Αξέχαστα χρόνια της γενιάς του 1950, 1960 και 1970


Κατεβάστε την εφαρμογή μας για Android από το Google Play εδώ


Τα αξέχαστα αθώα χρόνια που πίναμε νερό από το λάστιχο και συναντούσαμε τους φίλους μας στην πλατεία

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 60, 70 και 80 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο.

Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαριές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφώνονταν στις ξυπόλητες πατούσες μας.

Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκίτη μαγουλάδες, ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.

Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ήρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός.

 

 

Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.

 
 

 Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα.

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας; Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.


Το TAXI

Οι «πειρατές» της ασφάλτου..!

 

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Cortina, FIAT 1100. Θυμάστε τα Anglia τα , τα Renault 10…….. ¨η το Simca , με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

Τη δεκαετία του ‘60 οι ταξιτζήδες «μαϊμού» έπαιζαν ξύλο με την αστυνομία με αφορμή τα περίφημα πειρατικά ταξί. Η ιστορία για το άνοιγμα του επαγγέλματος των Ταξί δεν είναι ούτε καινούρια, ούτε και θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη στις μέρες μας. Κάθε φορά που οι ταξιτζήδες έβγαιναν στους δρόμους να διαμαρτυρηθούν και να διεκδικήσουν κεκτημένα χρόνων, υποστέλλοντας τις σημαίες τους, έβρισκαν αφορμή και έκαναν την εμφάνισή τους τα περίφημα «πειρατικά» ταξί.

Οι «πειρατές» της ασφάλτου, όπως τους αποκαλούσαν ήταν ιδιοκτήτες Ι.Χ., οι οποίοι έβγαιναν στα λιμάνια και στους σταθμούς των τραίνων και «αλίευαν» πελάτες, πάντα έναντι του ανάλογου αντιτίμου. Το Φεβρουάριο του ‘65 μάλιστα, πάνω από 600 ταξιτζήδες «μαϊμού» με τις οικογένειές τους, βγήκαν στο κέντρο της Αθήνας διεκδικώντας από την τότε κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, άδειες για τα αυτοσχέδια ταξί. Ανάμεσα στα άλλα συνθήματα που φώναζαν οι παράνομοι ταρίφες ήταν, «Θέλουμε άδεια κι εμείς», «Θέλουμε άδεια και ψωμί» και «Κάτω οι προνομιούχοι», αναφερόμενοι στην τρίτη κατά σειρά, κατανομή αδειών σε πειρατικά ταξί του Ιανουαρίου του ’64, που δεν τους περιελάμβανε. Καθώς η συγκέντρωσή τους κηρύχτηκε παράνομη, ακολούθησε αιματηρή συμπλοκή με τις αστυνομικές δυνάμεις.

Οι διαμαρτυρόμενοι επιτέθηκαν απέναντι στα σώματα ασφαλείας, με ρόπαλα, ξύλα από τα πλακάτ που είχαν στα χέρια τους και πέτρες. Χρειάσθηκε η συμβολή της πυροσβεστικής και η χρήση αντλιών νερού με τις μάνικες για να διαλυθεί το πλήθος. Οι εφημερίδες της εποχής θα γράψουν την επομένη, «Πειραταί συνεπλάκησαν με την αστυνομία- Ετραυματίσθηκαν εκατέρωθεν 17 άτομα».

Από τους 18 συλληφθέντες μόνο οι 5 θα δηλώσουν οδηγοί αυτοκινήτων.

