελληνικού τραγουδιού και άρχισε η υπονόμευση και η γενικότερη απονεύρωσή του, η οποία φάνηκε καθαρά στο τέλος της επόμενης δεκαετίας, όταν διακρίνονται τα πρώτα σημάδια της αποκαλούμενης παρακμής. Μια παρακμή που βιώνουμε απολύτως σήμερα, για άλλους λόγους.

Το πρόσωπο της χώρας ήταν μελαγχολικό στη χαραυγή της δεκαετίας του ’50. Ή, καλύτερα, θύμιζε το πρόσωπο του μεγαλύτερου δημιουργού της εποχής εκείνης -και ίσως όλων των εποχών-, του Βασίλη Τσιτσάνη, που ήταν μισό χαμόγελο και μισό παράπονο. Η Ελλάδα έβγαινε σιγά σιγά από μια κατασκότεινη σήραγγα -πόλεμος, κατοχή, πείνα, Εμφύλιος- και προσπαθούσε απεγνωσμένα να σταθεί στα πόδια της, να γειάνει τις βαθιές της λαβωματιές, να βρει τον χαμένο βηματισμό της, να καθαρίσει το πρόσωπό της απ’ τα αίματα, να πάρει βαθιές ανάσες, να ανασυγκροτηθεί. Ο πόνος πολύς, η φτώχεια μεγάλη και απερίγραπτη, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παράξενη και αντιφατική, σε μπέρδευε και δεν γνώριζες πού σταματά η πραγματικότητα και πού αρχίζει η προσδοκία. Η απογοήτευση και η ελπίδα άλλαζαν αστραπιαία θέσεις, οι ώρες ήταν κρίσιμες, το τοπίο άλλοτε θολό και άλλοτε καθαρότερο· οι άνθρωποι του λαού αναγκάζονταν να καταφεύγουν στο μεγάλο ακαταμάχητο και διαχρονικό τους όπλο: το τραγούδι.

Οι βασανισμένοι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν αναζητούσαν το τραγούδι μόνο για να διασκεδάσουν, να ψυχαγωγηθούν, να εκτονωθούν, να μερέψουν, να «αποδράσουν», να λησμονήσουν, να ονειρευτούν, μα κυρίως για να λυτρωθούν. Δεν είναι, άλλωστε, άγνωστό -υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό- πως πολλοί τραγουδώντας λησμονούσαν και τις αμεσότερες βιοτικές ανάγκες, λησμονούσαν ακόμη και την πείνα τους. Ο μέγιστος τραγουδοποιός Λευτέρης Παπαδόπουλος λέει χαρακτηριστικά σε κάποιους απόλυτα βιωματικούς του στίχους: Δεν είχαμε ψωμί/μα είχαμε τραγούδι/εσόλιαζ’ ο πατέρας τον καιρό/και δίχως αφορμή/γεννιόταν το λουλούδι/στις γλάστρες, στα περβάζια, στο νερό. Είναι ειπωμένο μα πρέπει να ακουστεί κι εδώ: οι μεγάλες δυσκολίες, ο βαθύτατος πόνος, η διαρκής αγωνία, η παρατεταμένη αβεβαιότητα, το ανέλπιδο μέλλον, οι «απελπισμένες παλάμες», κι άλλα πολλά ακόμη στοιχεία δεν βοηθούν απλά μα είναι τα σπουδαία υλικά που μ’ αυτά χτίζονται τα μεγάλα έργα.

Το τραγούδι είναι σαφέστατα ο αντικατοπτρισμός του προσώπου του ανθρώπου κάθε εποχής, των έργων του και του κοινωνικού, γενικότερα, γίγνεσθαι. Αυτό νομίζω πως μόνο ένας κακοπροαίρετος δεν θα το δεχτεί. Το τραγούδι, ακόμη, σε εποχές οξύτητας λειτουργεί πολλές φορές σαν μεσολαβητής και μακάριος ειρηνοποιός ενώπιον των αντιμαχομένων. «Τω καιρώ εκείνω», λοιπόν, πολλά τραγούδια προσπάθησαν να κατευνάσουν, να καταπραΰνουν τα πάθη, που σε κάποιες ψυχές σιγόκαιγαν σαν τη χειμωνιάτικη χόβολη σε λαϊκό παραγώνι. Ήταν αναμενόμενα αυτά αν αναλογιστούμε την οδυνηρή περίοδο που προηγήθηκε και τις ρωγμές που άφησε σε εκατομμύρια καρδιές.

Τη δεκαετία του ’60 πολλοί χαρισματικοί δημιουργοί προσπάθησαν να γίνουν κήρυκες συναδέλφωσης για να μην επιστρέψουν ποτέ στη χώρα μας οι ολέθριες συνέπειες του διχασμού και να μη βρουν τόπο να σταθούν και «να ανθίσουν» τα πάθη και οι καταστροφικοί φανατισμοί. Ενδεικτικά αναφέρω Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού, του γιγαντόβιου Μίκη Θεοδωράκη -κ’ οι στίχοι είναι δικοί του εδώ-, που οραματίζεται να φιλιώσει τα πολεμοχαρή αδέλφια εμπρός στο μητρικό, νεκρικό κρεβάτι.

Τι κρίμα, όμως, που αυτή η τόσο ελπιδοφόρα περίοδος ανακόπηκε από τη μεθοδευμένη και ξενοκίνητη δικτατορία η οποία άπλωσε παντού τα κατάμαυρα δίχτυα της και φυλάκισε σώματα, ψυχές, ταλέντα και συνειδήσεις. Η δικτατορία που επιβλήθηκε στην πατρίδα μας την 21η Απριλίου 1967 δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει το λαϊκό τραγούδι, και μάλιστα στην πιο καλή του ώρα. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο η απαγόρευση των έργων του κομμουνιστή και «επικίνδυνου για το έθνος» Μίκη Θεοδωράκη, αλλά κυρίως η καθιέρωση μιας αυστηρής λογοκρισίας-λαιμητόμου για τα κοινωνικά και πολιτικά τραγούδια που τότε κυριαρχούσανε. Και βέβαια ο φόβος, η ανασφάλεια και ο δισταγμός που τρύπωσαν στις καρδιές των ανθρώπων θυμίζοντας σκιές του δημοτικού τραγουδιού Με φόβο τρώμε το ψωμί/με φόβο τραγουδάμε. Σίγουρα η δικτατορία ανέκοψε την πρόοδο του ελληνικού τραγουδιού – πολλοί δημιουργοί ξενιτεύτηκαν- και άρχισε σιγά σιγά και υπόγεια η υπονόμευσή του αλλά και η γενικότερη απονεύρωση η οποία φάνηκε καθαρά στο τέλος της επόμενης δεκαετίας, όταν διακρίνονται τα πρώτα σημάδια της αποκαλούμενης παρακμής.

Μια παρακμή που βιώνουμε απολύτως σήμερα, για άλλους λόγους. Γιατί το γνωρίζουν όλοι τώρα πως σήμερα κυρίαρχοι του παιχνιδιού είναι οι πολυεθνικές, οι τεχνοκράτες πάσης φύσεως και όλα τα μεγάλα και μικρά καπιταλιστικά παράγωγα. Όλο αυτό το «εξαίρετο» σύστημα ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα υλικά οφέλη και φροντίζει το «ενοχλητικό» τραγούδι να μεταφερθεί στα μουσεία και πεδία του εφησυχασμού, της νάρκης, της ραστώνης και, κυρίως, της αφόρητης ομοιομορφίας. Άλλωστε, τώρα το τραγούδι οι νεοέλληνες το ’χουν αντικαταστήσει με τον ψυχαναλυτή και τα ψυχοφάρμακα. Είναι κι αυτό «μια κάποια λύσις». Η δύναμη όμως, η αξία, η εμβέλεια και η ρωμαλεότητα του τραγουδιού εκείνων των χρόνων φαίνεται από το ότι δεν μπορεί να σταθεί κανένα πρόγραμμα και να λειτουργήσει κανένα σχήμα εάν δεν ακουστούν δεκάδες τραγούδια, μεγάλα και καταξιωμένα ασφαλώς, απ’ τους αλησμόνητους «καιρούς της ανάγκης».

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Οι άνθρωποι, κατά τις δεκαετίες που αναφέρομαι, το τραγούδι το είχαν διαρκώς υπό μάλης. Ή το κρατούσαν σαν βρέφος στα χέρια τους όταν το πρωτοαντίκρυζαν, όταν το πρωτοσυναντούσαν, όταν ήταν νεογέννητο. Το λαϊκό τραγούδι -το ’νιωθαν βαθιά αυτό- ήταν μέλος της φαμίλιας τους. Το λάτρευαν. Κι αυτό μεγάλωνε σαν αρχοντοπαίδι μέσα σ’ ένα απολύτως τρυφερό και εύκρατο κλίμα. Οι άνθρωποι των καιρών εκείνων τραγουδούσαν. Πολύ. Και τραγουδούσαν παντού. Τις νύχτες στους δρόμους, στις γειτονιές και στις ταβέρνες, τις μέρες στις πορείες, στις διαδηλώσεις, στα γήπεδα, ακόμη και την ώρα της δουλειάς. Στο γιαπί, στο χωράφι, στα αργαλειά, στη φάμπρικα, στα καρνάγια, στα μικρομάγαζα. Κοντολογίς, τραγουδούσαν εκεί που η ζωή κυριαρχούσε, σπάραζε, φτερούγιζε και δοξαζόταν.

Το πρόσωπο του τραγουδιού ήταν πολύμορφο. Και πολυεπίπεδο. Και εκτυφλωτικό. Κι όπως το αντίκρυζες, κι όπως το άγγιζες, κι όπως το φιλούσες, χιλιάδες συναισθήματα ένιωθες να σε κατακυριεύουν. Τα ίδια συναισθήματα ακριβώς είχαν τότε και οι δημιουργοί των τραγουδιών. Γι’ αυτό πιστεύω πως όταν γίνει πλήρης, νηφάλια, εκτεταμένη και αντικειμενική αποτίμηση αυτής της περιόδου θα θεωρηθεί σαν η κλασική, η χρυσή περίοδος του τραγουδιού μας, και η εικοσαετία 1950-1970 θα ανακηρυχθεί η πλέον εύφορη περίοδός του. Και θα πάνε περίπατο -σε πείσμα των κατεδαφιστών- οι όποιες ενστάσεις για τον χαρακτήρα και για τις ανθρώπινες αδυναμίες των δημιουργών, γιατί απλούστατα ποτέ η ανθρωπότητα δεν έζησε σε «όμορφο κόσμο, ηθικό, αγγελικά πλασμένο». Λέω πιο πάνω πως το πρόσωπο του τραγουδιού τις εποχές που προσεγγίζω ήταν πολύμορφο. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό αν αναλογιστούμε πως η δεκαετία του ’50 ήταν μια καθαρά μεταβατική περίοδος για το τραγούδι μας και η αντίστοιχη του ’60 επίσης, για διαφορετικούς λόγους ασφαλώς. Στην πρώτη -δεκαετία του ’50- και περίπου στο μέσον της τελειώνει τη διαδρομή του το ρεμπέτικο και αρχίζει τη δική του, πολυδύναμο, και ατόφιο, και καθαρό, το λαϊκό τραγούδι, με εκπληκτικά αποτελέσματα. Κάποια τραγούδια-κολοσσοί αυτής της περιόδου με σύγχρονες ενορχηστρώσεις μπορούν να σταθούν και σήμερα σε μεγάλες συναυλιακές αίθουσες και να μαγέψουν ακόμα και τους πλέον απαιτητικούς ακροατές.

Όσο για τη δεκαετία του ’60, είναι πάρα πολύ σημαντική και, βέβαια, πολυσυζητημένη και εν πολλοίς ανεξιχνίαστη. Όπως συμβαίνει πάντα με τις εποχές-σταθμούς, εποχές-ορόσημα, έχει πάρα πολλούς και φανατικούς υποστηρικτές που τη θεωρούν την καλύτερη -μακράν- του περασμένου αιώνα αλλά και άλλους, περισσότερο φειδωλούς, και συγκρατημένους, και μετριοπαθείς, και επιφυλακτικούς, που διακρίνουν τρωτά και διατυπώνουν για κάποιες παραμέτρους της ενστάσεις.