Οι υπόλοιποι όπως θα προκύψει από την ανάκριση, εντάσσονται σε άλλα άσχετα επαγγέλματα. Πρόκειται για γεωργούς και ράφτες που επιζητούσαν όμως, να «στριμωχτούν» και αυτοί στον κλάδο των επαγγελματιών αυτοκινητιστών. Η Διοίκηση του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Ταξί Αθηνών και Προαστίων που εκπροσωπούσε τότε 4.000 επαγγελματίες αυτοκινητιστές, με ανακοίνωσή της θα στηλιτεύσει την επίθεση των «πειρατών» και θα διαχωρίσει τη θέση της από αυτούς, χαρακτηρίζοντάς τους εκβιαστές της κυβέρνησης και τυχοδιώκτες που επιθυμούν να εισβάλουν στο χώρο. Αξιοσημείωτη ήταν ακόμη και η συμπάθεια και η λύπη που εξέφρασε το σωματείο, προς τους τραυματίες των σωμάτων ασφαλείας, όπου σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, έπραξαν το «ύψιστον» καθήκον τους. Το φαινόμενο της πειρατείας το οποίο εμφανίζεται ακόμη και σήμερα, δεν παρέλειψε να το απαθανατίσει και ελληνικός κινηματογράφος, με χαρακτηριστικό «πειρατή» της ασφάλτου, τον Κώστα Βουτσά στην ταινία «Ξυπόλητος Πρίγκηψ»

Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.

Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ, ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ. Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά.

Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας.

Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαστιχένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.

Παγωτά η ΕΒΓΑ, η ΕΒΓΑ…!!!

 Ήταν καλοκαίρι του ’36 όταν για πρώτη φορά οι Έλληνες έφαγαν παγωτό σε ξυλάκι. Το πρώτο παγωτό ξυλάκι στην Ελλάδα, με άδεια ευρεσιτεχνίας σε δύο αδέρφια που είχαν επιστρέψει από την Αμερική, τους αδερφούς Σουραπά, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την Εθνική Βιομηχανία Γάλακτος, όπως ήταν η πρώτη επωνυμία, στον Βοτανικό.

Το παγωτό ήταν στην αρχή μόνο γεύση βανίλια. Το ξυλάκι με επικάλυψη σοκολάτας ήρθε αργότερα!

 
 

Ελλείψει ψυγείων το παγωτό το έβρισκε κανείς μόνο από πλανόδιους παγωτατζήδες που γυρνούσαν στις γειτονιές με τρίκυκλα καρότσια.

Η διαφήμιση ήταν χαρακτηριστική της εποχής, την οποία είχε δημιουργήσει η εταιρία «Αλέκτωρ» του Τάκη Θεοφιλόπουλου. Η αφίσα βρισκόταν στα γαλακτοπωλεία που είχαν ανοίξει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας με την ονομασία «ΕΒΓΑ της γειτονιάς».

Το 1953 η ΕΒΓΑ ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε πλαστικό για τις συσκευασίες του γιαουρτιού και των παγωτών της, ενώ το 1955 επεκτείνει τη δραστηριότητά της και στον κλάδο της σοκολατοποιίας, έχοντας τα πιο εξελιγμένα μηχανήματα τα οποία έφτιαχναν σοκολάτες ελβετικού τύπου γάλακτος, αμυγδάλου κ.ά.

Με τα χρόνια η ΕΒΓΑ άλλαξε, συνεργάστηκε, επένδυσε και σε άλλα προϊόντα, όμως θα τη θυμόμαστε πάντα για τα πρώτα της βήματα…

 

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμμένα τυλιγμένα σε ρόλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.

Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τον έλεγαν τότε. Δεν υπήρχε Νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.

Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια…

Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωί τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό υποβρύχιο μέσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι.

Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.

Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το έσπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.

Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι.

Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπάνιο με τις κομπινεζόν Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.

Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!

Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.

Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι (Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς.

Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες.

Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας. Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε.

Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε.

Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας. Όταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέτο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι.

Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων.

Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.

Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων.

Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.

Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε.

Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες . Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.

Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.

Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε, ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε. Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.

Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε ιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.

Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρεις μέρες πρωί τρεις μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς. Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς.

Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο.

 

 

-Για να σηκωθεί σήμερα οοο ……….

Και μέχρι να πει τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι. Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλε ποδιές τους.

Μπλε κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλε κορδέλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τα αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου. Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν. Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.

Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.

Πριν την Coca Cola..

Το Sinalco, ήταν το επίσημο αναψυκτικό των θερινών κινηματογράφων στην προ Coca Cola και Pepsi Cola εποχή. Ελληνικής επινόησης αναψυκτικό και οι πωλήσεις του έξω από τα σινεμά ήταν μηδαμινές, παρότι ονομαστικά προωθούσε ένα υποκατάστατο υποτίθεται της μπύρας χωρίς αλκοόλ αλλά και με γεύση γλυκιά. Η αλήθεια είναι ότι πήγαινε γευστικά με τους αλμυρούς πασατέμπους, τα στραγάλια και τους ηλιόσπορους περισσότερο από μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα. Πρέπει να ήταν κάποιος τύπος Root Beer από εκχύλισμα κίνας. Σοβαρός αντίπαλός του στις κινηματογραφικές αυλές ήταν το γερμανικής προέλευσης Sinalco. Η εμφάνιση του τύπου κόλα αναψυκτικού Tam Tam περιόρισε δραματικά τις πωλήσεις και των δύο. Κάποιο αναψυκτικό τύπου μπυράλ που κυκλοφορεί δεν νομίζω πως θυμίζει στη γεύση το παλιό.

Θυμάστε το Μπυράλ και το ΤΑΜ-ΤΑΜ; “Tο αναψυκτικό TAM-TAM, ένα υποκατάστατο της Coca Cola που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του ’60, όταν απαγορευόταν στην Ελλάδα η Coca Cola,  για προστασία της νεολαίας από τον “αμερικανικόν τρόπον ζωής” και -βέβαια- της ντόπιας βιομηχανίας από τον  ανταγωνισμό. Μόνο όσοι είχαν γνωστούς ή φίλους που δούλευαν  την αμερικάνικη βάση του Ελληνικού, μπορούσαν να απολαμβάνουν την δροσιά και τη φιγούρα που έδινε  η Coca Cola

Βέβαια υπήρχε και το πασίγνωστο “Μπιράλ”, αναψυκτικόν, αρωματώδες και εύγευστον, όπως λέει και η διαφήμιση!

Είδος αναψυκτικού, λοιπόν, (δεν είναι μάρκα). Υπήρξε, ας πούμε, η ελληνική coca-cola πριν έρθει η αυθεντική. Χρονολογείται από το 1928, αλλά υπάρχει ακόμα, σε διάφορες μάρκες κυρίως στην Κρήτη: «Γεράνι», «Τεμένια», και κάποιες άλλες. 

 


Τα φτιάξαμε!!!

 Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι.Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.

Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.

Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.

Πηγαίναμε στο γήπεδο τρεις ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν

Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;

Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.

Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.

Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

ΤΟ ΣΙΝΕΑΚ

Για πολλούς, η λέξη ΣΙΝΕΑΚ σημαίνει προβολή παιδικής ταινίας σε κάποιον κινηματογράφο, μαζί με μια-δυο μικρές ταινίες κινουμένων σχεδίων, είτε μια φορά την εβδομάδα είτε με την ευκαιρία κάποιας γιορτής. Για τους παλιούς, όμως,  ΣΙΝΕΑΚ δεν είναι αυτό, αλλά ο πάλαι ποτέ κινηματογράφος «ΣΙΝΕΑΚ» στην οδό Πανεπιστημίου, στην Αθήνα, ο οποίος λειτουργούσε στο υπόγειο τού Rex, με τέτοιου είδους πρόγραμμα καθημερινά. Αργότερα έγινε κανονικός κινηματογράφος, με όνομα Rex 2. Ακόμα αργότερα πρέπει να έκλεισε.