Σίγουρα, όμως, είναι μια δεκαετία υπερπολύτιμη πολιτισμικά σε παγκόσμιο επίπεδο που ήταν φυσιολογικό να αλλάξει το πρόσωπο του τραγουδιού παντού, αλλά και στην πατρίδα μας. Κινήματα νεολαιών σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο, πολλές φορές ακροβατώντας και στους χώρους του ανέφικτου και του ουτοπικού, έφεραν αίσθηση σε όλες τις τέχνες και γέμισαν με αισιοδοξία και ελπίδες την οικουμένη.Στα καθ’ ημάς πολλά είναι τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα που επηρέασαν το πρόσωπο του τραγουδιού. Το μεγαλύτερο, ίσως, η μετανάστευση. Είχε αρχίσει από τη δεκαετία του ’50 αλλά σ’ αυτήν του ’60 έφτασε στην κορύφωσή της. Δεκάδες δημιουργοί και ερμηνευτές ηχογραφούν πάρα πολλά τραγούδια που αναφέρονται στην αναχώρηση των νέων κυρίως για την κεντρική Ευρώπη -την μερίδα του λέοντος έχει η Γερμανία- αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία. Κυρίαρχοι στον τομέα αυτόν από πλευράς ερμηνείας ο απλησίαστος Στέλιος Καζαντζίδης και σε εκείνον του στίχου ο Κώστας Βίρβος, ένας τραγουδοποιός ολικής, ο μεγαλύτερος αναντίρρητα στην προ Λευτέρη Παπαδόπουλου εποχή. Όπως και να το δει κανείς, το λαϊκό τραγούδι την περίοδο αυτή έχει ταυτότητα, έχει γερά θεμέλια, έχει ρίζες, έχει φτερά και συγκινεί βαθύτατα τα λαϊκά στρώματα.

Ο ΗΧΟΣ

Η αστυφιλία, που είχε αρχίσει μετά τη λήξη του Εμφυλίου -για πολλούς λόγους-, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και βρέθηκε στα φόρτε της στην αντίστοιχη του ’60, επηρεάζοντας βαθιά το τραγούδι.

Οι εκατοντάδες χιλιάδες επαρχιώτες που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα -κυρίως-, αλλά και στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, άλλαξαν τους χάρτες του τραγουδιού φέρνοντας μαζί τους εκτός από τις συνήθειες, τις παραδόσεις και τα μυστικά της τέχνης τους αντίκρυ στο δώρο που αποκαλείται ζωή και τους φίλιους και αγαπημένους τους ήχους.

Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα βιολιά και τα κλαρίνα -πρωτίστως- έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις ορχήστρες αλλά ακόμη στις ηχογραφήσεις όπου τραγουδούν οι μεγαλύτεροι αστέρες, π.χ. Καζαντζίδης, Λύδια, Γκρέυ, Γαβαλάς, Αγγελόπουλος… Εκεί ακούμε δεξιοτέχνες αυτών των οργάνων να δίνουν το δικό τους ρεσιτάλ. Χαρακτηριστικά αναφέρω τον Γιάννη Βασιλόπουλο στο κλαρίνο και τον Γιώργο Κόρο στο βιολί. Και οι δημιουργοί πάντως, επηρεασμένοι από το δημοτικό τραγούδι, το αφήνουν πολλές φορές έντεχνα να διαπερνά τη μελωδία και τον στίχο. Την ίδια εποχή ανταμώνουν στον ουρανό του λαϊκού τραγουδιού και το επηρεάζουν ήχοι από Ανατολή και Δύση, δηλαδή ευρωπαϊκά και νοτιοαμερικάνικα μοτίβα, αλλά και αμιγώς ανατολίτικα, κυρίως τούρκικα και ινδικά (ταινίες Ναργκίς), που όλο και βρίσκουν έδαφος σε χιλιάδες λαϊκούς ανθρώπους. Είναι φυσιολογικό, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την πανσπερμία, την ακατάσχετη υπερπαραγωγή και την πολυεπίπεδη παρουσία και διασταύρωση να συναντούμε από κακά τραγούδια μέχρι αριστουργήματα. Η αιώνια μοίρα της τέχνης.

Ο ήχος επηρεάστηκε ακόμη και από τη μετατροπή του μπουζουκιού, του δημοφιλέστερου λαϊκού οργάνου, σε τετράχορδο. Τον δρόμο άνοιξε από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο Μανώλης Χιώτης -ίσως ο επιφανέστερος σολίστας όλων των εποχών-, για να ακολουθήσουν το παράδειγμά του αργότερα όλοι οι μεγάλοι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού. Η μετατροπή αυτή άλλαξε εντελώς τον ήχο των μελωδιών, τόσο που κάποιες στιγμές -π.χ. Τοπέλαγο είναι βαθύ- να ’χεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε δάσος αηδονιών. Την ίδια εποχή ο ήχος επηρεάζεται και απ’ την εμφάνιση των πρώτων μικρών δίσκων 45 στροφών. Τα θρυλικά και αλησμόνητα για τους βιώσαντες 45αράκια άλλαξαν και την ιστορία του τραγουδιού. Μέχρι τότε κυκλοφορούσαν οι παλιοί δίσκοι γραμμοφώνου 78 στροφών.

Κι όπως συμβαίνει πάντα στις περιόδους των αλλαγών, για κάποιο διάστημα κυκλοφορούσαν ταυτόχρονα τα τραγούδια, τα σουξέ της εποχής, και σε 45άρια και σε πλάκες 78 στροφών. Ένα άλλο γεγονός που επηρέασε τον ήχο και τον κατέστησε οικείο και αγαπημένο στην καρδιά του λαού ήταν η εμφάνιση των ηλεκτροφώνων. Δεν μπορεί κανένας να αισθανθεί και να φανταστεί -αν δεν τις βίωσε- τι ευφορία και ανάταση ένιωθαν οι ακροατές, της υπαίθρου ιδιαίτερα, όταν μέσα στην ήσυχη και αθόρυβη καλοκαιρινή νύχτα -τότε δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, παρά ελάχιστα- ακούγονταν τα μεγάλα λαϊκά τραγούδια της εποχής από αγαπημένες φωνές που ανέβαζαν το μεράκι τους στα άστρα.

Τη δεκαετία του ’60 η απόλυτη κυριαρχία των παγκόσμιων μουσικών Θεοδωράκη και Χατζιδάκι -ο Μάνος πήρε και Όσκαρ για τη μουσική της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή»- αλλά και των επιγόνων, όπως αποκαλούνται οι μαθητές και οι συνεχιστές του έργου τους, επηρέασε και τον ήχο αφού οι ορχήστρες στα κέντρα, στις συναυλίες αλλά και στα στούντιο εμπλουτίστηκαν με σχεδόν όλα τα είδη των μουσικών οργάνων, πνευστών, εγχόρδων αλλά και πληκτροφόρων. Δεν αντέχω στον πειρασμό, μια και μίλησα για δισκάκια 45 στροφών, να μην αναφέρω και τους θαυμάσιους δίσκους 33 στροφών (lp) με τα ονειρεμένα, τις πιο πολλές φορές, εξώφυλλά τους· γνήσια έργα τέχνης. Συνήθως οι δίσκοι αυτοί, οι αποκαλούμενοι μακριάς διαρκείας, έκλειναν στο «σώμα τους» δώδεκα τραγούδια.

ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ

Ποτέ στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού -κι όχι μόνον του λαϊκού, αφού μας αρέσουν οι ετικέτες- δεν υπήρξαν στη σκηνή, στην πρώτη γραμμή, στη βιτρίνα, τόσο πολλοί μα και τόσο προικισμένοι δημιουργοί. Και μόνο η παράθεση των ονομάτων τους και η εργοβιογραφία τους χρειάζονται ειδικό τόμο, χρειάζονται τη δική τους «Βίβλο». Επαναλαμβάνω, όμως, πως ουδέποτε είχαν συναντηθεί τόσοι μεγάλοι δημιουργοί να εργάζονται ταυτόχρονα και να προσφέρουν μνημειώδη και απαράμιλλα έργα.

Και στη δεκαετία του ’50 αλλά κυρίως σ’ αυτήν του ’60 όπου οι αποκαλούμενοι έντεχνοι οδήγησαν το ελληνικό τραγούδι στους «επτά ουρανούς» έχουμε να απαριθμήσουμε πλήθος μεγαλόπνοων τραγουδιών τόσο στον τομέα της μελωδίας όσο και του λόγου. Αυτό οφείλεται αναμφίβολα -πέρα απ’ τους άξονες του τραγουδιού που έσφυζαν από υγεία- στη θαυμαστή χρονικά συγκυρία της συνάντησης, της συνεύρεσης και της συνεργασίας μεγάλων αναστημάτων από διαφορετικές σχολές. Έτσι, παρατηρούμε τη δεκαετία του ’50 οι δημιουργοί του ρεμπέτικου να είναι παρόντες και ενεργοί, και πολλές φορές να υπηρετούν και τα δύο είδη -ρεμπέτικο και λαϊκό- ή να συνυπάρχουν με τους καθαρά λαϊκούς συνθέτες. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη διάρκεια του ’60, με διαφορετικούς όμως πρωταγωνιστές. Οι μεγάλοι λαϊκοί δημιουργοί συνυπάρχουν με τους έντεχνους και έχουμε ολόκληρο «τάγμα» πρωτομαστόρων που «ζωγραφίζουν αγίους». Παρατηρούμε, λοιπόν, σ’ αυτές τις δύο μαγικές, ουσιαστικές και γόνιμες δεκαετίες να γράφουν και να συνυπάρχουν ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης και ο Καλδάρας, ο Ζαμπέτας και ο Άκης Πάνου, ο Δερβενιώτης και ο Μπακάλης, ο Χιώτης και ο Χρυσίνης, ο Κλουβάτος και ο Ποτοσίδης, ο Βαρτάνης και ο Καραπατάκης, ο Νταράλας και ο Μεϊμάρης, ο Καρανικόλας και ο Κυριαζής, ακόμη και ο μυθικός Μάρκος Βαμβακάρης. Κι άλλοι πολλοί, βεβαίως.

Κι απ’ την άλλη μεριά ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος και ο Μαρκόπουλος, ο Κουγιουμτζής και ο Σπανός, ο Πλέσσας και ο Μαμαγκάκης, ο Μούτσης και ο Λοΐζος, ο Λεοντής και ο Μαυρουδής, ο Σαββόπουλος και ο Χατζής, ο Κόκοτος και ο Γλέζος, κ.ά. Αλλά και από τους αποκαλούμενους ελαφρούς συνθέτες όπως ο Σουγιούλ -μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1958-, ο Μουζάκης, ο Μωράκης, ο Κλάβας, ο Γιαννίδης, ο Μαρκέας κ.λ.π. γράφηκαν ωραία τραγούδια που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό. Θέλω, όμως, με την ευκαιρία της παρουσίας τόσων δημιουργών από διαφορετικούς χώρους να τοποθετηθώ, όπως κάθε ελεύθερος άνθρωπος φαντάζομαι, απέναντι στις ετικέτες που με ευκολία τοποθετούμε, αυθαίρετα πολλές φορές, στο σώμα των τραγουδιών, και στις διαχωριστικές γραμμές των εποχών. Είναι άστοχο και άδικο, θαρρώ, να αποκαλούμε λαϊκό τραγούδι τη Συννεφιασμένη Κυριακή επειδή γράφηκε από τον λαϊκό Τσιτσάνη, και όχι το Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι, επειδή το υπογράφει ο έντεχνος Μάνος Χατζιδάκις. Από τη στιγμή που ένα τραγούδι ακούγεται από εκατοντάδες χιλιάδες στόματα κάθε ηλικίας και προκαλεί συγκινήσεις και αναταράξεις στις ψυχές τους, οι ταμπέλες είναι περιττές. Δηλαδή ο Τραμπαρίφας του Σουγιούλ και των Γιαννακόπουλου-Σακελλάριου δεν είναι ατόφιο λαϊκό τραγούδι; Θα του φοράμε αιώνια το «κουστούμι» του αρχοντορεμπέτικου; Δεν είναι λίγο ρατσιστικό αυτό; Το τραγούδι ασφαλώς και εξελίσσεται και οι συνθήκες που επικρατούν στο στιγματίζουν, το καθιερώνουν ή το απορρίπτουν. Αλλά, πάντα κατά την άποψή μου, πρέπει να το βλέπουμε σαν σπουδαίο, αληθινό, σημαντικό, πρωτογενές, με άλλα λόγια σαν καλό ή μεγάλο τραγούδι ή σαν αντίγραφο, κάλπικο, άνευρο, ρηχό ή λιγότερο σημαντικό, κατά συνέπεια σαν μέτριο ή κακό τραγούδι.

Ανέφερα παραπάνω δεκάδες ονόματα δημιουργών-συνθετών. Όπως είναι φυσικό, δεν υπάρχει δυνατότητα σε ένα σημείωμα να γίνει έστω και φευγαλέα η αξιολόγηση -πάντα υποκειμενική- τόσων σημαντικών καλλιτεχνών. Άλλωστε, ο κύριος σκοπός μου είναι να περάσω -όσο γίνεται- το χρώμα, το ύφος και το άρωμα της εποχής. Επίσης, ένα ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει τους ειδικούς-ιστορικούς του τραγουδιού, μια και μιλούμε για δημιουργούς, είναι η αποκατάσταση κάποιων αδικημένων. Αναφέρω, στην τύχη, ένα μεγάλο λαϊκό τραγούδι που σε ’μάς πέρασε και μας «ανέτρεψε» με τη θεία φωνή του Καζαντζίδη σαν ερμηνευτή αλλά και δημιουργού. Μιλώ για το Δυο πόρτες έχει η ζωή. Κι όμως, πίσω απ’ τη μελωδία βρίσκεται ο Βασίλης Καραπατάκης κι απ’ τον στίχο η μεγάλη «γριά», Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που πουλούσε τα τραγούδια της αντί πινακίου φακής.

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ανήκω σ’ αυτούς που υποστηρίζουν με «ιερό φανατισμό» τον λόγο. Πρέπει να βρίσκεται κανείς σε «άλλα μέρη» όταν αγνοεί πως ο στίχος είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του τραγουδιού. Και το λαϊκό μας τραγούδι ευτύχησε πολύ σ’ αυτόν τον τομέα. Ατέλειωτος ο «στρατός» των σημαντικών, σπουδαίων, μεγάλων και αρίστων ποιητών που το αγάπησαν, που το μεγάλωσαν, που του αφιέρωσαν όλη τους την ψυχή προσφέροντας σε ’μάς διαμάντια. Για να νιώσουμε πόσο καίριος, εμβόλιμος, υπέρμαχος και θαυματουργός, είναι ο λόγος, αρκεί να θυμηθούμε τα περισσότερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι πριν αρχίσει τη συνεργασία του με τον Νίκο Γκάτσο. Αυτό και μόνο φθάνει.

Τη δεκαετία του ’50 κυριάρχησαν οι φυσιογνωμίες του Κώστα Βίρβου, του Χρήστου Κολοκοτρώνη, του Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα), και βέβαια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που μπήκε αργά στο τραγούδι. Επίσης, ένας πολύ σημαντικός ποιητής του λαϊκού τραγουδιού είναι την εποχή εκείνη και ο Δημήτρης Γκούτης, ένας κατά τη γνώμη μου παραγνωρισμένος δημιουργός. Ακόμη, πιστεύω πως πρέπει να αναφέρω και τα ονόματα των Κώστα Κοφινιώτη και Κώστα Μάνεση, που αν και ανήκουν στο λεγόμενο ελαφρό ρεπερτόριο έγραψαν και λαϊκές επιτυχίες. Ήδη όμως, από το τέλος της δεκαετίας του ’50, εισέρχονται στον χώρο του τραγουδιού οι ποιητές -«υπεύθυνος» κυρίως ο Θεοδωράκης- κι ο στίχος απογειώνεται για να εκτοξευθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όταν ο συνωστισμός των μεγάλων τραγουδοποιών -απ’ την πλευρά του στίχου- είναι πρωτοφανής.

Έτσι βλέπουμε να μελοποιούνται έργα του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιάννη Ρίτσου, του Γιώργου Σεφέρη, του Κώστα Βάρναλη, ή να γράφουν τραγούδια-αστερισμούς ο Νίκος Γκάτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Άκος Δασκαλόπουλος, ο Βαγγέλης Γκούφας. Μια άλλη ομάδα πολύ σημαντική που γράφει ωραιότατα τραγούδια είναι αυτή που απαρτίζουν η Σώτια Τσώτου, ο Κώστας Κινδύνης, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, ο Γιάννης Κακουλίδης, ο Γιώργος Παπαστεφάνου, ο Πυθαγόρας Παπασταματίου κ.ά. Νομίζω πως έχω χρέος να αναφέρω και το όνομα του κορυφαίου θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη γιατί έγραψε σημαντικότατους κύκλους τραγουδιών και με τους τρεις μεγάλους τότε συνθέτες μας: τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Σταύρο Ξαρχάκο. Τη δεκαετία του ’60 ο επίσης άξιος και ευαίσθητος συνθέτης Γιάννης Σπανός μελοποίησε μια πλειάδα νεοελλήνων ποιητών αφήνοντάς μας τρεις αλησμόνητες Ανθολογίες. Ο κατάλογος είναι μακρύς και θεωρώ πως χρειάζεται ειδικό αφιέρωμα. Από ’κεί και πέρα ισχύει και εδώ ό,τι αναφέρω για τους δημιουργούς των μελωδιών. Είναι δυνατόν να κλείσεις σ’ ένα σημείωμα τον Ελύτη και το Άξιον Εστί του, τον Ρίτσο και τη Ρωμιοσύνη του, τον Παπαδόπουλο και τον Δρόμο του, τον Γκάτσο και τη Μυθολογία του; Ας είναι. Αυτό που έχει πολύ μεγάλη σημασία μπορεί να ειπωθεί και έτσι: ο υψιπετής λόγος της δεκαετίας του ’60 έκανε τα τραγούδια να μοιάζουν χειροποίητα. Τα ’στελναν οι ερωτευμένοι στα χέρια των λατρεμένων τους, με «νεαρούς αγγέλους», και τ’ αποκαλούσαν ραβασάκια. Τα τραγούδια σεργιανούσαν κάτω απ’ τα παράθυρα ή σταματούσαν να πιουν ένα ποτήρι, στη γωνιά του ταβερνείου, πιάνοντας κουβέντα με τον «αναστεναγμό». Κάποιες φορές «σαλτάριζαν» συνθηματικά στον αγέρα της γειτονιάς κι ανταποκρίνονται όσοι τα ελάμβαναν.

Ήταν ας πούμε τα σημερινά μηνύματα που στέλνουν οι ερωτευμένοι με τα κινητά τους τηλέφωνα.

Τα λαϊκά τραγούδια στην προ τεχνολογίας εποχή, όταν ο λόγος κυριαρχούσε και άστραφτε, ήταν η συνέχεια της ψυχής των ανθρώπων.

ΟΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΣ

Τη δεκαετία του ’50 ο Παγιουμτζής και ο Τσιτσάνης, ο Ευγενικός και ο Τζουανάκος, ο Μπίνης κι ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Γιουλάκης κι ο Ευσταθίου, η Μπέλλου και η Νίνου, η Χρυσάφη και η Γεωργακοπούλου, κ.ά., συναντούν τον Καζαντζίδη και τον Μπιθικώτση, τον Γαβαλά και τον Αγγελόπουλο, τον Διονυσίου και τον Βαγγέλη Περπινιάδη, τον Μενιδιάτη και τον Αναγνωστάκη, τον Ζαγοραίο και τον Καναρίδη, τον Τσετίνη και τον Παπαδάκη, την Γκρέυ και τη Λύδια, την Πάνου και τη Λίντα, τη Δούκισσα, κ.ά. Τη δεκαετία του ’60, πλέον, ο συνωστισμός είναι αφόρητος, προς δόξαν και τιμήν όμως του τραγουδιού μας. Η δεύτερη ομάδα από τους προαναφερθέντες και τις προαναφερθείσες, όλοι «πρώτης εθνικής» κατηγορίας, και κάποιοι «μικτής κόσμου», συναντούν τα νέα φιντάνια που έχουν βγει στο μεϊντάνι και είναι ο Πουλόπουλος και ο Μητροπάνος, ο Καλατζής και ο Νταλάρας, ο Πάριος και ο Κόκοτας, ο Βιολάρης και ο Τζανέτης, η Μοσχολιού και η Μαρινέλλα (μόνη της πια, χωρίς να κάνει σεκόντο στον Στέλιο), η Γαλάνη και η Διαμάντη, η Βάνου και η Κουμιώτη, κ.ά. Επίσης, θεωρώ πως πρέπει να αναφερθούν και τα ονόματα των δεύτερων φωνών, γυναικών κυρίως, όπως Γκίκα, Κούρτη, Νόρμα, Καλάκη, κ.ά.