Να δυο φωτογραφίες, όπου φαίνεται η φωτεινή επιγραφή τού κινηματογράφου. Στη μέση η μεγάλη επιγραφή τού Rex, και αριστερά και δεξιά η μικρότερη, κατακόρυφη, του ΣΙΝΕΑΚ:

Στη δεύτερη φωτογραφία,  στην άκρη τού στεγάστρου,διακρίνεται και η επιγραφή «ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΑΚ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ;»

Κάθε Κυριακή, πηγαίναμε με τη μητέρα μου στον κινηματογράφο. Εγώ, χωρίς δεύτερη σκέψη, ζητούσα σχεδόν πάντα να πάμε στο ΣΙΝΕΑΚ, για να δω τα «μίκυ μάους», τα κινούμενα σχεδια, δηλαδή. Πάντα παίζαν τουλάχιστον δύο, πράγμα που το διαφήμιζαν μαζί με τις φωτογραφίες από την ταινία: «σήμερον 2 ταινίες μίκυ μάους», ή κάπως έτσι. Η ίδια η ταινία ίσως να με άφηνε και αδιάφορο. Κάποιες ταινίες, που θυμάμαι, είναι αυτές με το Μασίστα, που μόλις τώρα διάβασα ότι δεν είναι άλλος από τον Ηρακλή (Μακίστιος Ηρακλής ελληνιστί, παρακαλώ!), ο μίνι Τζαίημς Μποντ και οι οκτώ συμπόργκ εναντίον μαύρου φαντάσματος, που, αν και δεν είχε σχέση ούτε με Τζαίημς Μποντ, ούτε με το Μαύρο Φάντασμα τού Ντίσνεϋ, πρέπει να ήταν πολύ ωραία ταινία, και ο Ερκολίνο στη χώρα τών θαυμάτων, που, φυσικά, δεν είχε καμία σχέση με τη χώρα τών θαυμάτων τού Λιούις Κάρολ! Επίσης, θυμάμαι και την τελευταία ταινία που είδα εκεί, πιθανόν την τελευταία εβδομάδα τής λειτουργίας τού κινηματογράφου: αποστολή στην Ταγκανίκα. Πρέπει να ήταν ντοκιμαντέρ, κάτι που τότε δεν με ενδιέφερε καθόλου, κλείνοντας άδοξα για μένα τον κύκλο ΣΙΝΕΑΚ.

Αντί για κυλικείο, το ΣΙΝΕΑΚ είχε μια μικρή αυτόματη μηχανή πωλήσεων, που πουλούσε καραμέλες και σοκολάτες. Ήταν η πρώτη και μοναδική τού είδους της, που είχα δει στην Ελλάδα για πολλά χρόνια. Εννοείται ότι έπρεπε πάντα να πάρω κάτι και από εκεί! Τα διάφορα είδη ήταν τοποθετημένα σε στήλες, με ένα συρταράκι κάτω από κάθε στήλη. Όταν έριχνες ένα κέρμα στη μηχανή, ξεκλειδώναν τα συρταράκια, οπότε άνοιγες ένα και έβγαζες από μέσα το προϊόν που ήθελες. Πάντα ήθελα να δοκιμάσω να τραβήξω δύο συρταράκια ταυτόχρονα, να δω αν θα μπορέσω να ξεγελάσω το μηχάνημα, αλλά τελικά ποτέ δεν το έκανα!

Από την ίδια την αίθουσα, θυμάμαι δύο λεπτομέρειες: το φωσφορίζον ρολόι δίπλα από την οθόνη, που διαβαζόταν και με σβησμένα τα φώτα, και τις σαΐτες που ήταν κολλημένες στην οθόνη, φαντάζομαι με καρφίτσα στη μύτη τους, που φαινόταν η σκιά τους κατά τη διάρκεια τής προβολής.

Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια τής προβολής, περνούσε η ταξιθέτρια, με ένα ψεκαστήρα τύπου «φλιτ» και αρωμάτιζε την αίθουσα!