Ποτέ, ισχυρίζονται οι ειδικοί, δεν είχε η πατρίδα μας συγκεντρωμένες τόσο σπουδαίες, ξεχωριστές και μεγάλες φωνές. Έτσι είναι. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι, και σήμερα δεν απουσιάζουν οι ωραίες φωνές, οι προικισμένοι τραγουδιστές. Το καλό τραγούδι, δυστυχώς, λείπει. Γι’ αυτό, όμως, δεν ευθύνονται εκείνοι.

Φτάνοντας στο τέλος, θαρρώ πως αντικρίζω από μακριά δυο αγαπημένους τροβαδούρους που λησμόνησα -σίγουρα λησμόνησα κι άλλους- να μου γνέφουν: τον Νίκο Γούναρη και τον Τώνη Μαρούδα. Και ρωτώ εσάς: αυτοί δεν υπήρξαν μεγάλοι λαϊκοί τραγουδιστές;

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Αισθάνομαι, και το λέω μετά λόγου γνώσεως, πως τράβηξα μόνο μια γραμμή για ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο – «Βίβλο», όπως το αποκάλεσα. Κι αυτό με γεμίζει θλίψη. Μα πιο πολύ λυπάμαι για τους δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού που έζησαν και έφυγαν αδικαίωτοι. Και δεν τους μνημονεύει πια κανείς. Κανένα καντήλι δεν καίει έναν «καημό» τους. Πιστεύω -το πιστεύω βαθύτατα- πως όλοι μας είμαστε χρεώστες σ’ αυτούς τους πανάξιους δουλευτές της μουσικής και του στίχου. Όπως και στουςδιάφορους βιρτουόζους των λαϊκών οργάνων, που μου ήταν αδύνατον να τους αναφέρω και γυρεύω χίλιες φορές συγχώρεση. Θέλω εδώ πριν κλείσω να παραθέσω λίγες αράδες απ’ τον επίλογο των «Γειτονιών του Στέλιου», που γράφηκαν πριν από περίπου 25 χρόνια. «Αγαπώ πολύ, αγαπώ βαθιά, όλους όσους πρόσφεραν, με κάθε τρόπο -ακόμα και το ελάχιστο- στην υπόθεση που λέμε λαϊκό τραγούδι. Νιώθω -φορές- το κορμί μου να τραντάζεται, τη διάθεση μου να γλυκαίνει, να, πώς να το πω, ακόμα και στη σκέψη τους μερεύω, βγάζουνε φωτιές τα μηνίγγια μου και ένας αλλιώτικος αέρας με τυλίγει». Ναι, έτσι ακριβώς. Και σήμερα, το λέω για άλλη μια φορά, αισθάνομαι περισσότερο από ποτέ πόσο πολλά χρωστάμε σε όλους όσοι προσήλθαν ευλαβικά και κατέθεσαν τον «οβολό» τους, κατέθεσαν ένα κομμάτι απ’ την ψυχή τους, στην Αγία Τράπεζα του λαϊκού τραγουδιού. Όλους αυτούς που πρέπει όχι μόνο να θυμόμαστε μα και να τιμούμε και να ευγνωμονούμε, στον νυν και στο αεί.

*Οι φωτογραφίες και το αρχειακό υλικό προέρχονται από το αρχείο του Όθων Τσουνάκου.
http://www.ogdoo.gr

Βρισκόμαστε στο 1890 και πάμε μια βόλτα στο Μοναστηράκι

«Είναι το πιο περίεργο και το πιο μικρό μαγειρειό της Αθήνας και βρίσκεται σε μία από τις τρύπες που έχει στο ισόγειό της το αιωνόβιο τζαμί στο Μοναστηράκι. Οδός Άρεως, αριθμός 1. Αριστερά του είναι ένα τσαρουχάδικο και δεξιά του ένα μπακάλικο, το μικρότερο της Αθήνας.

Για να διαβάσετε την επιγραφή του, πρέπει να τύχετε ή πολύ πρωί ή μετά το μεσημέρι. Όλες τις άλλες ώρες τη σκεπάζει, όπως και την είσοδο του καταστήματος, ένα πυκνό σύννεφο από τους καπνούς του τηγανιού, άλλοτε με μαρίδες, άλλοτε με μπακαλιαράκια, άλλοτε με τζιεράκια και καμιά φορά –ως είδος πολυτελείας– με τους κεφτέδες. Το τσιτσίρισμα του τηγανιού συνοδεύεται συχνά και από το σιγανό τραγούδι του Χαράλαμπου, πάντα με ένα πιρούνι στο χέρι.

Η κουζίνα του καταστήματος αποτελείται από μια φουφού που δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ με το τηγάνι. Διακοπές του τηγανιού γίνονται μονάχα λίγες ώρες το πρωί και νωρίς το απόγευμα, όταν βράζει στο τσουκάλι η ημερήσια φασολάδα με μπόλικες πιπεριές και κρεμμύδι.

Το εσωτερικό του καταστήματος έχει εμβαδόν, πάνω κάτω, ενός τετραγωνικού μέτρου και ύψος δύο, και είναι πιασμένο από ράφια γεμάτα χαρτοσακούλες με όσπρια, με αλεύρι για το τηγάνισμα και διάφορα μπαχαρικά. Στα μπροστινά ράφια βρίσκονται μπουκάλες με κρασί, γιατί ο μικρός χώρος δεν επιτρέπει την τοποθέτηση βαρελιού.

Η «τραπεζαρία» είναι απέξω, κάτω από την επιγραφή στο χαγιάτι. Την προστατεύουν από τους τέσσερις ανέμους μερικά σανιδένια φράγματα, θωρακισμένα με γκαζοντενεκέδες.

Οι πελάτες στέκονται όρθιοι και τρώνε μπρος στο τηγάνι ή το τσουκάλι που αχνίζει στη φουφού. Αν θέλουν να φάνε πιο «άνετα», κάθονται στην άκρη σε ένα ξύλινο πεζούλι, που είναι δεξιά κι αριστερά από την πόρτα του μαγαζιού. Παίρνουν στα χέρια το πιάτο με τη φασολάδα ή τον πατσά και… φασκελώνουν τις πολυτέλειες του «Αβέρωφ» και του «Διεθνούς». Σε περίπτωση συνωστισμού, κάθε πελάτης περιφρουρεί αυστηρά το πιάτο του, γιατί πολλοί επιτήδειοι παίρνουν κουταλιές και από τα πλαϊνά πιάτα!»

Κέντρο της συνοικίας του Μοναστηρακίου, μια από τις παλιές συνοικίες της Αθήνας, ήταν και η Πλατεία Αβησσυνίας. Εδώ λειτουργεί, από το 1910 μέχρι σήμερα, οργανωμένη αγορά μεταχειρισμένων ρούχων, παπουτσιών, επίπλων, βιβλίων και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Φυσικά στη σύγχρονη έκδοση, στα «παλιατζίδικα» έχουν προστεθεί κοσμήματα, ρούχα σινιέ και πολλά άλλα παράταιρα, πράγμα βεβαίως που δεν χαλά καθόλου τους επισκέπτες που βρίσκονται μπροστά σ’ ένα πρωτότυπο και αλλόκοτο πανηγύρι.

Επειδή όμως μιλάμε για την Παλιά Αθήνα θα πρέπει να φανταστείτε το όλο σκηνικό κάπως αλλιώς. Το Μοναστηράκι ήταν τότε η Πύλη Εισόδου στην Αθήνα των κάθε λογής επαρχιωτών που ερχόντουσαν από διάφορα μέρη της Ελλάδος στην Πρωτεύουσά της, είτε για μόνιμη εγκατάσταση, είτε για τις δουλειές τους. Έτσι λοιπόν η περιοχή ήταν γεμάτη χάνια, αργότερα μικρά ξενοδοχεία. Από εδώ ξεκινούσαν τα κάρα και οι άμαξες προς όλες τις κατευθύνσεις. Εδώ και στο διπλανό Ψυρρή ήταν μαζεμένες οι περισσότερες βιοτεχνίες της Αθήνας. Ορείχαλκος, δέρμα, σίδερο, ξύλο, ψαθί ήταν τα υλικά με τα οποία δούλευαν οι μάστορες της πόλης, οργανωμένοι αυστηρά σε συντεχνίες (ρουφέτια).

Κάθε πρωτοεμφανιζόμενος επισκέπτης της πόλης χανόταν στα δρομάκια της συνοικίας, φροντίζοντας πρώτα-πρώτα για την αγορά ρούχων και παπουτσιών ώστε να φαίνεται λιγότερο επαρχιώτης! Μετά φυσικά όλη η άλλη αγορά ήταν κυριολεκτικά στα πόδια του. Ας πάμε λοιπόν και εμείς μια βόλτα στο Παζάρι, στο Μοναστηράκι -βρισκόμαστε κάπου στο 1926-, πιο γνωστό πλέον σαν «Γιουσουρούμ», από το όνομα του πρώτου εμπόρου μεταχειρισμένων, Εβραίου από τη Σμύρνη, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή κατά το 1863: Του Ελία ή Νώε Γιουσουρούμ ή Γιεσουρούμ.

Έτοιμοι; Πάμε!

«Κυριακή πρωί στην Πλατεία Αβησσυνίας

– Ορίστε, κύριοι… Διαλέγετε και παίρνετε!

Συνωστισμός που θα τον ζήλευε η Ερμού.

Ένας, κάποτε κομψευόμενος, γεροντάκος παζαρεύει ματογυάλια…

– Θέλετε για μύωψ; ρωτά ο πωλητής.
– Όχι, πρεσβυωπία έχω.
– Δεν έχουμε δυστυχώς. Αυτά είναι για τους μύωψ και γι’ αυτούς που δε βλέπουνε κοντά!!!
– Ε, απ’ αυτά θέλω! εξηγεί ο γεροντάκος. Δοκιμάζει διαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο και ικανοποιείται! Ούτε νούμερο ούτε τίποτα! Πληρώνει και φεύγει ενθουσιασμένος…

Στο διπλανό μαγαζί με επιγραφή “Εν τούτω νίκα”, ο καταστηματάρχης έχει βάλει το γραμμόφωνο:

“Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε”… Το γραμμόφωνο πωλείται.

– Είναι… ρομαντικό! φωνάζει ο πωλητής για να προσελκύσει την πελατεία.
– Είναι καλό; ρωτά ένας.
– Αφού παίζει και συναυλίες, απαντά σοβαρότατα ο καταστηματάρχης.

Κι επειδή ο πελάτης δεν ενθουσιάζεται, συμπληρώνει:

– Άκου δω… αν δεν το θέλεις, έχω μέσα και βιολί!

Ένας πόλισμαν παίρνει να δει μια σφυρίχτρα.

– Αυτή που βλέπεις, μπορεί να είναι και του Μπαϊρακτάρη, παρατηρεί ο καταστηματάρχης.
– Μα, δε σφυρίζει! παρατηρεί ο πόλισμαν…
– Τι λες, καλέ; Αυτή δε σφυρίζει; Φέρ’ τη δω!

Την παίρνει, τη βάζει στο στόμα και με ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία αφήνει ένα παρατεταμένο και ηχηρό σφύριγμα… με τα δάχτυλα! Ο πόλισμαν τον αγριοκοιτάζει και φεύγει…

– Πάρτην κι άμα θέλεις να σφυρίξεις εδώ είμαι εγώ! επιμένει ο έμπορος…

Πιο κάτω, ένας πλανόδιος “καθηγητής του Πανεπιστημίου” φωνάζει αξιοπρεπώς: “Εδώ τα ανθρωποσωτήρια έμπλαστρα!”.

– Τι κάνουν αυτά;
– Όλες τας παθήσεις των νοσημάτων, κύριε, τας νοσηλεύουν στιγμιαίως!
– Δηλαδή;
– Γρίπη, συνάχι, βήχα, καρκίνο, φυματίωση, βαρυστομαχιά! Βάζετε ένα έμπλαστρο και είσθε εν τάξει. Όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου τα χρησιμοποιούν…
– Τι λες; Και γιατί δε σε υποστηρίζουν;
– Ένεκα η αντιζηλία βλέπετε!