Η κυριακάτικη έξοδος στο ΣΙΝΕΑΚ τελείωνε με τυρόπιτα στο τυροπιτάδικο «Πικ-νικ», γωνία Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους, χαζεύοντας τα βιβλία στο διπλανό βιβλιοπωλείο. Τώρα το τυροπιτάδικο λέγεται «Μαμ», αλλά είναι στο ίδιο στυλ όπως τότε.

Και κάτι για τα μεγαλύτερα παιδιά: Όταν μεγάλωσα, η μητέρα μου μού είπε ότι δεν ήθελε να με πηγαίνει στο ΣΙΝΕΑΚ, που την τραβολόγαγα, διότι… της βάζαν χέρι!

στο ΡΙΒΟΛΙ

Ο κινηματογράφος ΡΙΒΟΛΙ ήταν στο Κέντρο της Αθήνας Αριστείδου και Σοφοκλέους στο υπόγειο. Λειτούργησε από το 1956 έως το 1989….δεν άντεξε… Τα τελευταία χρόνια το γύρισε σε ταινίες σεξ αλλά και πάλι…. Τα μεσημέρια με το διακεκομμένο ωράριο των μαγαζιών έτσι και έπαιζε καμμία πολεμική ταινία μάζευε θεατές εργαζόμενους. Έριχναν και κανένα υπνάκο και ζεσταίνονταν με το κρύο. Το σημείο εκείνο ήταν και σημείο συνάντησης….ραντεβού έξω από το ΡΙΒΟΛΙ. Έπαιρνες και μια τυρόπιτα από το ΜΑΜ παρακάτω στην Πεσμαζόγλου και αν ήθελες προχωρούσες στην Δραγατσανίου στου Λουμίδη για καφεδάκι αλλά και για να δείς γνωστά ονόματα της καλλιτεχνικής ζωής και των γραμμάτων να συζητούν. Ήταν μια ωραία πιάτσα η περιοχή με εμπορική κίνηση…. Στην Αριστείδου μερικά μέτρα από το ΡΙΒΟΛΙ ήταν και το υπόγειο του Κωτσόβολου με τα ηλεκτρικά…το πρώτο του μαγαζί …. Σου έπαιρνε το ξύλινο ψυγείο του πάγου και σου έδινε ηλεκτρικό με δόσεις. Αναμνήσεις από μία άλλη Ελλάδα…

 http://1.bp.blogspot.com/-yizZmLR3A6o/T1kn2SlCo1I/AAAAAAAADKw/syf02d7DW6k/s320/DSCN1221.jpg

 

http://sgial.pblogs.gr/files/f/447582-%C3%A3%C3%A1%C3%B1%C3%A4%C3%9D%C3%AD%C3%A9%C3%A1.jpg


Στραγάλια, φιστίκια, πασατέμπος,  ταμ ταμ, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, σάμαλι, κόκ…
Η Γαρδένια των παιδικών μου χρόνων στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης στη Δάφνη, σήμερα σούπερ μάρκετ ¨Μαρινόπουλος¨
Σταύρος Γιαλαμάς

Πηγές θέματος και φωτογραφιών

http://cinemahellas.blogspot.com/
Κάποτε στην Ελλάδα, Comicstrades.me
Εν Αθήναις….στο ΡΙΒΟΛΙ, Πίσω στα παλιάcinemahellas.blogspot.comΗ μελαγχολία της γενιάς του 1950, 1960 και 1970, Metrogreece
Μασίστας, Wikipedia
Των παιδικών μου χρόνων, Σταύρος Γιαλαμάς
Lolanaenaallo.blog
Οι πειρατές της ασφάλτου, Taxitzis blogspot
Παλιά περιοδικά, Ellasmaniac blogspot
Παλιά τετράδια, Παλιούρι Έβρου
ΑΘΗΝΑ -1955 Ξυλάκι ΕΒΓΑ , ΕΘΝΟΣ

Γράψου στο NewsLetter για να μην χάνεις κανένα μας άρθρο

Χρησιμοποιούμε cookie για την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων, την παροχή λειτουργιών κοινωνικών μέσων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. More Info | Close