Παραδίπλα κρέμονται καμιά δεκαριά κιθάρες…

– Θέλεις μια κανταδορίστικη, αφεντικό; Είναι μερακλού!
– Μα, δεν ξέρω να παίζω…
– Άμα την πάρεις αυτή, θα μάθεις. Να, κοίτα… και της τραβάει μια στις χορδές που ηχούν ασυνάρτητα.
– Είδες! λέει σοβαρότατα…

Αλλά ο πελάτης φεύγει.

Παρακάτω ένας πελάτης περιεργάζεται ένα πιάτο του τοίχου.

– Να σου δώσω ένα τάληρο να το πάρω;

Ο καταστηματάρχης ενδίδει…

– Κομμάτια να γίνει!

Και… ω του θαύματος, το πιάτο γλιστρά από τα χέρια του πελάτη και γίνεται κομμάτια. Ο έμπορος θέλει να πληρωθεί, ο πελάτης αρνείται, ο μοιραίος πόλισμαν, χωρίς σφυρίχτρα, εμφανίζεται και ο πελάτης συμβιβάζεται να πληρώσει τα μισά…

– Ορίστε, κυρία… περάστε, κύριοι…
– Μα πού να περάσουμε; Μήπως έχεις μαγαζί;
– Τι να το κάνω; Εδώ δε σταυρώνουμε φράγκο στο δρόμο! Φαντάσου νάχαμε και μαγαζί!
– Πόσο έχει το καναρίνι;
– Ένα χιλιάρικο, εγώ το πουλάω διακόσες…
– Και γιατί το πουλάς διακόσιες;
– Γιατί τόχω κλεμμένο, κύριος!

Και ο κύριος που είναι λιγάκι αφελής, την παθαίνει και παίρνει τον φλώρο για καναρίνι οκαζιόν!

– Μα, κελαηδεί; διατυπώνει την τελευταία του αμφιβολία…
– Αν κελαηδεί! Μήπως παύει μέρα-νύχτα; Μην κοιτάς τώρα που σε είδε και φοβήθηκε…– Σαλόνια ωραία, μοντέρνα, Λουδοβίκου τετάρτου! Τι κοιτάτε, κυρία μου; Το κάντρο; Αυτό είναι του Μιχαήλ Άγγελου!

Η κυρία όμως φαίνεται να μην καταπλήσσεται…

– Ποίος είναι ο Μιχαήλ Άγγελος; ρωτάει…
– Ο Μιχαλάκης ο Άγγελος –αλλάζει αμέσως το τροπάρι ο έμπορος–, παιδί δικό μας, ελαιοχρωματιστής. Να, εδώ κάθεται. Θέλεις να τον φωνάξω;

Και η κυρία αγοράζει αντί 45 δραχμών τον πίνακα και παρακαλεί να περάσει από το σπίτι της ο Μιχαήλ Άγγελος για να βάψει κάτι!

– Ορίστε, κύριοι… δόξες, χαρές, δάκρυα, αισθήματα, αναμνήσεις… Όλα στη φτήνια!»

Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί η Πλατεία Αβησσυνίας ονομάστηκε έτσι; Σίγουρα παράξενη ονομασία για μια περιοχή με τέτοια ιστορία! Στην πλατεία αυτή λοιπόν μοιράστηκε το 1922 η ανθρωπιστική βοήθεια που έστειλε η Αιθιοπία για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες! Κατ’ άλλους λιγότερο ρομαντικούς, στην περιοχή αυτή καθόντουσαν από παλιά Αιθίοπες. Διαλέξτε όποια εκδοχή σας αρέσει.

Σας άρεσε η μικρή μας περιήγηση; Ιδού και το κερασάκι στην τούρτα μας: Μια που είσαστε στην Πλατεία Μοναστηρακίου γυρίστε την πλάτη σας προς το σταθμό. Βλέπετε σχεδόν γωνία Ερμού και Αθηνάς το νεοσύστατο ξενοδοχείο «Α for Athens»; Ανεβείτε στην καφετέριά του και μετά… γράψτε μας τις εντυπώσεις σας. Όλο το μεγαλείο της Παλιάς Αθήνας στα πόδια σας!!!

Αν διαθέτετε λίγο χρόνο ακόμη, αξίζει να περιηγηθείτε στο χώρο παρέα με τη συγγραφέα Λίζα Μιχελή (κείμενα-έρευνα), μέσα από το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με τίτλο «Απ’το σταροπάζαρο στο γιουσουρούμ».

http://pointfromview.blogspot.gr

Φωτογραφίες του 19ου αιώνα Της Παλιάς Αθήνας


Σπάνια φωτογραφία, με θέα την Ακρόπολη, λίγο πριν τα μέσα του 19ου αιώνα

 

Κοντινή φωτογραφία της Ακρόπολης, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου διακρίνονται οι οικισμοί που κατεδαφίσθηκαν το 1880
Πύλη του Ανδριανού (1861)
Ποταμός Κηφισός, Κολοκυνθού (1870)
Περιοχή Εξαρχείων (1870)
Πλατεία Ομονοίας (περί τα 1870)
Αεροφωτογραφία από αερόστατο (1890)
Οδός Συγγρού (1890)
Η Ιερά Οδός, όταν ήταν ακόμη καρόδρομος (1890)
Τα πρώην Ανάκτορα και σημερινή Βουλή (1894)
Ποταμός Ιλισσός (1895)
Το Ολυμπιακό Ποδηλατοδρόμιο στο Παλαιό Φάληρο (1896), στη θέση του οποίου χτίστηκε το 1964 το στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης»
Πλατεία Συντάγματος (περί τα τέλη του 19ου αιώνος)
«Αραμπατζής» (μεταφορέας) στο Μοναστηράκι (τέλη του 19ου αιώνα)
Όταν οι πρόποδες της Ακρόπολης ήταν ακόμη βοσκότοπος (1903) 
Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» (1903) 
Οδός Σταδίου (1904)
Οδός Ερμού (1904)
Οδός Πατησίων (1904)
Οδός Αθηνάς (1906)
Λεωφόρος Κηφισίας (1907) 
Πλατεία Μητροπόλεως, στον καφενέ του Λυκούργου (1907) 
Κολωνάκι, οδός Πλουτάρχου (1908)
Θησείο (1908)
Λυκαβηττός (1909)
Πλάκα (1920)
Κηφισιά (1920)

Πηγή: «Περίπατος στην παλιά Αθήνα (1850-1920)» (Γιώργος Σμυρνιούδης)
Χρησιμοποιούμε cookie για την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων, την παροχή λειτουργιών κοινωνικών μέσων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. More Info | Close